Live τώρα    
29°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
29 °C
26.1°C30.7°C
1 BF 31%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
28 °C
24.1°C29.8°C
1 BF 33%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
27 °C
24.5°C32.6°C
1 BF 50%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
24.4°C25.8°C
3 BF 68%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
27 °C
25.5°C26.9°C
0 BF 28%
Η σκιαμαχία μιας υπερδύναμης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η σκιαμαχία μιας υπερδύναμης

Η αποστολή του Apollo 11, όντας σε καραντίνα, δέχεται το καλωσόρισμα πίσω στη Γη από τον πρόεδρο
των ΗΠΑ Richard Nixon

«Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς»

Ηράκλειτος

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μετέβαλλε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οργανωνόταν και υλοποιούταν η επιστημονική έρευνα στο δυτικό κόσμο. Πρωτίστως οι ΗΠΑ χρειάστηκε να εφαρμόσουν τις μεγαλύτερες αλλαγές, σε σχέση με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις του δυτικού κόσμου, αυξάνοντας εντυπωσιακά τη χρηματοδότηση προς την έρευνα, δημιουργώντας νέες δομές διοίκησης της έρευνας και αλληλεπίδρασής τους με εξω-επιστημονικούς θεσμούς. Επίσης, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά, οι επιστημονικές πρόοδοι μετατρέπονταν σε όργανα πολιτικής. Καταλύτης για αυτές τις αλλαγές ήταν η ιδεολογική και γεωπολιτική αντιπαλότητα με τη Σοβιετική Ένωση που, άλλοτε ως πρόσχημα και άλλοτε ως ειλικρινής υπαρξιακή ανησυχία, κίνησε τη χρηματοδότηση της έρευνας για στρατιωτικούς σκοπούς. Παρακάτω θα παρακολουθήσουμε μερικά παραδείγματα της άρρηκτης διασύνδεσης της εξέλιξης της επιστημονικής έρευνας στις ΗΠΑ με τα νάματα του Ψυχρού Πολέμου.

Η ατομική βόμβα και η «δεξίωση» των επιστημόνων στην πολιτική

Το Manhattan Project, που στόχος του ήταν η κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας, αποτέλεσε το μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα που είχε γνωρίσει ως τότε ο δυτικός κόσμος. Κινητοποίησε 150.000 άτομα από την επιστημονική κοινότητα, τη βιομηχανία και το στρατό που προέρχονταν από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά. Ήταν, επίσης, μακράν το πιο πολυδάπανο ερευνητικό πρόγραμμα στην ιστορία, με χρηματοδότηση που έφτασε τα δύο δισεκατομμύρια δολάρια. Ήταν, τέλος, και το πιο διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα, φέρνοντας σε στενή επαφή ερευνητές από διάφορους τομείς της Φυσικής, της Χημείας και της Μηχανικής, οι οποίοι μετέτρεψαν μία σχετικά καινούρια θεωρητική σύλληψη σε ένα απτό, πλην τρομακτικά θανατηφόρο, τεχνούργημα.

Πρέπει να αναφερθεί ότι έως τότε η επιστημονική έρευνα στο δυτικό κόσμο δεν βασιζόταν σε ευρείες συνεργασίες. Οι μεγάλες επιστημονικές πρόοδοι γίνονταν από μικρές επιστημονικές ομάδες που εργάζονταν απομονωμένες μεταξύ τους, ενώ οι μεταφορά αυτών των προόδων στον τεχνολογικό χώρο γινόταν με μάλλον ασυντόνιστο τρόπο, ακολουθώντας όχι τις ανάγκες της αμερικανικής κοινωνίας μα τις προοπτικές κερδοφορίας. Παρότι, μέσω του Manhattan Project, οι μεγάλες και συντονισμένες ερευνητικές συνεργασίες απέδειξαν με τρόπο εντυπωσιακό την αποτελεσματικότητά τους, ήταν «εκ γενετής μολυσμένες» από τον ιό της μυστικοπάθειας. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής της πρώτης ατομικής βόμβας ο γενικός επικεφαλής του προγράμματος, στρατηγός Leslie Groves, βρισκόταν σε συνεχή τριβή με τον επιστημονικό επικεφαλής Robert Oppenheimer. Αιτία ήταν η επιμονή του δεύτερου στη διοργάνωση εβδομαδιαίων συναντήσεων εργασίας μεταξύ των διαφορετικών εργαστηρίων του Manhattan Project, η οποία συναντούσε την εξίσου επίμονη άρνηση του πρώτου. Ο Groves απαιτούσε οι διαφορετικές ομάδες να εργάζονται απομονωμένες η μία από την άλλη, έτσι ώστε μόνο ελάχιστοι να έχουν δυνατότητα υψηλής εποπτείας της συνολικής προόδου κατασκευής της ατομικής βόμβας. Οι φόβοι του Groves δεν ήταν αδικαιολόγητοι, το αντίθετο μάλιστα. Από την άλλη όμως ο Oppenheimer επιχειρηματολογούσε πως η έλλειψη ανεμπόδιστης επικοινωνίας, εντός τουλάχιστον του πολυσχιδούς συμπλέγματος εργαστηρίων του Los Alamos, θα επιτάχυνε την επίλυση των μυριάδων επιστημονικών και τεχνικών προβλημάτων που εμφανίζονταν.

Το Manhattan Project κυοφόρησε την πρώτη ατομική βόμβα, αναπτύσσοντας μάλιστα δύο διαφορετικές τεχνολογίες με στόχο τη ελαχιστοποίηση της πιθανότητας αποτυχίας. Η βόμβα ουρανίου ισοπέδωσε τη Χιροσίμα και η βόμβα πλουτωνίου ισοπέδωσε, τρεις μέρες αργότερα, το Ναγκασάκι. Το όπλο που απέτρεψε μία απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στα νησιά της Ιαπωνίας και μία πιο βαθιά εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο στην Άπω Ανατολή, στεφάνωνε τις ΗΠΑ όχι απλώς με τις δάφνες της νίκης του πολέμου στον Ειρηνικό, αλλά και με τις δάφνες τις μοναδικής χώρας με πυρηνικό οπλοστάσιο. Σε μία τέτοια «εορταστική» συγκυρία ιδρύθηκε η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΑΕ) των ΗΠΑ, η οποία θα είχε την ευθύνη της διοίκησης της επιστημονικής έρευνας για στρατιωτικούς σκοπούς. Στη σύνθεσή της θα συμπεριλαμβάνονταν και επιστήμονες, κάτι που θεωρήθηκε νίκη των αμερικανών επιστημόνων επάνω στους κρατικούς αξιωματούχους και τους στρατηγούς.

Στρατηγός Leslie Groves (αριστερά) και θεωρητικός φυσικός Robert Oppenheimer (δεξιά). Η διαρχία του Manhattan Project σε ανήσυχη συνεργασία

Η υδρογονοβόμβα και η «απέλαση» των επιστημόνων από την πολιτική

Μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου η κυβέρνηση των ΗΠΑ ταλαντεύτηκε για το εάν θα έπρεπε να ξεκινήσει την έρευνα για τη δημιουργία ενός ακόμα πιο ισχυρού όπλου. Η υδρογονοβόμβα ή η θερμοπυρηνική συσκευή όπως ονομαζόταν, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 μια αβέβαιης αποτελεσματικότητας θεωρητική σύλληψη, σε σχέση με την ατομική βόμβα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, έχοντας το μονοπώλιο στα πυρηνικά όπλα, ήταν αρνητική στην ανάπτυξη της υδρογονοβόμβας για καθαρά οικονομικούς λόγους. Σημαντική μερίδα αμερικανών επιστημόνων, συμπεριλαμβανομένου του Oppenheimer, ήταν επίσης αρνητική στην κατασκευή της υδρογονοβόμβας για λόγους όμως κυρίως ανθρωπιστικούς.

