Στην Ευρώπη η χρηματοδότηση εφαρμοσμένης έρευνας, με κυριότερους εκπροσώπους τα γιγάντια προγράμματα-πλαίσιο, επιβάλλει ευρείες συνεργασίες. Συνεργασίες που φέρνουν κοντά δεκάδες Πανεπιστήμια, Ερευνητικά Κέντρα και δίκτυα επιστημόνων από όλες τις γωνιές της Ευρώπης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από όλες τις γωνιές του κόσμου. Ποιοι είναι όμως οι λόγοι που οδηγούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε τέτοιες πολιτικές, σε πείσμα των μεγάλων οργανωτικών δυσκολιών που τις χαρακτηρίζουν; Παρακάτω παρουσιάζεται ο πιο άμεσα συσχετιζόμενος με την επιστήμη λόγος. Μπορεί να μην είναι ο πιο καθοριστικός για αυτές τις πολιτικές αποφάσεις, φαντάζει όμως ως ο πιο ευεργετικός για την ευρωπαϊκή ερευνητική κοινότητα.
Ο εκδοτικός οίκος Elsevier κατέγραψε την απήχηση δυόμιση εκατομμυρίων δημοσιεύσεων που εκδόθηκαν το 2013 σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Η απήχηση μετρήθηκε από το πλήθος των αναφορών που έλαβαν αυτές οι δημοσιεύσεις τα επόμενα 3 χρόνια και χρησιμοποιήθηκε ως μέτρο της ποιότητας της έρευνας. Βρέθηκε ότι οι χώρες που προηγούνται σε απόλυτα νούμερα στις «διεθνείς δημοσιεύσεις», δηλαδή σε εκείνες που η συγγραφική ομάδα έχει ερευνητές που εργάζονται σε παραπάνω από μία χώρα, είναι οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Κίνα. Όταν όμως αποτυπώνεται το ποσοστό των διεθνών δημοσιεύσεων, κάτι που αντικατοπτρίζει την εξωστρέφεια μιας χώρας στην έρευνα, προηγείται η Ελβετία, το Βέλγιο και η Σιγκαπούρη. Εάν, μάλιστα, προσμετρηθεί ο μέσος όρος της απήχησης των διεθνών δημοσιεύσεων, οι χώρες που προηγούνται είναι η Σιγκαπούρη, οι ΗΠΑ και η Σουηδία.
Στο διάγραμμα φαίνεται ότι η εξωστρέφεια σχετίζεται με την απήχηση της παραγόμενης έρευνας (οι μονάδες των αξόνων δεν αναγράφονται για λόγους απλότητας). Η γενική τάση παρουσιάζεται με την κόκκινη διακεκομμένη ευθεία. Ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αποτελεί η υψηλή απήχηση της έρευνας μικρών χωρών, που βρίσκονται στο άνω δεξί μέρος του διαγράμματος, όπως η Σιγκαπούρη, η Ελβετία, η Ιρλανδία και η Αυστρία. Στο κάτω αριστερό μέρος του διαγράμματος βρίσκονται οι χώρες με χαμηλή εξωστρέφεια και απήχηση, όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία. Ένα, ενδεχομένως, αναπάντεχο αποτέλεσμα της ίδιας έρευνας είναι ότι η απήχηση της ερευνητικής παραγωγής μιας χώρας δεν συνδέεται με το ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται στην έρευνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ν. Κορέα, που διαθέτει στην έρευνα ένα από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ στον κόσμο.
Αξιοσημείωτη εξαίρεση στη σχέση απήχησης-εξωστρέφειας αποτελούν οι ΗΠΑ. Παρότι δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτη εξωστρέφεια, η έρευνα που παράγουν έχει υψηλή απήχηση. Αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, σχετίζεται με το μεγάλο μέγεθος της τοπικής ερευνητικής της κοινότητας και με το γεγονός ότι η πλειοψηφία των καινοτόμων εταιριών υψηλής τεχνολογίας δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ. Επίσης, ένα ενδεχομένως παραπλανητικό αποτέλεσμα είναι η θέση της Ρωσίας· χαμηλή απήχηση δε σημαίνει απαραιτήτως έρευνα χαμηλής ποιότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδεχομένως σχετίζεται με πολιτικές επιλογής των τομέων έντασης της έρευνας, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι η Ρωσία παράγει προϊόντα στρατιωτικών εφαρμογών εξαιρετικά υψηλής τεχνολογίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απήχηση της Ευρώπης συνολικά έχει ξεπεράσει αυτή των ΗΠΑ, οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ την απήχηση των δημοσιεύσεων της Κίνας.
Πέραν της απήχησης, υπάρχουν ενδείξεις ότι διακρατικές συνεργασίες έχουν θετικό αντίκτυπο και στην αξιοπιστία της έρευνας, που αποτελεί πιο ακριβές μέτρο της ποιότητάς της. Το ερευνητικό πρόγραμμα ReFRESH ανέλυσε την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων 53.000 κλινικών δοκιμών, χρησιμοποιώντας τους λεγόμενους δείκτες RoB (Risk of Bias), που έγιναν τα τελευταία 5 χρόνια από πανεπιστήμια όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28. Χονδρικά, 10.000 κλινικές δοκιμές έγιναν αποκλειστικά από επιστήμονες Βρετανικών πανεπιστημίων, 40.000 έγιναν από επιστήμονες της ηπειρωτικής Ευρώπης, ενώ 3.000 έγιναν από επιστήμονες που εργάζονταν σε πανεπιστήμια που βρίσκονταν και από τις δυο μεριές της Μάγχης. Το ReFRESH βρήκε ότι αυτές οι 3.000 κλινικές δοκιμές είχαν ξεκάθαρα μικρότερη πιθανότητα μεθοδολογικών προκαταλήψεων, ήταν δηλαδή πιο αξιόπιστες, σε σχέση με εκείνες που διενεργήθηκαν από πανεπιστήμια που βρίσκονταν είτε αποκλειστικά στην ηπειρωτική Ευρώπη είτε αποκλειστικά στη Μεγάλη Βρετανία.
Τί μας δείχνουν τα παραπάνω; Αν προσμετρήσουμε ότι η Ευρώπη συνολικά παρουσιάζει τη μεγαλύτερη απήχηση και, παράλληλα, τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια από τις υπόλοιπες ηπείρους, φαίνεται να καρπώνεται τα οφέλη των ευρέων συνεργασιών που συμμετέχει. Κατά τα φαινόμενα, η επιμονή των προγραμμάτων-πλαισίων σε ευρείες συνεργασίες φαίνεται να έχει λογική.
Αφού όμως χειροκροτήσουμε το παραπάνω θετικό για την Ευρώπη γεγονός, καλό είναι να σκεφτούμε και τα εξής. Πρώτον, ας μη ξεχνάμε ότι η συσχέτιση εξωστρέφειας με υψηλή απήχηση και αξιοπιστία δε σημαίνει απαραιτήτως αιτιακή σχέση. Παρότι είναι ευλογοφανές ότι η ανταλλαγή ιδεών, που πολλαπλασιάζεται με τις συνεργασίες, ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα, μια πειστική ερμηνεία μας διαφεύγει. Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι η κατάσταση είναι δυναμική: η απήχηση των ΗΠΑ βρίσκεται σε αργή πτώση, της Ευρώπης είναι σταθερή, ενώ εκείνη της Κίνας αυξάνεται γοργά. Τρίτον, οι εξαιρέσεις που αναφέραμε, όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία, καθώς και η άνοδος της Κίνας, προδίδουν και τους περιορισμούς της παραπάνω ανάλυσης. Χώρες με μεγάλες εσωτερικές αγορές, πολυδάπανα εγχώρια ερευνητικά προγράμματα, στρατηγική προσήλωση στην εσωστρέφεια και μεγάλη στρατιωτική βιομηχανία φαίνεται να αποτελούν, η κάθε μία ξεχωριστά, ένα ιδιαίτερο ερευνητικό οικοσύστημα.
Για τις υπόλοιπες μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, η εξωστρέφεια στην έρευνα φαίνεται έχει θετικό πρόσημο. Δεν θα πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία, ως κοινωνία, να ωφεληθούμε τα μέγιστα και να απολαύσουμε, ως ερευνητές, τη συγκυρία× όσο αυτή κρατάει.
* Ο Π. Κάβουρας, Δρ. Φυσικός, είναι ερευνητής στο Εργαστήριο Προηγμένων, Σύνθετων, Νανοϋλικών & Νανοτεχνολογίας (RNanoLab) της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.