Live τώρα    
Οι λεμονιές του Στάλιν (Β' μέρος)
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι λεμονιές του Στάλιν (Β' μέρος)

Η Γλωσσολογία για τη Σοβιετική Ένωση είχε ιδιαίτερη σημασία. Η ηγεσία του ΚΚΣΕ τη θεωρούσε ως ένα ακόμα συνδετικό ιστό του κράτους, μιας και μπορούσε να αναδείξει τις γλωσσικές και, συνεπώς, τις ιστορικές σχέσεις των εκατό και πλέον διαφορετικών εθνοτήτων που ζούσαν εντός των συνόρων της Σοβιετικής Ένωσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, για πολιτικούς κυρίως λόγους, είχε αναδειχθεί ως κορυφαίος γλωσσολόγος, ο γεωργιανός Νικολάι Μαρ. Ο Μαρ ήταν από τα ελάχιστα μέλη της αυτοκρατορικής ακαδημίας επιστημών που είχε ταχθεί υπέρ της Οκτωβριανής Επανάστασης, ενώ αναγνώρισε στον διαλεκτικό υλισμό ένα φιλοσοφικό πλαίσιο που θα μπορούσε να γονιμοποιήσει τη Γλωσσολογία. Ο Μαρ είχε διατυπώσει θεωρίες, όπως ότι όλες οι γλώσσες σχετίζονταν μεταξύ τους και ότι όλες οι πρωτόγονες κοινωνίες είχαν αναπτύξει, εντελώς ανεξάρτητα, κώδικες επικοινωνίας που αποτελούνταν από τα τέσσερα ίδια φωνητικά στοιχεία.

Η θεωρία όμως που ανέβασε τον Μαρ στο επίπεδο των κορυφαίων επιστημόνων της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η θεωρία του ότι η γλώσσα έχει ταξική προέλευση. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι οι γλώσσες του προλεταριάτου διαφορετικών χωρών, εφόσον αυτές έχουν παρόμοια κοινωνική δομή, έχουν μικρότερες διαφορές μεταξύ τους από τις γλώσσες διαφορετικών κοινωνικών τάξεων της ίδιας χώρας. Αυτή η ρηξικέλευθη, μα απολύτως λανθασμένη, θεωρία αποτελούσε τη βάση της μαρξιστικής Γλωσσολογίας, η οποία είχε σταδιακά εκτοπίσει όλες τις υπόλοιπες «αντίπαλες» θεωρίες, που υποστήριζαν ότι οι γλώσσες έχουν εθνικό και όχι ταξικό χαρακτήρα. Οι υποστηρικτές του Μαρ, που είχε πεθάνει το 1934, με προεξάρχοντα τον Ιβάν Μεστσάνινοφ, ήταν αποφασισμένοι να διεξαγάγουν μάχη με τους επιστημονικούς αντιπάλους τους, ακολουθώντας την πρακτική του Λισένκο στη διαμάχη για τη Βιολογία. Τον Απρίλιο του 1950 η επικράτηση της ψευδοεπιστημονικής μαρξιστικής Γλωσσολογίας στη Σοβιετική Ένωση φαινόταν απόλυτη.

Σε εκείνο το σημείο παρενέβη προσωπικά ο Στάλιν. Ειδοποιημένος από τον επίσης γεωργιανό γλωσσολόγο, Άρνολντ Τσικομπάβα - προστατευόμενο του Λαβρέντι Μπέρια, κορυφαίου στελέχους του ΚΚΣΕ και επικεφαλής της κρατικής ασφάλειας - αναγνώρισε την αντιεπιστημονική κατεύθυνση της σοβιετικής Γλωσσολογίας. Μάλιστα, ο Στάλιν παρενέβη προσωπικά για να αποκατασταθούν απολυμένοι αντι-μαριστές γλωσσολόγοι (Pollock, 2008). Το ΚΚΣΕ αντί να διοργανώσει συνέδριο κάλεσε, στις αρχές Μαΐου του 1950, τους γλωσσολόγους και των δύο στρατοπέδων να παρουσιάσουν ανοιχτά τις απόψεις τους, μέσω αρθρογραφίας που θα δημοσιευόταν στις σελίδες της Πράβντα. Οι οπαδοί του Μαρ σίγουρα θα είχαν ψυχανεμιστεί ότι η κυριαρχία τους δεν ήταν τελικά τόσο απόλυτη όσο νόμιζαν· κάτι που επιβεβαιώθηκε με τον πιο απόλυτο, για την εποχή, τρόπο.