Όλα άλλαξαν το φθινόπωρο του 1949, όταν η Σοβιετική Ένωση έκανε την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή της δικής της ατομικής βόμβας. Η εγκαθίδρυση μιας ισορροπίας στα πυρηνικά όπλα ήταν εξαιρετικά απεχθής στην κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ενώ το ζητούμενο στην περίπτωση της υδρογονοβόμβας ήταν, όπως και στο Manhattan Project, η προστασία της χώρας, αυτή τη φορά το περιβάλλον ήταν διαφορετικό: οι ΗΠΑ δεν βρίσκονταν σε πόλεμο, ενώ και τα σχέδια για την κατασκευή της υδρογονοβόμβας έβρισκαν αντίσταση από τους αμερικανούς επιστήμονες.

Συνεπώς, ένα πρόγραμμα για την κατασκευή της πρώτης αμερικανικής υδρογονοβόμβας θα έπρεπε να ακολουθηθεί από σημαντικές αλλαγές στη διοίκηση της επιστημονικής έρευνας για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο ρόλος των επιστημόνων στην ΕΑΕ παγιώθηκε ως καθαρά συμβουλευτικός, ενώ οι «αρνητές» της υδρογονοβόμβας αντιμετώπισαν ένα εξαιρετικά αβέβαιο επαγγελματικό μέλλον. Η «νίκη» των επιστημόνων, συνεπώς, ήταν απατηλή, διότι το διοικητικό συμβούλιο επανδρωνόταν από πολιτικούς και στρατιωτικούς. Τελικά, πρωτοστατούντος του ουγγρικής καταγωγής θεωρητικού φυσικού και ακραιφνούς αντικομουνιστή Edward Teller, οι ΗΠΑ χρηματοδότησαν ένα ακόμα τεράστιο ερευνητικό πρόγραμμα που είχε το χαρακτήρα του κατεπείγοντος.

Ζητούνται προγραμματιστές

Το πρόγραμμα για την πρώτη αμερικανική υδρογονοβόμβα ολοκληρώθηκε, με την πρώτη επιτυχημένη δοκιμή να γίνεται το Νοέμβριο του 1952. Αυτή τη φορά το μονοπώλιο από πλευράς ΗΠΑ στα θερμοπυρηνικά όπλα κράτησε λιγότερο από το αντίστοιχο στα πυρηνικά όπλα, με τη Σοβιετική Ένωση να δοκιμάζει με επιτυχία την πρώτη της υδρογονοβόμβα τρία χρόνια μετά και μάλιστα με θερμοπυρηνική συσκευή πολύ μικρότερη σε μέγεθος από την αντίστοιχη αμερικάνικη. Παράλληλα, δεν υπήρχε κάποια νέα θεωρητική σύλληψη για ακόμα ισχυρότερα όπλα. Χάνοντας λοιπόν το μονοπώλιο στις τεχνολογίες επιθετικών όπλων οι ΗΠΑ άρχισαν να αφιερώνουν χρόνο στην αμυντική θωράκιση της χώρας. Ειδικά μετά τη δημιουργία των διηπειρωτικών πυραύλων, η ανάγκη για συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης επερχόμενης πυρηνικής επίθεσης φάνταζε αδήριτη. Το τεχνολογικό πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση όμως εντοπιζόταν στο ότι τα συστήματα υπολογιστών, που θα έπρεπε να υποστηρίξουν ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, δεν είχε την απαιτούμενη υπολογιστική ισχύ.

Το 1954 η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ χρηματοδότησε την ανάπτυξη ενός συστήματος ελέγχου του εναέριου χώρου των ΗΠΑ, το οποίο θα αποτελούσε και αυτοματοποιημένο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Το πρόγραμμα ονομάστηκε Semi-Automatic Ground Environment (SAGE) και θα αποτελούσε το μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα στην ιστορία των ΗΠΑ, έχοντας τετραπλάσιο προϋπολογισμό από το Manhattan Project με οκτώ δισεκατομμύρια δολάρια. Η IBM είχε συμβόλαιο για την κατασκευή των υπολογιστών, που καθένας ζύγιζε 250 τόνους. Δεν είχε όμως το ανθρώπινο δυναμικό για να κατασκευάσει και το λογισμικό. Μόνο στο SAGE θα απασχολούνταν το 25% των ανθρώπινων πόρων της IBM, η οποία είχε γιγαντωθεί υπογράφοντας τεράστια συμβόλαια με τη Ναζιστική Γερμανία για υπολογιστικά συστήματα που χρησιμοποιούσαν διάτρητες κάρτες και ήταν, μεταξύ άλλων, εξειδικευμένα στον εντοπισμό πολιτών εβραϊκής καταγωγής, μέσω διασταύρωσης στοιχείων επίσημων απογραφών, επιταχύνοντας έτσι το Ολοκαύτωμα.

