«Οι αναλογίες οδηγούν στην κατάχρηση της ιστορίας, όταν επιδιώκουν την καταδίκη αντί της διευκρίνησης»
Antoon De Baets
Συντονισμένες προσπάθειες σχετικά με την κωδικοποίηση των ηθικών αρχών που οφείλουν να διέπουν την επιστημονική έρευνα ξεκίνησαν λίγο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εντοπισμένες στην ιατρική επιστήμη. Το 1947, στον απόηχο των δικών της Νυρεμβέργης, δημοσιεύτηκε ο Κώδικας της Νυρεμβέργης. Αποτελούσε την απάντηση των νικητών του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στη φρίκη που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις για πειράματα επάνω σε ανθρώπους, που γίνονταν συστηματικά από τη ναζιστική Γερμανία. Αποτέλεσε το πρώτο κείμενο που συνόψιζε ένα πλαίσιο καλών ερευνητικών πρακτικών και κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς στην κλινική έρευνα, το οποίο προοριζόταν να έχει διεθνή εμβέλεια. Μη έχοντας νομική ισχύ αγνοήθηκε, ενώ υπήρξαν και επιστημονικές κοινότητες που τον απαξίωσαν ως «κώδικα των βαρβάρων». Παρόλα αυτά, αποτέλεσε μια σημαντική παρακαταθήκη όχι μόνο για την επιστημονική έρευνα, αλλά και για τη θεσμοθέτηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Επέκταση του Κώδικα της Νυρεμβέργης αποτέλεσε η Διακήρυξη του Ελσίνκι, επίσης μία συλλογή αρχών ηθικής της ιατρικής έρευνας. Εκδόθηκε από την παγκόσμια ιατρική εταιρία το 1964 και η τελευταία αναθεώρησή της έγινε το 2013. Πέραν της ηθικής της έρευνας, ο πρωτοπόρος ρόλος της ιατρικής επιστήμης, ειδικά στην κλινική έρευνα, επεκτείνεται και στο πεδίο της ακεραιότητας της έρευνας - αν και ο συγκεκριμένος όρος δεν έχει ακόμα ευρεία αναγνωρισιμότητα. Για παράδειγμα, η σαφήνεια των πειραματικών πρωτοκόλλων για κλινικές μελέτες ή για βιβλιογραφικές έρευνες αποτίμησης παρεμβάσεων στον τομέα της δημόσιας υγείας αποτελούν πρότυπα για όλα τα υπόλοιπα επιστημονικά πεδία. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας για να ξεκινήσουν συντονισμένες προσπάθειες δημιουργίας κωδίκων δεοντολογίας για τις Ανθρωπιστικές, Κοινωνικές και Θετικές Επιστήμες με πανευρωπαϊκή εμβέλεια.
Καταλύτης για τις εξελίξεις είναι τα χρηματοδοτικά προγράμματα-πλαίσια για την έρευνα στην Ευρώπη, που απαιτούν ευρείες διακρατικές και διεπιστημονικές συνεργασίες, συνεπώς και ένα κοινό πλαίσιο αρχών, τόσο για την ηθική όσο και για την ακεραιότητα στην έρευνα. Παράδειγμα αποτελεί ο Κώδικας Δεοντολογίας για τις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες που εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2018. Αυτός ο κώδικας σταχυολογεί τις επίμαχες, από πλευράς ηθικής και ακεραιότητας, πρακτικές λήψης εμπειρικών δεδομένων, όπως έρευνα που βασίζεται σε δεδομένα που αντλούνται από μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή από ευάλωτους πληθυσμούς (όπως πρόσφυγες σε δομές φιλοξενίας) ή χωρίς χρήση ενήμερης συγκατάθεσης (όπως η συγκαλυμμένη έρευνα). Σε κάθε περίπτωση απαριθμεί τα πρακτικά βήματα που πρέπει να ακολουθήσει ένας ερευνητής, ώστε οι πρακτικές του να εμπίπτουν εντός του πλαισίου ηθικών αρχών που επισήμως διακηρύττει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε αντίστιξη με τα παραπάνω, υπάρχει ένας πασίγνωστος ερευνητικός χώρος που δεν έχει λάβει της προσοχής που του αρμόζει: αυτός της ιστορίας. Παρότι οι ιστορικοί αποτελούν ίσως τους πιο στοχαστικούς επάνω στην επιστήμη τους ερευνητές, με τους περισσότερους μεγάλους ιστορικούς να έχουν δημοσιεύσει εκτενέστατες μελέτες για το τι αποτελεί υπεύθυνη προσέγγιση της ιστορίας, δεν υπάρχει ένας ευρέως αποδεκτός κώδικας δεοντολογίας, με ευρωπαϊκή απήχηση, για την ιστορική έρευνα και την ιστοριογραφία. Επίσης, υπάρχει πλήρης αφωνία επάνω σε ζητήματα ακεραιότητας στην ιστορική έρευνα, τουλάχιστον με τον τρόπο που αυτά συζητιούνται και αναπτύσσονται, για παράδειγμα, στην ιατρική, την κοινωνική ψυχολογία ή την αρχαιολογία.
