Live τώρα    
25°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
21.1°C27.8°C
3 BF 27%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
24 °C
22.2°C26.1°C
3 BF 43%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
21 °C
17.2°C23.9°C
2 BF 60%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
21.7°C22.8°C
3 BF 64%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
25.0°C25.6°C
3 BF 36%
Επιστημονική δημοσιογραφία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Επιστημονική δημοσιογραφία

ΤΥΠΟΣ

Είναι η επιστήμη ωφέλιμη; Αν η απάντηση είναι θετική, τότε αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη αποτελεί επάγγελμα. Μπορεί, δηλαδή, να εξασφαλίσει ένα εισόδημα και μια σταδιοδρομία. Επίσης, σημαίνει και κάτι άλλο. Η επιστήμη είναι εμπόρευμα. Ως τέτοιο, έχει αξία και αυτή κρίνεται από την προσφορά και ζήτηση. Θα μπορούσε κάποιος/α να ισχυριστεί ότι η παραπάνω περιγραφή είναι αρκετά καπιταλιστική. Φυσικά και είναι. Η επιστήμη είναι προϊόν του καπιταλισμού, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Κατά τον 18ο αιώνα, αρκετοί φυσικοί φιλόσοφοι συνειδητοποίησαν ότι οι νέες πειραματικές πρακτικές αποτελούσαν ευκαιρία για να βιοποριστούν. Η νέα πειραματική φιλοσοφία αποτελούσε μέρος λύσης πρακτικών προβλημάτων, οδηγούσε σε νέες ευρεσιτεχνίες και ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Έως το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι επιστήμες είχαν αποκτήσει πλήρη επαγγελματική αυτονομία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρκετοί επιστήμονες να επιθυμούν να διαδώσουν το έργο τους, καθώς με αυτόν τον τρόπο αποκτούσαν αναγνωρισιμότητα και κύρος, τα οποία μπορούσαν να εξαργυρώσουν και χρηματικά. Πώς θα το έκαναν αυτό; Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου οι ίδιοι επιστήμονες ταξίδευαν προκειμένου να διαδώσουν τις ιδέες τους και να προωθήσουν την έρευνά τους. Οι εφημερίδες δημοσίευαν άρθρα των ομιλιών των επιστημόνων και ήταν σε στενή συνεργασία μαζί τους. Με άλλα λόγια, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και έπειτα, οι επιστήμονες αντιμετώπιζαν την «εκλαΐκευση» ως μέρος της δουλειάς τους. Ήταν μέρος των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων να είναι εξωστρεφείς. Για παράδειγμα, τα μέλη της Αμερικάνικης Ένωσης για την Πρόοδο της Επιστήμης, της κυρίαρχης επιστημονικής εταιρείας στις ΗΠΑ, ήταν διακεκριμένοι επιστήμονες που έγραφαν άρθρα σε περιοδικά δημόσιας κυκλοφορίας.

Μετά τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 20ου αιώνα, οι επιστήμονες έγραφαν λιγότερο σε τέτοιου είδους περιοδικά. Γιατί; Εξαιτίας της μεγάλης εξειδίκευσης, που άρχισε να προκύπτει στα επιστημονικά πεδία, οι επιστήμονες βίωναν έναν εντατικό και εξαντλητικό ανταγωνισμό εντός της επιστημονικής κοινότητας. Πρακτικά, δεν είχαν τον χρόνο για να γράφουν ή να δίνουν συνεντεύξεις σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας. Επίσης, οι επιστημονικές κοινότητες είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν εξαιρετικά δύσκολες τεχνικές γλώσσες. Το μη-εξοικειωμένο και ανειδίκευτο κοινό ήταν αδύνατο να παρακολουθήσει την ορολογία, τη μεθοδολογία και τα προβλήματα που επιχειρούσαν να αντιμετωπίσουν οι επιστήμονες. Υπήρχε και μία άλλη κοινωνική και ταξική παράμετρος που συνέβαλε στη σταδιακή απομάκρυνση των επιστημόνων από τη δημόσια σφαίρα. Η γνώση μίας εξαιρετικά δύσκολης και τεχνικής γλώσσας αποτελούσε ένδειξη κύρους για τους επιστήμονες. Μιλούσαν μία γλώσσα που μόνο η ελίτ μπορούσε να καταλάβει και μία γλώσσα που έκριναν ότι δεν μπορεί να «μεταφραστεί» για το μη-ειδικό κοινό. Αρκετές επιστημονικές εταιρείες διέγραφαν τα μέλη τους, επειδή τολμούσαν να γράψουν εκλαϊκευτικά άρθρα σε περιοδικά που δεν ήταν επιστημονικά. Θεωρούσαν ότι, αν ένας επιστήμονας έγραφε κείμενα για το μη-ειδικό κοινό, αυτό που έκανε ήταν να διαφημίζει τον εαυτό του και να εκχυδαΐζει τις επιστήμες. Αυτό σήμαινε ότι αντέβαινε στο ήθος της επιστημονικής κοινότητας. Επομένως, κάποιος άλλος έπρεπε να παίξει τον ρόλο του αγγελιαφόρου μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας ή, αν θέλετε, του διαφημιστή. Μία νέα επαγγελματική ταυτότητα άρχισε να αναδύεται, εκείνη του δημοσιογράφου των επιστημών.