Στις 20 Ιουνίου, μεσούσης της διαμάχης για τη Γλωσσολογία, εμφανίστηκε ένα ακόμα σχετικό άρθρο στην Πράβντα, με τη διαφορά ότι υπογραφόταν από τον ίδιο τον Στάλιν. Τα επιχειρήματα εναντίον της θεωρίας του Μαρ, που δίνονταν με τη μορφή Σωκρατικού διαλόγου του Στάλιν με «νεαρούς συντρόφους», δεν επικεντρώνονταν στην ίδια τη Γλωσσολογία. Λόγω του ότι ο Στάλιν δεν θεωρούσε τον εαυτό του ειδικό στη Γλωσσολογία, προσέγγισε το ζήτημα από τη μεριά του μαρξισμού, με τον οποίο, όπως έγραφε, είχε «κάποια σύνδεση». Αποδεικνύοντας ότι η μαρξιστική Γλωσσολογία του Μαρ δεν ήταν καθόλου μαρξιστική, ακύρωνε το πιο ισχυρό επιχείρημα νομιμοποίησής της, μιας και η επιστημονική της βάση ήταν σαθρή. Πριν στεγνώσει το μελάνι στις σελίδες της Πράβντα, η μαρξιστική Γλωσσολογία του Μαρ αποτελούσε ήδη παρελθόν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την έκδοση του άρθρου του ο Στάλιν κατακλύστηκε από γράμματα απλών πολιτών, κάποια από τα οποία περιείχαν αιχμηρά ερωτήματα. Ως μη αναμενόταν, ο Στάλιν απάντησε σε μερικά από αυτά τα γράμματα με νέο άρθρο του στο φύλλο της Πράβντα της 2ης Αυγούστου του 1950.

Συζήτηση για τη Φυσιολογία (Ιούνιος 1950)

Η συζήτηση για τη Φυσιολογία είχε στόχο την ευθυγράμμιση της έρευνας επάνω στις λειτουργίες του νευρικού συστήματος, με τις θεωρίες του διασημότερου σοβιετικού επιστήμονα· του Ιβάν Παβλόφ. Ο Παβλόφ δεν ήταν κάποιος αυτοδίδακτος εμπειροτέχνης, όπως ο Μιτσούριν που αποτελούσε τον «επίσημο» προπάτορα της σοβιετικής Βιολογίας. Ήταν ο πρώτος Ρώσος επιστήμονας που είχε διακριθεί με βραβείο νόμπελ το 1903, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο την αξία αλλά και τη διεθνή ακτινοβολία της έρευνάς του. Ήταν, επίσης, από τους λίγους πρώτου μεγέθους επιστήμονες που επέλεξαν να μείνουν στη Σοβιετική Ένωση μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ήταν απόρροια της πλούσιας χρηματοδότησης που του εξασφάλιζε ο ίδιος ο Λένιν στα δύσκολα χρόνια της περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του ρωσικού εμφύλιου πολέμου, ο Παβλόφ συνέχιζε την έρευνά του αποκλίνοντας από τις εξελίξεις που πραγματοποιούνταν στον υπόλοιπο κόσμο. Αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι ο Παβλόφ είχε αναγνωρίσει δημόσια την αξία του σοβιετικού πειράματος, δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ότι για την ηγεσία του ΚΚΣΕ αποτελούσε ένα πρότυπο επιστήμονα, που θα έπρεπε να αποτελέσει παράδειγμα για όλη την επιστημονική κοινότητα της χώρας.