Στην περίπτωση της ιστορίας, ενδεχομένως εγείρονται δυσκολίες από το γεγονός ότι είναι εμπειρική επιστήμη, σε αντίθεση με επιστήμες που εφαρμόζουν επαγωγικό συλλογισμό, όπως τα μαθηματικά ή εκείνες που εφαρμόζουν πειραματικές μεθόδους και μαθηματική επεξεργασία των αποτελεσμάτων τους, όπως η βιολογία. Επίσης, το ότι τα συμπεράσματα της ιστορικής έρευνας δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν - παρότι οι ιστορικοί κάνουν χρήση ποσοτικών δεδομένων - φαίνεται να καθιστά τις γενικότερες συζητήσεις για «κρίση επαναληψιμότητας» μη σχετικές. Κακές πρακτικές όπως η γενίκευση, ο ιστορικός αναχρονισμός ή η ιδεολογική προκατάληψη δύσκολα μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, έτσι ώστε να υπολογιστεί το εύρος της επίδρασης που έχουν στα συμπεράσματα ενός ιστορικού.
Υπάρχει όμως και η άποψη ότι η μελέτη της επαναληψιμότητας γενικά στις ανθρωπιστικές επιστήμες και ειδικά στην ιστορία είναι εφικτή. Για την ώρα όμως τέτοιες απόψεις δεν τυχαίνουν ευρείας αποδοχής. Όποια και να είναι η σωστή προσέγγιση, δημόσιες συζητήσεις γύρω από την υπεύθυνη ιστοριογραφία ή για την «κρίση της επαναληψιμότητας» στις ιστορικές μελέτες είτε μένει περιορισμένη στον ακαδημαϊκό κύκλο είτε είναι τόσο ιδεολογικά φορτισμένη που εκφυλίζεται σε πολιτική αντιπαράθεση, χωρίς ίχνος επιστημονικότητας.
Η Ευρώπη, μετά τον κατακλυσμιαίο αιώνα που πέρασε, θα αναμενόταν να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στην κωδικοποίηση και στην ευρύτερη επικοινωνία γενικά αποδεκτών μεθοδολογιών επάνω στην ιστοριογραφία. Άλλωστε, η ιστορία δεν αποτελεί ένα περιθωριακό γνωστικό πεδίο, που δεν αφορά παρά ελάχιστους ακαδημαϊκούς ερευνητές. Για παράδειγμα, το Σεπτέμβριο του 2019 το ευρωκοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα για «τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης». Το ψήφισμα αυτό προβάλλει Ναζιστική Γερμανία και Σοβιετική Ένωση ως συνυπεύθυνες για την έναρξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, χρησιμοποιώντας το ευρύτερο πλαίσιο της «θεωρίας των δύο άκρων» ως ερμηνευτικό εργαλείο ενός ιστορικού γεγονότος.
Θα ήταν αφελής ο ισχυρισμός ότι ένας ευρωπαϊκός κώδικας δεοντολογίας για την ιστορία θα ακύρωνε αυτόματα μικρές ή μεγάλες επιστημονικές παρεκβάσεις, πολύ περισσότερο ότι θα εμπόδιζε την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. Θα μπορούσε όμως να βάλει την ιστοριογραφία πιο φανερά μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης προβληματικής της ακεραιότητας της έρευνας και, ίσως, με αυτόν τον τρόπο να κέρδιζε λίγο έδαφος η ιστορία ως επιστήμη, σε βάρος της ιστορίας ως πολιτικό εργαλείο.
Υπάρχει, βεβαίως, και η επιλογή να ενστερνιστούμε την άποψη ότι το παρελθόν είναι μη γνώσιμο. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως ας είμαστε προετοιμασμένοι να συνεχίζουμε να ζούμε με τις μετενσαρκώσεις των τεράτων του παρελθόντος, τρέφοντας φρούδες ελπίδες πως οι τραγωδίες του εικοστού αιώνα θα επαναληφθούν στον εικοστό πρώτο μόνο ως κωμωδίες.
* Ο Π. Κάβουρας, Δρ. Φυσικός, είναι ερευνητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου