Live τώρα    
Ήχος και επανάσταση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ήχος και επανάσταση

Των Αθηνά Μποζίκα και Κασσιανή Γουλάκου*

Το εγχείρημα «Ήχος και Επανάσταση» αφορά ένα ερευνητικό πρόγραμμα που θα εγγράφεται στο πλαίσιο του μεγάλου ερευνητικού προγράμματος «Ψηφιακό Αρχείο 1821», το οποίο εκπονείται από το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ). Το project θα κινείται σε δύο άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά μια σειρά από podcasts σχετικής με την Ελληνική Επανάσταση, που θα επενδύσει ηχητικά την πλατφόρμα «Ψηφιακό Αρχείο 1821». Οι εκπομπές θα περιλαμβάνουν συζητήσεις με ερευνητές και ερευνήτριες, γύρω από διάφορες θεματικές σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, με αφορμή τις πρωτότυπες έρευνες που εκπονούνται στο πλαίσιο του προγράμματος, στοχεύοντας στη διάχυση των ερευνητικών τους αποτελεσμάτων μέσω του προσφιλούς και εύληπτου μέσου του podcast. Αποτελώντας ένα δημοφιλές και κατεξοχήν διαδικτυακό μέσο ακόμα και στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, το podcast ενσωματώνει ιδιαίτερα επιστημολογικά χαρακτηριστικά. Προσφέροντας -σε αντίθεση με το ράδιο- τη δυνατότητα επιλογής, μια δυναμική που αποτελεί άλλωστε τη πεμπτουσία του διαδικτυακού περιβάλλοντος, το podcast επιλέγεται και ακούγεται με μια εξαιρετική αμεσότητα, στο πλαίσιο της οποίας δημιουργείται με το χρήστη μια προσωπική σχέση, πλαισιωμένη από αφοσίωση και ουσιαστική αφιέρωση χρόνου από τον ακροατή.

Πέρα από τις δυναμικές που ενέχει το ψηφιακό περιβάλλον, το ιδιαίτερο επιστημολογικό ενδιαφέρον του podcast έγκειται και στον τρόπο εκφοράς του, τον ήχο. Με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, η ηχογράφηση και η διαχείριση ηχητικών στοιχείων φέρνουν στο προσκήνιο νέες δυναμικές στην προφορικότητα εν γένει. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του podcast, ο ήχος από τη μία παρέχει ένα χαρακτήρα επαναληπτικότητας, αναγνωρισιμότητας, και καλλιέργειας της προσδοκίας του ακροατή για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Από την άλλη, η αμεσότητα και η οικειότητα της επαφής με την ανθρώπινη φωνή έχει την ιδιότητα ότι μπορεί να μεταφέρει σχεδόν αυτούσια την πραγματικότητα της ακαδημαϊκής έρευνας, με πιο εναργή τρόπο από άλλα διαδικτυακά μέσα, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα blogs. Την ίδια στιγμή, το κατά κανόνα σύνθετο, ακαδημαϊκό ύφος που χαρακτηρίζει συνήθως την ακαδημαϊκή γραφή, είναι αναμενόμενο στην προφορική έκφραση να περιστέλλεται, παρέχοντας ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το κοινό έρχεται σε επαφή με την παραγόμενη ακαδημαϊκή γνώση. Είναι ουσιώδες άλλωστε πως ο τρόπος εκφοράς και το ύφος με το οποίο επικοινωνείται η γνώση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα ως προς τη δεκτικότητα και την αντίληψη του ακροατή ή του αναγνώστη. Έτσι το podcast, και δη ο ήχος, καταφέρνει να φέρει τη γνώση που συνήθως περιορίζεται σε στενούς ακαδημαϊκούς κύκλους, με άμεσο τρόπο, κατευθείαν στο χώρο του ακροατή, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα και το ευρύ κοινό. Μία βασική άλλωστε επιταγή του προγράμματος «Ψηφιακό Αρχείο 1821» εν συνόλω, είναι ακριβώς η δημιουργία τέτοιων γεφυρών.