Η θεωρία των εξαρτημένων ανακλαστικών του Παβλόφ αποτέλεσε στις αρχές του εικοστού αιώνα μια επαναστατική προσπάθεια ερμηνείας των λειτουργιών του νευρικού συστήματος. Η συνεχιζόμενη όμως έρευνα επάνω στο αντικείμενο, τόσο εκτός όσο και εντός της Σοβιετικής Ένωσης, είχε αναδείξει τα τρωτά σημεία της θεωρίας των εξαρτημένων ανακλαστικών, σε μια εποχή που το ΚΚΣΕ ήθελε όσο ποτέ να διατηρήσει το κύρος του Παβλόφ άσπιλο. Ο πυρήνας της επιστημονικής διαμάχης ήταν η έκταση εφαρμογής της θεωρίας των εξαρτημένων ανακλαστικών. Οι υποστηρικτές του Παβλόφ διατείνονταν ότι αυτή μπορούσε να ερμηνεύσει όλες τις νευρικές λειτουργίες των όντων, ακόμα και τις πιο πολύπλοκες ανθρώπινες νοητικές λειτουργίες. Οι αντίπαλοι του Παβλόφ υποστήριζαν ότι η παραπάνω ερμηνεία της παβλοφικής θεωρίας ήταν απλοϊκή, επισημαίνοντας πειράματα, κατά τα οποία σκυλιά ανέπτυσσαν εξαρτημένα ανακλαστικά ακόμα και όταν τους είχε αφαιρεθεί ο εγκεφαλικός φλοιός ή ο νωτιαίος μυελός.

Η προτίμηση του ΚΚΣΕ στις θεωρίες του Παβλόφ είχε επιπρόσθετα ιδεολογικά και πολιτικά αίτια. Ως επέκταση της θεωρίας των εξαρτημένων ανακλαστικών προέκυπτε ότι, εφόσον κατάλληλες συμπεριφορές μπορούσαν να καλλιεργηθούν με βάση την επίδραση των κατάλληλων ερεθισμάτων, τότε και οι συνθήκες που δημιουργούνταν από τον σοσιαλισμό ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ήταν, συνεπώς, ευθύνη του σοβιετικού κράτους να σχεδιάσει εκείνα τα κοινωνικά «ερεθίσματα» που θα υποστήριζαν ή θα επέβαλαν την πίστη του σοβιετικού πολίτη στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την προσήλωσή του στην υπηρέτηση των πενταετών πλάνων οικονομικής ανάπτυξης. Το διακύβευμα δεν θα μπορούσε να ήταν μεγαλύτερο, μιας και ο τελικός στόχος του επιστημονικού σοσιαλισμού ήταν η προετοιμασία της σοβιετικής κοινωνίας για τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία. Σε μία κοινωνία, δηλαδή, στην οποία το κράτος θα είχε απονεκρωθεί και ο πολίτης θα λειτουργούσε με πλήρη συνείδηση τόσο των δικαιωμάτων, όσο και των καθηκόντων του.

Η συζήτηση για τη Φυσιολογία ξεκίνησε τις 29 Ιουνίου του 1950 και οργανώθηκε από το κρατικό τμήμα προπαγάνδας (Αγκιτ-Προπ) και το τμήμα επιστήμης της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ. Έχοντας την εμπειρία των τριών προηγούμενων συζητήσεων, καθώς και της συζήτησης για τη Γλωσσολογία, που συνέπιπτε χρονικά, ο κομματικός μηχανισμός με υπεύθυνο τον Γιούρι Ζντάνοφ έφερε εις πέρας τη συζήτηση με πλήρη επικράτηση των παβλοφικών επιστημόνων, επικεφαλής των οποίων ήταν οι Κονσταντίν Μπίκοφ και Ανατόλι Ιβάνοφ-Σμολένσκι. Στον απόηχο της συζήτησης για τη Φυσιολογία δημιουργήθηκε επιτροπή που θα επέβλεπε την εκκαθάριση των ερευνητικών και εκπαιδευτικών Ινστιτούτων της Σοβιετικής Ένωσης από τις αντι-παβλοφικές θεωρίες.