Η επιστημονική δημοσιογραφία είχε ήδη ξεκινήσει δειλά τα βήματά της από τα τέλη του 19ου αιώνα. Στις απαρχές της είχε δύο χαρακτηριστικά, είτε αφορούσε πρακτικές πληροφορίες (πχ γεωργία ή ιατρική) είτε εντυπωσιακές ιστορίες που τις περισσότερες φορές δεν ήταν αληθείς. Η επιστήμη ήταν, πρωτίστως, ένα μυστηριώδες φαινόμενο που προξενούσε στους αναγνώστες δέος και φόβο. Επίσης, η επιστήμη ταυτιζόταν με την έννοια της προόδου και σχεδόν όλοι οι αρθρογράφοι, που ασχολούνταν με τις επιστήμες, αναπαρήγαγαν την εικόνα ότι η επιστήμη θα αποτελούσε λύση για κάθε πρόβλημα, καθώς και ότι ήταν εξαιρετικά ωφέλιμη για την ανθρωπότητα. Ειδικά στις δεκαετίες 1920 και 1930, οι αρθρογράφοι έμοιαζαν με ιεροκήρυκες της επιστήμης. Αυτή η στάση των αρθρογράφων απέναντι στις επιστήμες είναι παρόμοια με την εικόνα που διαμορφώνει για τις επιστήμες η συντριπτική πλειοψηφία όσων ασχολούνται σήμερα με την επικοινωνία της επιστήμης, ιδίως στην Ελλάδα. Οι δημοσιογράφοι λειτούργησαν ως οι ενδιάμεσοι που θα γεφύρωναν το χάσμα μεταξύ της επιστήμης και του κοινού. Οι δημοσιογράφοι είχαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των επιστημόνων. Γνώριζαν να λένε καλές ιστορίες. Αυτό το πλεονέκτημα άρχισε να εξασθενεί στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν οι επιστήμονες άρχισαν να γίνονται πιο εξωστρεφείς. Πλέον, επιστήμονες και δημοσιογράφοι έγιναν κοινωνοί της επιστήμης. Οι δημοσιογράφοι αντιμετώπιζαν τους επιστήμονες ως πηγές, ενώ οι επιστήμονες αντιμετώπιζαν τους δημοσιογράφους ως κανάλια επικοινωνίας με το μη-ειδικό κοινό. Τι ήταν, επομένως, η επιστημονική δημοσιογραφία έως και το τέλος του αιώνα; Ήταν η έγκυρη επιστημονική γνώση με επικοινωνιακές ικανότητες.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι, κατά τη δεκαετία του 1960, είχε αρχίσει να αναδεικνύεται στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη και μια άλλη διάσταση των επιστημών, η οποία είχε να κάνει με τις πολιτικές διαστάσεις της επιστήμης και τη λήψη πολιτικών αποφάσεων που αφορούσαν τεχνοεπιστημονικά ζητήματα. Άρχισε να διαμορφώνεται μια τεχνοκρατική αντίληψη για τις επιστήμες ότι μπορούν να αποτελέσουν ένα ακριβές και αυστηρό πλαίσιο δικαιολόγησης συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων. Η αρθρογραφία προπαγάνδιζε αυτή τη διάσταση των επιστημών. Σε κάθε περίπτωση, οι επιστήμες διατηρούνταν στο βάθρο τους. Μόλις πρόσφατα, στις δεκαετίες 1990 και 2000, άρχισε να αναδύεται η ιδέα ότι οι δημοσιογράφοι θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν τις επιστήμες με μια πιο κριτική ματιά. Μία νέα γενιά δημοσιογράφων των επιστημών αναδύεται στις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για επαγγελματίες με ευρεία εκπαίδευση στις ανθρωπιστικές επιστήμες, εξαιρετική αντίληψη των φυσικών επιστημών και των νέων τεχνολογιών και ευαισθησίες στην κοινωνική και πολιτική διάσταση της γνώσης. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι πρωτόγνωρα στον κλάδο της δημοσιογραφίας και βρισκόμαστε μόλις στην αρχή μιας νέας επιστημονικής δημοσιογραφίας.

Χρέος της επιστημονικής δημοσιογραφίας δεν είναι να αντιμετωπίζει τις επιστήμες ως προϊόν χωρίς εμπορική αξία. Χρέος της είναι να μην αποτελεί τον διαφημιστή του προϊόντος. Χρέος της νέας επιστημονικής δημοσιογραφίας είναι να αμφισβητεί διαρκώς την ωφελιμότητα αυτού του προϊόντος, όχι για να το απαξιώσει αλλά για να αναδείξει ότι πέρα από την εμπορική αξία υπάρχει και μια άλλη αξία. Πρόκειται για την άυλη αξία που βρίσκεται πίσω από κάθε εγχείρημα γνώσης και είναι αδύνατον να ποσοτικοποιηθεί. Είναι η αξία της ευημερίας. Ο τελικός κριτής κάθε γνωσιακής διαδικασίας είναι κατά πόσο τα αποτελέσματά της κάνουν καλύτερες της ζωές όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων. Αν αυτό δεν προκύπτει, τότε η κριτική πρέπει να είναι αμείλικτη, ακόμη και αν στρέφεται εναντίον των «αλάνθαστων» μαθηματικών μοντέλων και των «τέλειων» φυσικών νόμων.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL