Live τώρα    
Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, 2013: κατακτήσεις, αδυναμίες και προοπτικές
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα, 2013: κατακτήσεις, αδυναμίες και προοπτικές

Αποσπάσματα από τις προφορικές τοποθετήσεις στην εκδήλωση που οργάνωσαν «Ενθέματα» και RedNotebook, την Τετάρτη 20 Μαρτίου, με συντονιστή τον Πέτρο Λινάρδο-Ρυλμόν, στο Στέκι Μεταναστών-Κοινωνικό Κέντρο (Τσαμαδού 15). Το βίντεο, με το σύνολο της εκδήλωσης, είναι αναρτημένο στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» (enthemata.wordpress.com) και στο RedNotebook (rnbnet.gr)

Το ερώτημα της σχέσης συνδικαλιστικού κινήματος και Αγανακτισμένων είναι δύσκολο. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε κάποια οργανική σύνδεση. Ειδικά στην αρχή, υπήρχε αμοιβαία καχυποψία. Οι Αγανακτισμένοι, όπως το έζησα από κοντά, θεωρούσαν το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα μέρος του προβλήματος, έναν φορέα που μετείχε στο σύστημα εναντίον του οποίου είχαν ξεσηκωθεί. Το έπαιρνε η μπάλα, συγκέντρωνε κι αυτό την οργή.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Όσο και αν δεν υπήρχε οργανική σύνδεση, από την άλλη Αγανακτισμένοι και συνδικαλιστικό κίνημα δεν ήταν δύο τελείως ξέχωρα πράγματα. Το κορύφωμα του κινήματος, τον Ιούνιο, καθόλου τυχαία, συνέπεσε με δύο γενικές απεργίες. Σε αυτές οι πορείες, δύο μαζικότατες πορείες, κατέληξαν στο Σύνταγμα και γέμισαν την πλατεία που ήταν άδεια μέχρι τότε. Και αυτή η «συνάντηση» δημιούργησε πολιτικό γεγονός, παραλίγο να πέσει η κυβέρνηση.

Αξίζει, ακόμα, να δούμε, κοινωνιολογικά, ποιοι απάρτισαν τους Αγανακτισμένους: συνταξιούχοι, άνεργοι, φοιτητές -- ένα κομμάτι δηλαδή που ντεφάκτο κινείται εκτός των δομών του συνδικαλιστικού κινήματος.

Και ας μην περιοριστούμε στους Αγανακτισμένους. Την ίδια περίοδο είχαμε πρωτοβουλίες σε γειτονιές, τοπικές συνελεύσεις, οι οποίες μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να συνδεθούν με το συνδικαλιστικό κίνημα. Λ.χ. το κίνημα «Δεν πληρώνω» που έθεσε αμέσως, με τη δράση του, στη ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ το ζήτημα τι κάνει, δημιουργώντας τις βάσεις μιας σχέσης.

Θεωρώ ότι ένα ενδιαφέρον απότοκο αυτής της σχέσης του συνδικαλιστικού κινήματος με άλλα κινήματα είναι οι εργατικές λέσχες, που έχουν αρχίσει και φτιάχνονται το τελευταίο διάστημα και στην Ελλάδα. Είναι χώροι όπου συγκεντρώνονται οι εργαζόμενοι για ζητήματα που δεν αφορούν τον εργασιακό χώρο μόνο, αλλά και αυτομόρφωσης, κουλτούρας, καθημερινότητας κ.ο.κ.

Όσον αφορά τώρα τα προβλήματα και τις αδυναμίες, είναι εύκολο να λέμε ότι φταίει ο Παναγόπουλος --που ασφαλώς φταίει--, αλλά χρειάζεται να προχωρήσουμε βαθύτερα. Και πρέπει να προχωρήσουμε όχι μόνο όσον αφορά το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και το άλλο, το κινηματικό ας το πω έτσι. Ας σκεφτούμε: Τα σωματεία βάσης είναι σίγουρα πιο μαχητικά, αλλά είναι πιο μαζικά; Απέδωσαν αυτά που ήθελαν όσοι τα ξεκίνησαν και τα μέλη τους;

Αν μιλήσουμε για προοπτικές, αυτές σχετίζονται βέβαια με την ευρύτερη κατάσταση, το όραμα των συνδικάτων και της κοινωνίας. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολιτική συγκυρία πλήρους αυταρχικοποίησης κράτους και εργοδοτών, σε μια συγκυρία κρίσης. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα, η κρίση όμως μπορεί να είναι και μια ευκαιρία, αν συζητήσουμε τα πάγια προβλήματα (και για το επίσημο και για το ανεπίσημο συνδικαλιστικό κίνημα), για να τεθεί εκ νέου η έννοια του συνδικαλισμού, να επανεφεύρουμε την έννοια του συνδικαλισμού. Οι νέες καταστάσεις δημιουργούν νέες ανάγκες και ίσως δούμε μορφές οργάνωσης που δεν περιμένουμε.

Επιγραμματικά, θεωρώ ότι, σε μια τέτοια διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής, βασικά ζητούμενα είναι η οικονομική ανεξαρτησία, το άνοιγμα στους ανέργους (που αποτελούν, ασφαλώς, κομμάτι του εργατικού κινήματος), η μαζικότητα, η ενότητα στη βάση, που υπερβαίνει την «παραταξιοποίηση». Τα συνδικάτα, σε μια τέτοια προοπτική, πρέπει να αναζητήσουν τρόπους να γίνουν κύτταρα ενός ευρύτερου τρόπου κοινωνικοποίησης των εργαζόμενων, να δημιουργήσουν διαδικασίες αυτομόρφωσης, μιας νέας κουλτούρας, πέρα από τον διεκδικητικό τους ρόλο.

Στέφανος Βαμιεδάκης

ιστορικός, υπ. δρ Πανεπιστημίου Κρήτης

Από το γεγονός ότι στις γενικές απεργίες του Ιουνίου του 2011, τα μπλόκα που είχαν καλέσει οι Αγανακτισμένοι ήταν έρημα, η πλατεία Συντάγματος άδεια και μόλις εμφανίζεται η απεργιακή διαδήλωση η πλατεία πλημμυρίζει, τεκμαίρεται ότι, αν μη τι άλλο, σε συμβολικό επίπεδο, η αξία της γενικής απεργίας παραμένει μεγάλη στην ελληνική κοινωνία. Αναρωτιέμαι όμως: Πέραν της γενικής απεργίας, τι άλλο κόμισε το συνδικαλιστικό κίνημα στο γενικότερο κίνημα αντίστασης στη λιτότητα, εναντίον του Μνημονίου; Ελάχιστα πράγματα. Αν πάρουμε έναν προς έναν τους εργατικούς αγώνες, μετράμε μόνο ήττες.

Παράλληλα, τα τρία τελευταία χρόνια κατέδειξαν με το πιο σαφή τρόπο την αποτυχία του μοντέλου του ΠΑΜΕ. Το ΠΑΜΕ ξεκινούσε από σχετικά ευνοϊκή θέση: δεν ήταν άμαζο, είχε παρουσία τους χώρους δουλειάς, πολλές φορές οι άνθρωποί του στέκονταν ηρωικά εκεί, μοίραζαν φυλλάδια, αψηφώντας τις διώξεις (βέβαια, αυτά τα φυλλάδια συχνά έλεγαν: «Όλοι στο Σύνταγμα, θα μιλήσει η Αλέκα Παπαρήγα για τη λαϊκή οικογένεια…). Παρά ταύτα, στους χώρους εργασίας το ΠΑΜΕ γνώρισε, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, συντριπτική ήττα, με αποκορύφωμα τη «μητέρα όλων των απεργιών», τη Χαλυβουργία, όπου, εκτός από το ίδιο, δυστυχώς ηττηθήκαμε όλοι μαζί, με πρώτους βέβαια τους ίδιους τους χαλυβουργούς. Γενικότερα με τον μνημειώδη σεχταρισμό και την καθηλωτική εμμονή του στη νομιμότητα, το ΠΑΜΕ, και το ΚΚΕ, όχι μόνο δεν πέτυχε νίκες, αλλά δημιούργησε στην ελληνική κοινωνία την εικόνα ότι δεν μετέχει στην αντίσταση.

Προχωράω. Τι κάνουμε με τους άνεργους; Είναι ένα από τα πρώτα ερωτήματα, όταν έχουμε 30% ανεργία. Μέχρι στιγμής, οι πιο κινηματικοί φτιάχνουν μια επιτροπή, μια πρωτοβουλία, ένα σωματείο ανέργων. Ωστόσο, η εμπειρία των Αγανακτισμένων μας έχει δώσει ένα διαφορετικό, πολύ χρήσιμο μάθημα. Στο Σύνταγμα (αλλά και στην Πλατεία Ταχρίρ, στην Πλάθα ντελ Σολ, στην Τυνησία), για πρώτη φορά είδαμε ανέργους να κινητοποιούνται μαζικά. Και όχι μόνο να κινητοποιούνται, αλλά να προσφέρουν μια υποδομή που ήταν απαραίτητη σε νέα κινήματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο: οι άνεργοι, κυρίως οι νεοάνεργοι της κρίσης διαθέτουν και τον χρόνο (για την εικοσιτετράωρη παρουσία που χρειαζόταν στις πλατείες), αλλά και την κινηματική τεχνογνωσία. Νομίζω, λοιπόν, ότι, αντί να προσπαθούμε να αντιγράψουμε τις δομές που απευθύνονται σε άλλα στρώματα πληθυσμού, να κοιτάξουμε σε ένα ευρύτερο κινηματικό πλαίσιο, να πάρουμε από εκεί ιδέες πώς οι ίδιοι οι άνεργοι μπορούν όχι μόνο να επικυρώσουν την παρουσία αλλά να παράγουν μια υπεραξία για το κίνημα.

Η ίδια η δομή των συνδικάτων είναι σήμερα τέτοια που δεν τους επιτρέπει να κινητοποιήσουν τον κόσμο σε κάτι άλλο εκτός ίσως από τη διαδήλωση της γενικής απεργίας. Η γενική απεργία, όταν ταυτίζεται με την πορεία, είναι μια σχετικά εύκολη δράση: κρατάει λίγες ώρες, και ο καθένας έρχεται με τη δική του ατζέντα: από κόμματα με πολιτικά αιτήματα, τα συνδικάτα με τα δικά τους αιτήματα, μέχρι όσους απλά λένε «πάμε να τα σπάσουμε». Την ίδια στιγμή, όχι μόνο στις γειτονιές, αλλά και δυο δρόμους παραπέρα, δεν υπάρχει κανένα ίχνος της απεργίας, είναι όπως κάθε μέρα… Βάζω λοιπόν το ερώτημα, καθώς η γενική απεργία, ακόμα και όταν κινητοποιεί μεγάλους αριθμούς, δεν φτάνει: Πώς θα αξιοποιήσουμε και άλλα μέσα πάλης, πώς θα ανασυνθέσουμε ένα θεσμικό ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος; Πώς μπορούμε να πετύχουμε τη μαζικότητα και τη δικτύωση με άλλες συλλογικότητες; Σε μια κατάσταση, όλα αυτά, όχι μόνο ολομέτωπης επίθεσης, αλλά όπου το 85% των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι οργανωμένοι σε συνδικάτα, άρα είναι εντελώς αποκομμένοι…

Μπορώ να σκεφτώ επιμέρους ιδέες: να ιδρυθεί μια καινούργια Ακαδημία Εργασίας της ΓΣΕΕ, όχι για τους ήδη συνδικαλιστές, αλλά για εργαζόμενους που θέλουν να στήσουν ένα σωματείο, και χρειάζονται --εκτός τις θεωρητικές-- πρακτικές και νομικές γνώσεις για το πώς γίνεται αυτό. Επίσης, οι εργατικές λέσχες, τα εργατικά κέντρα γειτονιάς μπορεί να αποτελέσουν ένα πολύ καλό μοντέλο, για την προσέγγιση με ανέργους και άλλες συλλογικότητες.

Τελειώνοντας, με ανοιχτό το παραπάνω ερώτημα, πιστεύω ότι στην παρούσα φάση, οι συνδικαλιστικοί αγώνες παίρνουν υποχρεωτικά πολιτικό περιεχόμενο. Αλλιώς πολύ δύσκολα θα έχουν λόγο, νόημα και προοπτική.

Μάρκος Βογιατζόγλου

πολιτικός επιστήμονας, υπ. δρ στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας

Κίνημα σημαίνει κίνηση, ζωντάνια, διαδικασία, ζυμώσεις, προβληματισμό, κουλτούρα, αντιπαράθεση ιδεών. Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως, πολλές φορές, κάνουμε το λάθος και ταυτίζουμε το συνδικαλιστικό κίνημα με την εκάστοτε δημόσια έκφραση των πιο αναγνωρίσιμων συνδικάτων.

Ας πάμε, για παράδειγμα, λίγο παλιότερα από τους Αγανακτισμένους: Ποια στάση κράτησε το συνδικαλιστικό κίνημα τον Δεκέμβρη του 2008 ή στην υπόθεση-ορόσημο Κούνεβα; Και στα δύο, δεν υπήρχαν οι διεργασίες, οι ζυμώσεις, οι αντιπαραθέσεις που θα άνοιγαν ζητήματα. Το ζήτημα των εργολαβιών το ανέδειξαν κάποιες πρωτοβουλίες εκτός του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος και το ευρύτερο κίνημα. Αν το είχε αναδείξει συνολικά το συνδικαλιστικό κίνημα, ίσως είχαμε σήμερα μια νομοθεσία όπως της Νορβηγίας (η οποία δεν έχει και καμιά φοβερή εξεγερσιακή παράδοση), όπου σχεδόν απαγορεύονται διά νόμου οι εργολαβίες όταν πρόκειται για υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Όσον αφορά τη σχέση με το κίνημα των πλατειών, πρέπει να διευκρινίσουμε για ποιο συνδικαλιστικό κίνημα μιλάμε. Τα επίσημα συνδικάτα στην αρχή το είδαν πολύ επιφυλακτικά, στη συνέχεια, όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις της Αριστεράς, απέκτησαν στενή επαφή, ενώ πιο κινηματικές συλλογικότητες το στήριξαν, το αγάπησαν και το αγκάλιασαν.

Προχωράω στο ζήτημα των προοπτικών. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν. Θα έλεγα, καταρχάς, να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Αν θεωρούμε, λ.χ., ότι η παραταξιοποίηση, τα «πράσινα» ή τα «μπλε» συνδικάτα είναι μια από τις αιτίες της απαξίωσης, ας αναρωτηθούμε: Γιατί τα «κόκκινα» ή τα «κοκκινόμαυρα» συνδικάτα θα είναι καλύτερα; Ας αναζητήσουμε τρόπους τα συνδικάτα να μην είναι υποκατάστατο της πολιτικής οργάνωσης, αλλά τόπος όπου συναντιούνται εργαζόμενοι με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες. Επίσης, αν ο κατακερματισμός είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα, πρέπει να βρούμε τρόπους να τον αντιμετωπίσουμε, να ενώσουμε τις 12 ομοσπονδίες στο φάρμακο, τα 5-6 κλαδικά σωματεία σε έναν κλάδο κ.ο.κ.

Ένα βασικό καθήκον για το συνδικαλιστικό κίνημα είναι να επαναφέρει την αξία των συλλογικών οραμάτων, της αλληλεγγύης, που είναι και η γενεσιουργός αιτία του. Η αλληλεγγύη βεβαίως δεν είναι μια φωτογραφική έννοια που μένει απαράλλακτη και περιφέρεται σαν εικόνα για προσκύνημα. Προσλαμβάνει διαστάσεις και χαρακτηριστικά ανάλογα με το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται. Πιστεύω ότι σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης και της επίθεσης στην εργασία, μπορούμε να κατακτήσουμε μια νέα προσέγγιση της αλληλεγγύης. Το εργατικό κίνημα μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν, όχι μόνο στη διαδικασία της ανασυγκρότησής του, αλλά παλεύοντας για την επιβίωση και την ανασυγκρότηση ολόκληρης της κοινωνίας -- και αυτό είναι θέμα και οικονομικό και αξιών και οράματος. Για να το κάνει, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να έρθει σε επαφή με άλλα κινήματα που παλεύουν, με τη βάση, να κάνει απολογισμό, αυτοκριτική, να αναπτύξει κινηματικές διαδικασίες εντός και εκτός αυτού. Ένα παράδειγμα: σήμερα, η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους (όχι μόνο της μονιμότητας, των μισθών, των αιτημάτων), αλλά του δημόσιου και καθολικού χαρακτήρα των υπηρεσιών πρόνοιας αποτελεί κομβικό σημείο, που μπορεί να ενώσει και να δώσει περιεχόμενο.