Συζήτηση για την Πολιτική Οικονομία (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1951)

Η συζήτηση για την Πολιτική Οικονομία αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας προσπάθειας που είχε ξεκινήσει το 1937, με πρωτοβουλία της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ. Η αξιοσημείωτη αυτή καθυστέρηση είχε δύο βασικές αιτίες. Αφενός η Πολιτική Οικονομία του σοσιαλισμού ήταν ένα παρθένο επιστημονικό πεδίο, αφετέρου οι οικονομολόγοι είχαν μπροστά τους έναν κινούμενο στόχο: ο κόσμος των τελών της δεκαετίας του 1930 διέφερε σημαντικά από τον κόσμο των αρχών της δεκαετίας του 1950. Επιπρόσθετα, σημαντικό ρόλο έπαιζε η απουσία μιας εν ζωή αυθεντίας στην Πολιτική Οικονομία, με αποτέλεσμα οι οικονομολόγοι αντί να παρακολουθούν τις κοσμογονικές εξελίξεις μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αυτοπεριορίζονταν στην ερμηνεία των γραπτών των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Μία Πολιτική Οικονομία του σοσιαλισμού θα αποτελούσε τη θεωρητική βάση της ίδιας της ύπαρξης του σοβιετικού κράτους, στόχος του οποίου ήταν να δημιουργήσει τις οικονομικές προϋποθέσεις για να καταστεί δυνατή η μετεξέλιξη του σοσιαλισμού στον αταξικό κομμουνισμό. Η ηγεσία του ΚΚΣΕ αντιλαμβανόταν ότι μία αξιόπιστη Πολιτική Οικονομία του σοσιαλισμού θα αποτελούσε μια επιστημονική «πυξίδα», που θα καθοδηγούσε τις πολιτικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, το ΚΚΣΕ απαιτούσε από τους σοβιετικούς οικονομολόγους της εποχής να κάνουν για τον σοσιαλισμό εκείνο που είχε κάνει ο Μαρξ για τον καπιταλισμό.

Η πρώτη αποφασιστική ώθηση είχε δοθεί σε συνάντηση εργασίας που είχε ο Στάλιν με ομάδα κορυφαίων οικονομολόγων, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Κονσταντίν Οστροβιτιάνοφ, τον Ιανουάριο του 1941. Σε εκείνη τη συνάντηση ο Στάλιν είχε εκφράσει την ανάγκη για τη δημιουργία ενός εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού, το οποίο δεν θα αναλωνόταν σε στείρο αναμάσημα των κλασικών γραπτών του διαλεκτικού υλισμού. Ο επικεφαλής του ΚΚΣΕ είχε καταστήσει σαφές ότι δεν θα επέτρεπε την μετατροπή του εγχειριδίου σε προπαγανδιστικό κείμενο και απαιτούσε να δοθούν πειστικές απαντήσεις στα πολλά και σημαντικά ανοιχτά θέματα, όπως στον ρόλο των οικονομικών νόμων και στη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων στον σοσιαλισμό.

Μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο και πολλές επακόλουθες καθυστερήσεις, το προσχέδιο του εγχειριδίου ήταν έτοιμο να συζητηθεί ανοιχτά στα τέλη του 1951, κατά τη διάρκεια συνεδρίου που διοργανώθηκε από την κεντρική επιτροπή του ΚΚΣΕ με συμμετοχή 250 οικονομολόγων από όλη τη χώρα. Το συνέδριο κράτησε πέντε εβδομάδες, για να αναδείξει τελικά τα πολλά νέα ερωτήματα που είχαν συσσωρευτεί από τις εξελίξεις των τελευταίων ετών και ουσιαστικά αφορούσαν στην ερμηνεία του μεταπολεμικού κόσμου: ποιες οι επιπτώσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στον καπιταλισμό; πώς επηρεάζει τη Σοβιετική Ένωση η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης; υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι οικοδόμησης του σοσιαλισμού; έχει απομακρυνθεί ο κίνδυνος περικύκλωσης της Σοβιετικής Ένωσης; ποια η φύση του σοσιαλισμού στην Κίνα;

Ο ίδιος ο Στάλιν ασχολήθηκε με τον σχολιασμό των ανοιχτών ερωτημάτων που προέκυψαν από το συνέδριο, αφού μελέτησε τα πρακτικά της συζήτησης για την Πολιτική Οικονομία, τα οποία δεν εκδόθηκαν. Η απόκριση του γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ έφτασε στα χέρια της ομάδας των οικονομολόγων που είχε αναλάβει την αναθεώρηση του προσχεδίου του εγχειριδίου με τη μορφή πολυσέλιδης αναφοράς. Όπως στην περίπτωση της Γλωσσολογίας, ο Στάλιν μπήκε στη διαδικασία να απαντήσει και σε γράμματα οικονομολόγων που είχαν παρακολουθήσει τη συζήτηση. Το εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας του σοσιαλισμού εκδόθηκε, τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1954, 18 μήνες μετά τον θάνατο του Στάλιν και 17 χρόνια από την έναρξη του εγχειρήματος.