Ως αποτέλεσμα της παραπάνω αδυναμίας της IBM, η πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, επιδόθηκε σε ένα άνευ προηγουμένου κυνήγι προγραμματιστών, για να στελεχωθεί το μη κερδοσκοπική κρατική εταιρία Rand. Το 1955 η Rand απασχολούσε το 10% των προγραμματιστών των ΗΠΑ, μόλις 25 στον αριθμό. Οι άνθρωποι της Rand όργωσαν στην κυριολεξία τις ΗΠΑ, προσλαμβάνοντας περίπου 50 απόφοιτους πανεπιστημίων το μήνα. Αυτοί δεν είχαν, συνήθως, καμία γνώση ή εμπειρία από προγραμματισμό, αλλά επιλέγονταν με βάση την απόδοσή τους σε μια σειρά δοκιμών νοητικής και ψυχολογικής κατάστασης. Μάλιστα, οι νεαροί δάσκαλοι μουσικής θεωρούνταν ιδιαιτέρως κατάλληλοι. Έως το 1958 η Rand είχε ξεχωριστό τμήμα προγραμματισμού, απασχολώντας 700 εξειδικευμένους προγραμματιστές - τους μισούς που εργάζονταν στις ΗΠΑ.

Το λογισμικό που δημιουργήθηκε είχε πάνω από ένα εκατομμύριο γραμμές κώδικα - ένα πραγματικά φαραωνικό, για την εποχή, επίτευγμα. Η έρευνα που σχετιζόταν με το πρόγραμμα SAGE ανέπτυξε και βοηθητικές τεχνολογίες, όπως η οθόνη προβολής κινούμενων εικόνων, τεχνικές μετατροπής αναλογικού σε ψηφιακό σήμα και αντίστροφα, τεχνικές παράλληλης επεξεργασίας σήματος και δικτύωσης σε πραγματικό χρόνο. Τελικά, οι υπολογιστές που κατασκευάστηκαν από το SAGE δεν εγκαταστάθηκαν μόνο στο έδαφος των ΗΠΑ, αλλά και σε ευρωπαϊκές χώρες που ανήκαν στο ΝΑΤΟ και στην Ιαπωνία αρθρώνοντας ένα σχεδόν παγκόσμιο σύστημα ελέγχου και έγκαιρης προειδοποίησης εντός της δεκαετίας του 1960.

Ο πρώην στρατηγός και νυν πρόεδρος των ΗΠΑ Dwight Eisenhower ενημερώνεται για την εξέλιξη των δοκιμών της αμερικανικής υδρογονοβόμβας από τον Lewis Strauss, πρόεδρο της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ.

Το «πυραυλικό χάσμα» και η λύτρωση από τη Σελήνη

Στις 4 Οκτωβρίου 1957 η Σοβιετική Ένωση κατάφερε να θέσει σε τροχιά τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο της Γης, τον Σπούτνικ-1. Αυτή η τεράστια, από πλευράς γοήτρου, επιτυχία προκάλεσε πραγματικό σοκ στις ΗΠΑ. Η ανάγνωση του συμβάντος, από πλευράς αμερικανών αναλυτών, ήταν ότι η Σοβιετική Ένωση δείχνει ότι έχει όχι απλώς ισοδύναμη, αλλά ανώτερη πυραυλική τεχνολογία από τις ΗΠΑ. Συνεπώς, σε έναν επερχόμενο θερμοπυρηνικό πόλεμο οι ΗΠΑ θα αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο ενός συντριπτικού χτυπήματος και μιας συνεπακόλουθης απόλυτης ήττας. Η ατυχής συγκυρία περιγράφηκε με τον όρο «πυραυλικό χάσμα». Οι αιτίες μιας τέτοιας εξέλιξης αναζητήθηκαν καταρχάς στην κατάτμηση των επιστημονικών και τεχνολογικών προσπαθειών στις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, στρατός, πολεμικό ναυτικό και πολεμική αεροπορία ανταγωνίζονταν για την κατασκευή του καλύτερου πυραύλου. Επίσης, η σχεδόν πλήρης στρατιωτικοποίηση της επιστημονικής έρευνας και η εφαρμογή πρακτικών μυστικότητας, παρεμπόδιζε την επικοινωνία διαφορετικών ερευνητικών ομάδων που εργάζονταν σε παρόμοια προβλήματα. Ακόμα, αναγνωριζόταν μία χρόνια δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλα καταρτισμένου ερευνητικού δυναμικού.