Ο δεύτερος άξονας του εγχειρήματος «Ήχος και Επανάσταση» είναι η προσέγγιση του ήχου ως ιστορικό εργαλείο και αντικείμενο έρευνας. Η προβληματική γύρω από τον ήχο συντάσσεται με ένα γενικότερο θεωρητικό ρεύμα που προσπαθεί να ξεφύγει από την παράδοση της πρωτοκαθεδρίας της όρασης ως αναλυτικό εργαλείο στη δυτική διανόηση, που επικρατεί από το Διαφωτισμό και τη διάδοση της τυπογραφίας μέχρι και σήμερα. Εντασσόμενη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ιστορίας των αισθήσεων, γίνεται μια προσπάθεια να καταδειχθεί η σημασία και της ακοής και του πώς αυτή ενσωματώνεται σε ιστορικές κοινωνικές σχέσεις, οικονομικές διαρρυθμίσεις και πολιτικές συγκρούσεις. Αυτό το εγχείρημα φυσικά ενέχει πολλές προφανείς δυσκολίες που, όπως είναι αναμενόμενο, μετουσιώνονται κυρίως στο ερώτημα «πώς μελετούμε ήχους που δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ».

Μια απάντηση, που αποτελεί ίσως και την πιο προφανή, είναι η προσπάθεια μιας λεπτομερούς και σύνθετης, και όσο το δυνατόν πιο «πειστικής», επαναδημιουργίας παρελθόντων ήχων: κρούσεις τυμπάνων, ιαχών, κανονιοβολισμών, εκπυρσοκροτήσεων τουφεκιών κ.α. Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός των αισθήσεων Mark Smith, πέρα από την εμφανή δυσκολία και ουσιαστική αδυναμία πιστής αναπαραγωγής τέτοιων στοιχείων, αυτό το εγχείρημα ξεπερνά την πραγματική ουσία μιας μελέτης των αισθήσεων. Αντιθέτως αποσπά ήχους, οι οποίοι ενυπάρχουν ως πολιτισμικά στοιχεία άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα δεδομένο ιστορικό περιβάλλον, και τους καθιστά απλά ένα προϊόν πολιτισμικής κατανάλωσης - ή και απλά ψυχαγωγίας - για εμάς, στο σήμερα.

Στην ουσία, όμως, το διακύβευμα σε μια ηχητική ιστορική μελέτη δεν είναι να ανακαλύψει τι άκουγαν οι άνθρωποι μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, αλλά, λαμβάνοντας υπόψιν τις συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που καθορίζουν ποιος ακούει τι, να επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει τους τρόπους που αυτές τελικά επηρεάζουν το πώς οι άνθρωποι άκουγαν ό,τι άκουγαν, πώς βίωναν τα ηχητικά ερεθίσματα και τι νοήματα ενείχαν γι αυτούς. Έτσι, ίσως προχωρούμε πέρα από μια αναλυτική της όρασης, που κατά κανόνα ταυτίζεται με την ερμηνεία έλλογων ιστορικών δράσεων και τον εντοπισμό αιτιοτήτων. Στρέφοντας την προσοχή μας στους τρόπους που ιστορικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τις άλλες τους αισθήσεις για να επεξεργαστούν το περιβάλλον τους και τις πληροφορίες που λάμβαναν από αυτό, μπορούμε να φθάσουμε σε μια καλύτερη κατανόηση σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, κινήσεων και μεταφορών ιδεών, και ευρύτερων φαινομένων της περιόδου του 19ου αιώνα, που από καθαρά «οπτική» σκοπιά ενδεχομένως να μη μπορούν να ερμηνευτούν επαρκώς.

Το ενδιαφέρον για τον ήχο και την ακοή εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο έρευνας των σπουδών ήχου (sound studies), ένα διεπιστημονικό πεδίο ανθρωπιστικών επιστημών στο οποίο ο ήχος αποτελεί το βασικό αντικείμενο έρευνας και ανάλυσης. Ερευνητικά του αντικείμενα μπορούν να αποτελέσουν ηχητικά φαινόμενα, όπως ομιλία, ακοή, ακρόαση, ηχητικές τεχνολογίες, αρχιτεκτονική, τέχνη, μουσική, αλλά και οποιαδήποτε έκφανση της ηχητικής κουλτούρας. Τις τελευταίες δεκαετίες, όλο και περισσότεροι ερευνητές από διάφορα ακαδημαϊκά πεδία εισέρχονται στο πεδίο των σπουδών ήχου, προκειμένου να αναδείξουν και να επαναπροσδιορίζουν την έννοια και τη σημασία του ήχου ως προς τις κοινωνικές, πολιτικές, ιστορικές, ανθρωπολογικές, περιβαλλοντικές, αλλά και τις καλλιτεχνικές και αισθητικές του συνδηλώσεις.

