Live τώρα    
Τα οικονομικά του Αγώνα: ένας διαχρονικά άγνωστος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τα οικονομικά του Αγώνα: ένας διαχρονικά άγνωστος

Του Βαγγέλη Σαράφη*

- Η απουσία μελετών για τα οικονομικά του Αγώνα υποδεικνύει την αμηχανία μας να διερευνήσουμε τις υλικές προκείμενες ενός ηρωικού γεγονότος. Η ηρωοποίηση των αγωνιστών, μοιάζει να μην μπορεί να συμβαδίσει με την κατανόησή τους ως ανθρώπων που έχουν οικονομικά συμφέροντα, τα οποία συμπλέκονταν με το υπό συγκρότηση κράτος και τη δημοσιονομική του οργάνωση.

Είναι σύνηθες να εκκινεί κανείς από μία ιστορία απουσιών, να επισημαίνει δηλαδή κυρίως όσα ελλείπουν και όχι εκείνα που τη χρονική στιγμή που μιλά ή γράφει μπορούν να θεωρηθούν ως κατακτημένη γνώση. Ωστόσο, για τα οικονομικά του Αγώνα συμβαίνει πράγματι να γνωρίζουμε ελάχιστα. Πρόσφατα ο Χρήστος Λούκος, προλογίζοντας τα πρακτικά του συνεδρίου της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού για την Ελληνική Επανάσταση (Όψεις της Επανάστασης του 1821, ΕΜΝΕ 2018), απαριθμεί ένα ερευνητικό ερωτηματολόγιο, στο οποίο αποτυπώνονται τα desiderata στις σπουδές για το ’21, κι ανάμεσα σ’ αυτά σημειώνει την ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση των οικονομικών της Επανάστασης.

Ας μείνουμε για λίγο στον ίδιο τον όρο· τα οικονομικά του Αγώνα, ένας όρος μάλλον μη διαφανής, που δύναται να συμπεριλάβει πολλά και ανόμοια μεταξύ τους στοιχεία. Μπορεί για παράδειγμα να περιλάβει τις χρηματικές προσφορές των Φιλικών πατριωτών κατά την προετοιμασία της επανάστασης· ή να αναφέρεται στα συγχεόμενα ιδιωτικά και δημόσια οικονομικά κατά το πρώτο έτος του Αγώνα, τότε που η στρατιωτική κινητοποίηση δεν διαχωρίζεται από τη διαδικασία συγκρότησης των πρώτων πολιτικών - διοικητικών θεσμών· ή τέλος να αφορά στα δημόσια οικονομικά, τα οικονομικά του κράτους εκείνου που ονομάστηκε Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος και όφειλε να χρηματοδοτήσει τις στρατιωτικές, ναυτικές και διοικητικές του ανάγκες.

Πριν από έναν αιώνα περίπου, στα 1904, ο Ανδρέας Ανδρεάδης, καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη μελέτη του για τα δάνεια της ανεξαρτησίας επισήμανε πως, αν και οι σύγχρονοί του γνώριζαν αρκετά για τις μάχες και τα πολιτικά γεγονότα, αγνοούσαν τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτήθηκε ο ένοπλος αγώνας και η οργάνωση της κεντρικής διοίκησης. Την απουσία αυτή επιχειρεί να ερμηνεύσει και αποδίδει την ευθύνη στην έλλειψη επαρκών και ασφαλών στοιχείων, παρά την ύπαρξη μεγάλου όγκου τεκμηριωτικού υλικού. Προηγουμένως, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος είχε συγκροτήσει, σε μόλις τέσσερις σελίδες, μία κριτική ανάγνωση της οικονομικής διαχείρισης της περιόδου του Αγώνα, στην οποία αναδεικνύονται, με τρόπο δηκτικό, οι καταχρήσεις.