Το συνδικαλιστικό κίνημα, ακόμα, πρέπει να διεκδικήσει ξανά τον θεσμικό του ρόλο. Το συλλογικό εργατικό δίκαιο, όπως το ξέραμε μέχρι το 2009, είναι παρελθόν. Βασιλεύει η ατομική διαπραγμάτευση. Είναι βασικό τα συνδικάτα να υποχρεώσουν τον εργοδότη να διαπραγματευθεί μαζί τους, να επαναφέρουν τον θεσμικό τους ρόλο. Γιατί είναι σίγουρο ότι με συνδικάτα θεσμικά απαξιωμένα και οικονομικά ανίσχυρα δεν μπορούμε να μιλάμε για ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

Τα ζητήματα είναι πολλά. Ένα τελευταίο παράδειγμα: τον Σεπτέμβρη είχαμε μια αλλαγή στο καταστατικό της Χρυσής Αυγής, η οποία όχι μόνο δεν απαγορεύει πλέον στα μέλη, αλλά τα προτρέπει --και στην ουσία τα διατάσσει, έτσι λειτουργεί αυτή η οργάνωση-- να δημιουργούν σωματεία, να ιδρύουν παρατάξεις. Και υπάρχουν, σε μεγάλες επιχειρήσεις, πρόεδροι πρωτοβάθμιων σωματείων που έχουν προσχωρήσει στη Χρυσή Αυγή, υπάρχουν σωματεία στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα με ισχυρή παρουσία της ακροδεξιάς. Έχουμε λοιπόν και νέα καθήκοντα, τα οποία πρέπει να αναλάβουμε, και μάλιστα κατεπειγόντως.

Αποστόλης Καψάλης

μελετητής εργασιακών σχέσεων, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

Το λανθάνον ερώτημα, για μένα, σε όλη τη συζήτηση είναι: Μπορούμε να βρούμε κάποιου άλλου είδους μορφή, υποκαθιστώντας το συνδικάτο; Νομίζω ναι. Παραδείγματα μας προσφέρει το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Τα πρώτα συνδικαλιστικά κινήματα έχουν ως βάση το επάγγελμα: το ομοειδές του επαγγέλματος καταφέρνει να συνενώσει τους εργαζόμενους. Περί τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αρχίζει η μεγάλη συζήτηση για το βιομηχανικό συνδικάτο κλπ. Οι μορφές, δηλαδή, δεν είναι δεδομένες· σχετίζονται πάντα με την οικονομική βάση αλλά και με ένα άλλο στοιχείο, το οποίο απουσιάζει πλήρως από την ελληνική συνδικαλιστική πρακτική --και γενικότερα του ελληνικού εργατικού κινήματος--, την εργατική κουλτούρα.

Αναφέρθηκε επίσης, και είναι εξαιρετικά σημαντικό, το θέμα της αλληλεγγύης. Αποτελεί βασική αρχή και αξία του συνδικαλιστικού κινήματος. Η πρώτη εργατική αξία είναι η έννοια της αλληλεγγύης. Οι προπάτορες του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος είχαν διαγνώσει την ανάγκη της, και από εκεί γεννήθηκαν τα Εργατικά Κέντρα, τα οποία ενοποιούν τη συνείδηση, την κατακερματισμένη συνείδηση. Αυτή η πρωταρχική αξία, κατά την άποψή μου, πρέπει να ξαναϊδωθεί με νέους όρους. Σίγουρα πάντως δεν μπορεί ένα μόρφωμα να λέγεται συνδικαλιστικό κίνημα ή να έχει κάποια σχέση με το εργατικό κίνημα όταν απουσιάζει από τους καταστατικούς του σκοπούς η έννοια της αλληλεγγύης.

Γιώργος Κουκουλές (από την παρέμβασή του στη συζήτηση)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0