Η συγκεκριμένη έρευνα εστιάζει στο πεδίο της ακουστικής ιστορίας (acoustic history/ historical acoustemology), η οποία μελετά ήχους του παρελθόντος, τη χρήση τους και την επιρροή τους στην εκάστοτε ιστορική περίοδο. Η μελέτη ιστορικών ήχων επιτελείται κυρίως μέσω της έρευνας και ανάλυσης του εκάστοτε ηχοτοπίου. Ως όρος «ηχοτοπίο» αναφέρεται σε ένα περιβάλλον ήχου, που ερμηνεύεται με έμφαση στον τρόπο πρόσληψης και κατανόησης του από το άτομο ή το κοινωνικό σύνολο και σε άμεση συνάρτηση με τη σχέση του ατόμου με αυτό το περιβάλλον. Η μελέτη του ηχοτοπίου κατά κανόνα συντελείται μέσω συγκεκριμένης μεθοδολογίας, κατηγοριοποίησης και ανάλυσης. Η έρευνα όμως ηχοτοπίων προγενέστερων της ανακάλυψης του φωνογράφου και των τεχνολογιών ηχογράφησης δημιουργεί ιδιαίτερα ζητήματα: Πώς μπορούν να μελετηθούν τα ηχοτοπία πριν τα τέλη του 19ου αιώνα; Είναι αξιόπιστες οι γραπτές εμπειρίες μαρτύρων της εποχής; Πόσο αποτελεσματική είναι μια εξίσου γραπτή παρουσίαση τους; Αν επιλεγεί ένα άλλο μέσο, τι κίνδυνοι εμπεριέχονται στην προσπάθεια επαναδημιουργίας ήχων του παρελθόντος; Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν ιστορικά στοιχεία σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο, χωρίς την καταφυγή σε δραματοποίηση τους; Τα ερωτήματα αυτά είναι γνωστά στο πεδίο της ακουστικής ιστορίας. Ιστορικοί όπως ο προαναφερθείς Mark Smith, αλλά και οι Bruce R. Smith και Alain Corbin έχουν αποδείξει την αξιοπιστία των γραπτών πηγών, προειδοποιώντας παράλληλα για τους κινδύνους απόπειρας αναπαραγωγής τους. Στόχος είναι, λοιπόν, οποιαδήποτε εγχειρήματα αναπαραγωγής ήχων στο πλαίσιο του αυτού project να προσεγγιστούν μόνο μέσω καλλιτεχνικής έρευνας και με σκοπό καθαρά καλλιτεχνικά αποτελέσματα.

Το γεγονός ότι η Επανάσταση του 1821 στο δημόσιο λόγο και την εκπαίδευση έχει απολιθωθεί συμβολικά σε πολύ συγκεκριμένες εικόνες και μύθους αναδεικνύει την κρισιμότητα μιας μελέτης της υπό ένα νέο πρίσμα. Επιπλέον, προσπαθώντας να υπερκεράσει την ταύτιση της ηχητικής ταυτότητας της Επανάστασης με τα δημοτικά τραγούδια και τα παραδοσιακά όργανα, το εγχείρημα «Ήχος και Επανάσταση» αποσκοπεί στην επανεξέταση της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου μέσω των ερμηνευτικών εργαλείων των σπουδών ήχου: Τι στοιχεία συνιστούσαν τα ηχοτοπία της εποχής; Τι είδους ηχητικά σύμβολα υπήρχαν; Υπήρξε κάποιου είδους ηχητική ταυτότητα; Αν ναι, πώς επηρέασε τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας;

Ανάμεσα σε άλλα, αυτά τα πρώιμα ερωτήματα αποτελούν τη βάση της έρευνας μας, που αποσκοπεί επιπλέον και στην προώθηση των σπουδών ήχου στην Ελλάδα -που βρίσκονται σε ιδιαίτερα πρώιμο στάδιο- μέσω ενός θέματος ιδιαίτερα οικείου στο ελληνικό κοινό.

* Απόφοιτες του Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0