Live τώρα    
Μαγεία και οικονομία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μαγεία και οικονομία

Η Μαργκαρέτα Χένιν είχε κακή φήμη. Οι γείτονές της στο Κόμπουργκ της Θουριγγίας στη Γερμανία την απεχθάνονταν επειδή ήταν νεόπλουτη και εξαιρετικά φιλάργυρη. Έζησε στον 16ο αιώνα και κατηγορήθηκε ότι ήταν μάγισσα που είχε συχνές συναντήσεις με έναν δράκο. Οι γείτονες πίστευαν ότι η οικονομική της συμπεριφορά ήταν στενά συνδεδεμένη με τις επισκέψεις του δράκου. Το εύλογο ερώτημα είναι: Γιατί έμοιαζε τόσο αυτονόητη η σχέση μαγείας και φιλαργυρίας;

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μισοί από τους ανθρώπους που εκτελέστηκαν μετά από κατηγορίες για μαγεία, κατά τους πρώιμους νεότερους χρόνους (16ος και 17ος αιώνας), βρίσκονταν στη Γερμανία. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τον συσχετισμό μεταξύ οικονομικής συμπεριφοράς και μαγείας, πρέπει να κάνουμε μία διάκριση με τους όρους της εποχής. Υπήρχε η «αληθινή μαγεία» και η «φαντασιακή μαγεία». Η αληθινή μαγεία ήταν εκείνη που ασκούταν από τους καθημερινούς ανθρώπους. Στην προβιομηχανική Ευρώπη η μαγεία ήταν μέρος της καθημερινότητας, περίπου όπως και η θρησκεία. Οι άνθρωποι ασκούσαν μαγεία στη γεωργία, είχαν φυλαχτά για να προστατεύουν τα χωράφια και τη σοδειά τους, ενώ είχαν και μαγικές συνταγές για θεραπείες από αρρώστιες (γιατροσόφια θα τα λέγαμε σήμερα). Τεχνίτες πόλεων και έμποροι χρησιμοποιούσαν την οικονομική μαγεία για να αυξήσουν τον πλούτο τους.

Από όλες τις μορφές μαγείας, η μαγεία που σχετιζόταν με το κυνήγι θησαυρών είχε τη μεγαλύτερη οικονομική σημασία. Οι κυνηγοί θησαυρών είχαν βιβλία με ξόρκια, μαντικά ραβδιά φτιαγμένα από διαφορετικά είδη ξύλου, περιδέραια να τους προστατεύουν από διαβολικά πνεύματα, μολύβδινους πίνακες με μαγικά σύμβολα, μαγικά ξίφη με τα οποία χάραζαν μαγικούς κύκλους στο έδαφος και πολλές άλλες πρακτικές. Οι περισσότεροι θησαυροί θεωρούνταν ότι προστατεύονται από κάποιο πνεύμα και οι κυνηγοί θησαυρών προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί τους. Η αποδοκιμασία των εκκλησιαστικών αρχών ήταν έντονη, καθώς οι κυνηγοί επιχειρούσαν να καλέσουν αγγέλους, αγίους, φαντάσματα νεκρών, ακόμη και δαίμονες. Οι κυνηγοί θησαυρών ήταν χιλιάδες σε όλη την Ευρώπη και σχεδόν όλοι επιχειρούσαν να χρησιμοποιήσουν μαγεία. Ωστόσο, ελάχιστοι κατηγορήθηκαν επίσημα. Στη χειρότερη περίπτωση, πλήρωναν ένα πρόστιμο ή έκαναν κάποια εργασία για μερικές μέρες. Οι καθημερινοί άνθρωποι δεν θεωρούσαν καν ότι η μαγεία των θησαυρών ήταν μαγεία. Δεν θεωρούσαν ότι συνιστούσε μεμπτή πράξη.

Πέρα, όμως, από αυτές τις μορφές μαγείας, υπήρχε και η φαντασιακή μαγεία των μάγων/μαγισσών. Από τον Ύστερο Μεσαίωνα (12ος αιώνα) και έπειτα, το έγκλημα της μαγείας προσδιοριζόταν ως εξής: συμφωνία με τον Διάβολο, σεξουαλική συνεύρεση με δαίμονες, πτήση με μαγικά μέσα, ο χορός των μαγισσών (το περίφημο sabbath) και κακόβουλη μαγεία. Για παράδειγμα, πολλές φορές οι μάγοι/μάγισσες κατηγορούνταν ότι έπλητταν την οικονομία, επειδή προκαλούσαν με μαγικά μέσα χαλάζι, παγετό και καταιγίδες για να κάνουν κακό στα ζώα και στις σοδειές. Το προβληματικό σημείο σε αυτές τις κατηγορίες είναι ότι δεν είχαν κανένα όφελος από τέτοιες πράξεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν και αυτοκαταστροφικό γιατί έκαναν κακό και στα δικά τους χωράφια. Η κατηγορία, επομένως, ήταν ότι οι μάγοι/μάγισσες υπέκυπταν στις προσταγές δαιμόνων χωρίς να έχουν κανένα οικονομικό όφελος.

Υπήρχαν, όμως, και εξαιρέσεις. Όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος έγραψε ένα σύντομο κείμενο για την οικονομική μαγεία, ξεκίνησε τον σχολιασμό του αναφερόμενος στις «νύφες του δράκου» (Drachenbräute). Ο δράκος ήταν ένα οικείο πνεύμα που έμπαινε στα σπίτια από παράθυρα ή καμινάδες και έφερνε στην ερωμένη του χρήματα ή αγαθά, όπως σιτάρι, γάλα ή βούτυρο. Ο δράκος έφερνε αγαθά και όλες οι ιστορικές πηγές που έχουμε επιβεβαιώνουν το εξής σημαντικό στοιχείο: Οτιδήποτε έφερνε ο δράκος, το είχε κλέψει από κάποιον άλλο. Η «δρακόνια μαγεία» είχε να κάνει αποκλειστικά με κλοπή. Ο δράκος άρχισε να ταυτίζεται στο μυαλό των ανθρώπων με τον Διάβολο. Αυτό είχε ως συνέπεια αρκετές πλούσιες γυναίκες να κατηγορηθούν ότι ήταν ακόλουθοι του Σατανά. Οι περισσότεροι που κατηγορήθηκαν για δρακόνια μαγεία ήταν άνδρες, οι οποίοι ήταν εξαιρετικά φιλάργυροι και επωφελήθηκαν από τις αγροτικές κρίσεις στον 16ο και 17ο αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μάρτιν Γκέρμπερ, ενός εμπόρου και δημάρχου στην πόλη Χορμπ του Γερμανικού δουκάτου της Σουηβίας. Αφού έκανε περιουσία στο εμπόριο, αποφάσισε να ασχοληθεί με την παραγωγή μπύρας. Ήταν εξαιρετικά επιτυχημένος, εκτόπισε τις άλλες μικροζυθοποιίες και οδήγησε σε αύξηση της τιμής του κριθαριού, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα και την αύξηση της τιμής του ψωμιού. Οι πιο φτωχοί κάτοικοι βρέθηκαν σε δυσχερή θέση και ο Γκέρμπερ κατηγορήθηκε για δρακόνια μαγεία.

Έχουμε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Οι κυνηγοί θησαυρών δεν κατηγορούνταν σχεδόν ποτέ για μαγεία, παρόλο που την ασκούσαν. Οι πλούσιοι και πλούσιες κατηγορούνταν για δρακόνια μαγεία και συμφωνία με τον Διάβολο, παρόλο που δεν χρησιμοποιούσαν μαγεία. Η διαφορά είναι ότι η δεύτερη κατηγορία ήταν ήδη πλούσια. Ο πλούτος τους δημιουργούσε τη φήμη της μαγείας και όχι το ανάποδο. Οι κυνηγοί θησαυρών ήταν σχεδόν πάντα άνδρες. Οι άνθρωποι που κατηγορούνταν ότι ασκούν δρακόνια μαγεία ήταν και άνδρες και γυναίκες και τις περισσότερες φορές άνδρες. Είχαν όλες και όλοι τους ένα κοινό: την κοινωνική κινητικότητα. Οι μάγισσες και μάγοι δεν ήταν απλώς πλούσιοι. Ήταν νεόπλουτοι. Αυτό ήταν πρόβλημα γιατί ανέρχονταν σε άλλη κοινωνική και οικονομική τάξη από εκείνη που «κανονικά» ανήκαν. Στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες η εργασία δεν ήταν εμπόρευμα αλλά αποτελούσε μια κοινωνική υποχρέωση. Δεν παραγόταν, δηλαδή, νέος πλούτος επειδή το κεφάλαιο αγόραζε εργατική δύναμη. Αντιθέτως, υπήρχε η άποψη ότι όποιος έχει επιπλέον αγαθά τα στερεί από κάποιον άλλο.

Οι κυνηγοί θησαυρών είναι εξαιρετικό παράδειγμα, γιατί δεν ήταν άνθρωποι που εργάζονταν παραπάνω για να παράγουν περισσότερο πλούτο. Επιδίωκαν να πλουτίσουν μέσω μαγείας. Αντιμετώπιζαν φαντάσματα και δαίμονες, οι οποίοι τους έδιναν θησαυρούς που δεν τους έπαιρναν από άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν είχαν ιδιαίτερες τιμωρίες. Από την άλλη, όμως, οι μάγισσες και μάγοι της δρακόνιας μαγείας χρησιμοποιούσαν-υποτίθεται-μαγεία που στερούσε τον πλούτο από άλλους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό φαινόταν στη συμπεριφορά τους εντός της κοινωνίας. Επιδίωκαν, δηλαδή, να πλουτίσουν και εκδήλωναν την απληστία τους με κάθε τρόπο στην οικονομική τους συμπεριφορά (όπως ο παραγωγός μπύρας που είδαμε παραπάνω), χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη της κοινότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε προτεσταντικές κοινωνίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, επίσης, ότι η απληστία ήταν ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Αν ήσουν, επομένως, άπληστος, ήταν εξαιρετικά πιθανό να είσαι μάγος ή μάγισσα και ότι ήθελες να κάνεις κακό στους συνανθρώπους σου στερώντας τους πολύτιμα αγαθά.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι δίκες των μαγισσών και μάγων πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τις αξίες και τους κώδικες συμπεριφοράς των τοπικών κοινοτήτων. Οι τιμωρίες που προέκυπταν από τις δίκες αφορούσαν την κοινωνική και οικονομική συμπεριφορά και όχι τις ίδιες τις μαγικές πρακτικές. Για να επιστρέψουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, η Μαργκαρέτα Χένιν προκάλεσε τα κυρίαρχα πρότυπα της εποχής, τα οποία υπαγόρευαν να μένουν οι άνθρωποι στη θέση που είχε ορίσει για εκείνους ο Θεός. Βρέθηκε ένοχη στις κατηγορίες μαγείας και κάηκε στην πυρά το 1580. Μην ξεχνάμε ότι ήταν και γυναίκα.

Πηγές:

https://aeon.co/essays/how-economic-behaviour-drove-witch-hunts-in-pre-modern-germany

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0