Η απάντηση δόθηκε καταρχάς με την ίδρυση της NASA. Ενός οργανισμού προορισμένου για έρευνα για μη στρατιωτικούς σκοπούς, που θα συγκέντρωνε τις διάσπαρτες ως τότε προσπάθειες στον τομέα της πυραυλικής τεχνολογίας, αλλά και σε εκατοντάδες άλλους απαραίτητους τεχνολογικούς τομείς, από την πλοήγηση ως την επιστήμη των υλικών και από την φυσικοχημεία ως τις τηλεπικοινωνίες. Παράλληλα, ξεκίνησε η μεγαλύτερη στην ιστορία των ΗΠΑ αύξηση του αριθμού των πανεπιστημίων, του πλήθους των ερευνητών και διδασκόντων σε αυτά, των φοιτητών, των διδακτορικών διατριβών που απονέμονταν ετησίως, ακόμα και της έκτασης των πανεπιστημιουπόλεων.

Έμενε όμως ανοιχτό το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα ζητούσε από τους αμερικάνους φορολογούμενους τις οικονομικές θυσίες που απαιτούνταν ώστε οι ΗΠΑ να ανακτούσαν όχι μόνο την τεχνολογική υπεροχή, αλλά και το χαμένο γόητρο - κάτι που αναμενόταν να έχει μεγάλες πολιτικές επιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο. Η λύση βρέθηκε με το πρόγραμμα Apollo: η υπόσχεση των ΗΠΑ, εκ στόματος του προέδρου John F. Kennedy, να στείλουν ως το τέλος της δεκαετίας του 1960 έναν άνθρωπο στη σελήνη και να τον γυρίσουν πίσω στη Γη με ασφάλεια. Η αποστολή αυτή είχε φαινομενικά ειρηνικό χαρακτήρα, ανάλογο με το προφίλ της NASA. Το γιγάντιο πρόγραμμα Apollo διήρκεσε λίγο πάνω από δέκα χρόνια, δηλαδή από τη διάσημη εξαγγελία του Kennedy το 1961, έως την τελευταία επανδρωμένη αποστολή στη σελήνη το 1972. Στην κορύφωσή του το πρόγραμμα Apollo απασχολούσε 420.000 προσωπικό και απορροφούσε το 4% του αμερικανικού προϋπολογισμού.

Το «στρατιωτικο-βιομηχανικό» σύμπλεγμα

Οι ΗΠΑ κατάφεραν να κερδίσουν τη Σοβιετική Ένωση στην κούρσα για τη Σελήνη και το χαμένο γόητρο που τους είχαν αφαιρέσει οι αλλεπάλληλες Σοβιετικές πρωτιές της δεκαετίας του 1950. Ποιο ήταν όμως τελικά το τίμημα; Θα ήταν ίσως διδακτικό να αφήσουμε την απάντηση στο πιο κατάλληλο άτομο: στον πρόεδρο των ΗΠΑ Dwight Eisenhower. Εκείνος ήταν που εξέφραζε κατά τη διάρκεια της αποχαιρετιστήριας ομιλίας του το 1961 ότι η σύμπλεξη επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας αιχμής, βιομηχανικών συμφερόντων, στρατιωτικών μεθόδων οργάνωσης και πολιτικής στοχοθεσίας είχε δημιουργήσει ένα μόρφωμα με νοσηρή επίδραση στην αμερικανική κοινωνία. Του έδωσε, μάλιστα και όνομα· το αποκάλεσε «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα».

* Short Bio: Ο Π. Κάβουρας, Δρ. Φυσικός, είναι ερευνητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL