«Έφτασε όντως στα αφτιά μας, δίνοντας μας μεγάλη θλίψη, ότι στις... [ακολουθεί μακρά λίστα με διάφορες χώρες] πολλοί άνθρωποι και των δύο φύλων, αδιαφορώντας για τη σωτηρία τους, απομακρύνθηκαν από την Καθολική πίστη και εγκατέλειψαν τους εαυτούς τους στους δαίμονες.»
Και τα δύο παραπάνω αποσπάσματα αναφέρονται στην αστρολογία. Το πρώτο απόσπασμα είναι από ένα συλλογικό κείμενο που είχε κυκλοφορήσει το 1975 στο περιοδικό Humanist και είχε τις υπογραφές 186 επιστημόνων και φιλοσόφων, μεταξύ των οποίων οι δεκαοχτώ είχαν βραβείο Νόμπελ. Σε αυτό το κείμενο αναδεικνύονται κάποιες αξίες της επιστήμης, όπως η αντικειμενικότητα, η λογική και η αμεροληψία με έναν πλήρως αξιωματικό τρόπο και με τον ισχυρισμό ότι αυτές οι αξίες δεν εμπεριέχονται στην αστρολογία. Το δεύτερο απόσπασμα είναι από το μεσαιωνικό κείμενο Malleus Maleficarum, το οποίο είχε τυπώσει η Καθολική Εκκλησία το 1474. Αυτό το βιβλίο, γνωστό και ως «Σφυρί των Μαγισσών», αποτελούσε ένα εγχειρίδιο που αφορούσε τις μάγισσες και τις πρακτικές τους. Σε αυτό το βιβλίο βασίζονταν και οι ιεροεξεταστές, προκειμένου να εξακριβώσουν περιπτώσεις ανθρώπων-κυρίως γυναικών-που κατηγορούνταν για μαγεία. Είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο, όπου μπορεί κανείς να δει αναλυτικές περιγραφές φαινομένων και πιθανές αιτίες για την εμφάνισή τους. Για κάθε περίπτωση, υπάρχουν επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα και επιτρέπουν στους αναγνώστες να κρίνουν την ερμηνεία ενός φαινομένου. Ακόμη και οι θεολογικές ερμηνείες σε ζητήματα αίρεσης είναι εξαντλητικές και δεν υποτιμούν τα υπό εξέταση ζητήματα ούτε προβαίνουν σε βεβιασμένα συμπεράσματα. Αν εξετάσει κανείς τα δύο κείμενα, μπορεί να καταλήξει με βεβαιότητα στο εξής συμπέρασμα: Παρά τις ομοιότητες στη ρητορική, οι συγγραφείς του μεσαιωνικού κειμένου γνωρίζουν πολύ καλύτερα αυτό με το οποίο ασχολούνται.
Για παράδειγμα, στο κείμενο του 1975 αναφέρεται ότι οι σύγχρονες επιστήμες της αστρονομίας και της διαστημικής φυσικής δεν υποστηρίζουν θέσεις της αστρολογίας, όπως ότι τα ουράνια φαινόμενα επηρεάζουν με διάφορους τρόπος τον άνθρωπο. Αυτό, ωστόσο, δεν ισχύει. Για παράδειγμα, η ατμόσφαιρα του Ήλιου, η οποία εκτείνεται πέρα από τα όρια του ηλιακού μας συστήματος, επηρεάζει με διάφορους τρόπους όλους τους πλανήτες. Επίσης, ακόμη και η σχετική θέση των πλανητών, επηρεάζει την ηλιακή δραστηριότητα. Δεν είναι σκοπός του παρόντος άρθρου να αναφερθεί σε φυσικούς μηχανισμούς, με τους οποίους ο Ήλιος ή η Σελήνη επιδρούν σε διάφορα φυσικά φαινόμενα (πχ παλίρροιες), αλλά να σημειώσει ότι ο βεβιασμένος ισχυρισμός των επιστημόνων ήταν μάλλον άστοχος και εκτέθηκαν απέναντι στην ίδια τους την κοινότητα.
Το κείμενο του 1975 αναφέρει ότι η αστρολογία δέχτηκε το τελειωτικό της χτύπημα όταν ο Κοπέρνικος (1473-1543) αντικατέστησε το Πτολεμαϊκό σύστημα με το δικό του. Αυτή η εκτίμηση είναι απλώς εσφαλμένη. Ο Κοπέρνικος επιθυμούσε να βελτιώσει την αστρολογία και θεωρούσε, μεταξύ άλλων, ότι η αντικατάσταση του γεωκεντρικού κόσμου με έναν ηλιοκεντρικό θα βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο ισχύει και για τον αστρονόμο Γιοχάνες Κέπλερ (1571-1630), ο οποίος θεωρούσε ότι η αστρονομία θα έλυνε σοβαρά προβλήματα της αστρολογίας. Είναι γνωστό, επίσης, ότι και ο Γαλιλαίος (1564-1642) έφτιαχνε ωροσκόπια και ζωδιακούς χάρτες. Η ιστορία της επιστήμης τους διαψεύδει πανηγυρικά. Η νέα επιστήμη, δηλαδή, του 17ου αιώνα όχι μόνο δεν βρισκόταν στους αντίποδες της αστρολογίας αλλά, αντιθέτως, επιχειρούσε να την αναμορφώσει. Στο άρθρο του 1975 αναφερόταν, μάλιστα, ότι η αστρολογία ανήκε στην ιστορία της μαγείας και όχι στην ιστορία της επιστήμης. Εκείνη την περίοδο, τα όρια μεταξύ μαγείας και μελέτης της φύσης ήταν αρκετές φορές δυσδιάκριτα ή και επικαλυπτόμενα. Κατά συνέπεια, δεν έχει καμία ιστορική εγκυρότητα μια τέτοια ερμηνεία.
Η σύγκριση μεταξύ αστρολογίας και επιστήμης είναι άστοχη. Στερείται νοήματος, όπως και οι συγκρίσεις μεταξύ επιστημών και θρησκειών. Είναι σαν να συγκρίνει κανείς μήλα με πορτοκάλια. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε ερώτημα που εκκινεί από μια συγκριτική αποτίμηση είναι καταδικασμένο να μην αποφέρει καμία ουσιαστική απάντηση. Ακόμη πιο προβληματικό στη σημερινή εποχή είναι πως τα επιχειρήματα της επιστήμης συνεχίζουν να έχουν την ίδια ποιότητα με εκείνα του κειμένου του 1975. Αρκετοί επιστήμονες, εκπαιδευτικοί και εκλαϊκευτές των επιστημών καταφέρονται εναντίον της αστρολογίας με όρους ανάλογους εκείνων που επικρίνουν. Επικαλούνται αξιωματικά συγκεκριμένες αξίες, όπως την αλήθεια, τον ορθολογισμό και την αντικειμενικότητα, σαν να έχει η επιστήμη τα αποκλειστικά δικαιώματα σε αυτές τις αξίες. Ένας αστρολόγος δεν θα ασχολείτο ποτέ με την αστρολογία αν θεωρούσε ότι είναι αναληθής, ανορθολογική ή υποκειμενική. Δεν θα αποζητούσε κανείς τις υπηρεσίες του αν ίσχυε κάτι τέτοιο, εκτός αν θεωρούμε ότι ένας αστρολόγος είναι καταστατικά απατεώνας. Αυτή, όμως, είναι μία εικασία που μπορούμε να κάνουμε για οποιονδήποτε άνθρωπο, ακόμη και νομπελίστα.
Το διακύβευμα, ωστόσο, βρίσκεται αλλού και αν θέλουμε να το διερευνήσουμε οφείλουμε να εξετάσουμε την ίδια την αστρολογία. Αν δούμε την αστρολογία με ανθρωπολογικούς όρους και όχι επιστημονικούς ή φιλοσοφικούς, θα διαπιστώσουμε ότι η αστρολογία επιχειρεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Κάθε διανοητική δραστηριότητα επιδιώκει να ερμηνεύσει ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας. Κατά πόσο είναι επιτυχής, αποτελεί ένα άλλο ζήτημα. Οποιαδήποτε αξιολόγηση πρέπει να ξεκινάει από τα κριτήρια και τους γνωσιακούς όρους που θέτει το εκάστοτε εγχείρημα. Αν δούμε τους όρους και τα κριτήρια της αστρολογίας στη σημερινή εποχή, θα διαπιστώσουμε ότι η αστρολογία έχει εκπληκτικές ομοιότητες με την αστρολογία του πρώιμου Μεσαίωνα. Κληρονόμησε ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες ιδέες από τη μεσαιωνική αστρολογία αλλά τις παραποίησε και τις αντικατέστησε με καρικατούρες που προσαρμόστηκαν στην περιορισμένη κατανόηση όσων την ασκούσαν και την ασκούν σήμερα. Η αστρολογία σταμάτησε να παράγει νέα γνώση για την πραγματικότητα, παρά μόνο να αναπαράγει με έναν στείρο τρόπο μια τελετουργική διαδικασία γνώσης από την οποία δεν προκύπτει νέα γνώση. Η αστρολογία, στη μορφή που έχει, αποτελείται από κανόνες και έννοιες που προορίζονται να πείσουν όσες και όσους δεν γνωρίζουν αστρολογία. Η στασιμότητα της αστρολογίας είναι ο πραγματικός λόγος που σταμάτησε να παράγει νέα γνώση.
Αρκετοί επιστήμονες, όμως, δεν αρθρώνουν αυτή την κριτική. Αντιθέτως, αυτό που κάνουν είναι να επιτίθενται στη βασική παραδοχή της αστρολογίας ότι αποτελεί ερμηνεία της πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, μετατρέπουν σε καρικατούρες και τις δικές τους παραδοχές, που και αυτές αφορούν την ερμηνεία της πραγματικότητας. Να υποστηρίζει κανείς ότι έχει την αλήθεια και ο απέναντί του είναι ανόητος, περισσότερο οδηγεί σε υπονόμευση του δικού του εγχειρήματος παρά το αντίθετο. Ο αξιωματικός λόγος, άλλωστε, είναι ένδειξη ηγεμονικής και επεκτατικής διάθεσης και όχι πραγματικού διαλόγου. Επομένως, δύο επιλογές υπάρχουν: είτε η επιστήμη να μην διεκδικεί την προτεραιότητα και απόλυτη ηγεμονία για αξίες που δεν προκύπτουν από τη «φύση» της, είτε να παραδεχτεί ότι διεκδικεί αυτή την ηγεμονία με σκοπό την οριοθέτηση και τον έλεγχο μιας ευρείας διανοητικής επικράτειας αποκλείοντας οτιδήποτε άλλο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι οι μάγισσες κάηκαν σε έναν εύτακτο κόσμο και όχι σε έναν αναρχικό κόσμο όπου οι ιδέες κυκλοφορούσαν ελεύθερα.