Επίμετρο

Η μελέτη των έξι επιστημονικών συζητήσεων ανατέμνει την ιδιαιτερότητα των επιστημολογικών αναζητήσεων στη Σοβιετική Ένωση της περιόδου αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε σχέση με τις αντίστοιχες του «δυτικού κόσμου». Η ανάδειξη του διαλεκτικού υλισμού σε ερμηνευτικό εργαλείο της επιστήμης και μάλιστα όχι μόνο από τους επιστήμονες, αλλά και από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ προβάλλεται στις μέρες μας ως ωμή και, ακόμα χειρότερα, αντιεπιστημονική παρέμβαση στους εσωτερικούς κανόνες της εξέλιξης της γνώσης. Ήταν όμως πραγματικά κάτι τέτοιο; Στους νοσταλγούς της ΕΣΣΔ θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τις συζητήσεις για την Βιολογία και την Φυσιολογία, που σημαδεύτηκαν με επικράτηση αντιεπιστημονικών θεωριών. Στους ορκισμένους πολέμιους της ΕΣΣΔ θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τις συζητήσεις για την Γλωσσολογία και την Πολιτική Οικονομία, στις οποίες το ΚΚΣΕ φάνηκε επιστημονικότερο των επιστημόνων.

Κάποιες εξοχικές κατοικίες του Στάλιν περιστοιχίζονταν από λεμονιές. Αναφέρεται ότι του είχε γίνει εμμονή να τις εγκλιματίσει σε ψυχρά κλίματα, εφαρμόζοντας τις αρχές του Λαμαρκισμού (Ings, 2017). Παρότι ο «κορυφαίος της επιστήμης» δεν κατάφερε να τιθασεύσει τις λεμονιές του, δημιούργησε τις προϋποθέσεις που ανέδειξαν τη Σοβιετική Ένωση πρωτοπόρο σε μια σειρά τεχνολογιών αιχμής. Αβίαστοι, λοιπόν, αφορισμοί ή άκριτες δηλώσεις πίστης προς το σοβιετικό πείραμα αποτελούν είτε προσπάθειες αποπροσανατολισμού είτε συναισθηματικές εκδηλώσεις της πίεσης που ακόμα ασκεί στις κοινωνίες ο εικοστός αιώνας.

Το ότι μπορούμε πια να μιλάμε χωρίς φόβο για το τι έγινε στη Σοβιετική Ένωση δεν αρκεί. Θα χρειαστεί να μάθουμε να μιλάμε και χωρίς πάθος. Στις λιτανείες, λοιπόν, των μυροφόρων που διακοσμούν τον ουρανό με αγγέλους και στις επιδρομές των σκυλευτών που φυτεύουν στη γη δαίμονες, ας βρούμε το θάρρος να αντιπαραθέσουμε την πίστη μας σε αυτό που περιγράφει ο Carr ως «επιστημονική ιστορική έρευνα» (Carr, 2015).

Πηγές

Carr, Edward H. Τί είναι ιστορία; Εκδόσεις Πατάκη 2015, σελ. 150-151. Ings, Simon Stalin and the Scientists: A History of Triumph and Tragedy 1905-1953. Faber and Faber Ltd. 2017, σελ. 190. Pollock, Ethan Stalin and the Soviet Science Wars. Princeton University Press 2008, σελ 113.

* Το άρθρο αποτελεί συνέχεια από το προηγούμενο ΠΡΙΣΜΑ

Short Bio:

Ο Π. Κάβουρας, Δρ. Φυσικός, είναι ερευνητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0