Στον υπόλοιπο 20ό αιώνα υπήρξαν στιγμές πύκνωσης του επιστημονικού ενδιαφέροντος για το θέμα και η έμφαση δόθηκε στη μελέτη της σύναψης των δανείων της ανεξαρτησίας, τον κερδοσκοπικό ρόλο των τραπεζιτικών κεφαλαίων στο City του Λονδίνου και τον τρόπο διαχείρισης των δόσεων που έφτασαν στην επαναστατημένη χώρα. Θα υπενθυμίσω εδώ τις παλαιότερες, σημαντικές εργασίες του Τάσου Λιγνάδη (Το πρώτον δάνειον της ανεξαρτησίας, 1970) και της Δέσποινας Θεμελή-Κατηφόρη (Το γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα στην περίοδο του Καποδίστρια 1828-1831, 1985) και θα προσθέσω την πρόσφατη μελέτη της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου (Το προπατορικό χρέος: τα δάνεια της Εθνικής Ανεξαρτησίας, 2013). Μία ακόμη, χρήσιμη νομίζω, ιστοριογραφική παρατήρηση: οι παραπάνω αναφορές δεν αποτελούν παρά εξαιρέσεις, αφού οι μελετητές του θέματος δεν προέρχονται από τον επιστημονικό χώρο της ιστορίας, αλλά κατά κύριο λόγο από άλλες κοινωνικές επιστήμες (οικονομολόγοι, νομικοί). Μοιάζει ως εάν οι ιστορικοί να μην ενέταξαν στις αναζητήσεις τους την κατανόηση της συγκρότησης των δημοσιονομικών θεσμών.

Κι εδώ θα προσέθετα μία δεύτερη σχετική απουσία: η ελληνική ιστοριογραφία δεν ασχολήθηκε συστηματικά με τη συγκρότηση και εξέλιξη των θεσμών του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους. Κυρίως έχει επισημάνει τις πολιτικές αντιθέσεις που αναδύθηκαν εντός της Επανάστασης, και βέβαια έχουν μελετηθεί οι νόμοι και τα συντάγματά της. Μας λείπει, όμως, μία σύγχρονη ιστορία της διοίκησης της «εν επαναστάσει» χώρας. Αυτή η ιστορία δεν θα συνδέει τη συγκρότηση και εξέλιξη των θεσμών μόνο με τα θεσμικά κείμενα (συντάγματα, κανονισμούς, ψηφίσματα κ.λπ.) που παρήχθησαν από την Προσωρινή Διοίκηση, ούτε μόνο θα αναζητά τις διαφωτιστικές ιδέες πάνω στις οποίες αυτά εδράζονταν και το ρόλο των δυτικοτραφών διανοουμένων, που προέρχονταν από τη Διασπορά και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Μία τέτοια ιστορία δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπ’ όψιν της τα πρόσωπα που την στελέχωσαν, τις πολιτικές αρχηγεσίες και το στελεχιακό δυναμικό. Μας χρειάζεται να κατανοήσουμε τις εμπειρικές και γνωστικές προϋποθέσεις τους, τις ιδέες τους, τις πολιτικές επιλογές τους. Είναι αναγκαίο ακόμη να λάβουμε υπ’ όψιν μας και τη συγκυρία, αποτέλεσμα κάθε φορά της τροπής του πολέμου και των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων.

Υπό αυτήν την έννοια τα δημόσια οικονομικά δεν είναι μόνο τα οικονομικά μεγέθη -τα έσοδα και τα έξοδα-, τα οποία είναι απαραίτητα για να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα. Είναι και η συγκρότηση και εξέλιξη των δημοσιονομικών θεσμών και η κατανόηση αυτής της πορείας μέσα από τη χρήση τεκμηριωτικού υλικού που παρήχθη για τη λειτουργία τους· των δημοσίων εγγράφων δηλαδή που παρήγαγαν οι υπηρεσίες του επαναστατικού κράτους. Σήμερα γίνονται κάποια βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Ήδη ολοκληρώθηκε μία σχετική διατριβή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο από τον συνάδελφο Σίμο Μποζίκη και άλλη μία ετοιμάζεται από τον γράφοντα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ας επιστρέψουμε όμως στην έως τώρα απουσία ενδιαφέροντος για το θέμα. Η απουσία αυτή, νομίζω, υποδεικνύει την αμηχανία μας να διερευνήσουμε τις υλικές προκείμενες ενός ηρωικού γεγονότος. Η ηρωοποίηση των αγωνιστών, μοιάζει να μην μπορεί να συμβαδίσει με την κατανόησή τους ως ανθρώπων που έχουν οικονομικά συμφέροντα, τα οποία συμπλέκονταν με το υπό συγκρότηση κράτος και τη δημοσιονομική του οργάνωση (λ.χ. στις εκμισθώσεις των προσόδων). Έχει γίνει αρκετή συζήτηση για τους ιστορικούς μύθους, μύθους εθνικούς, μύθους ζωτικούς, όπως χαρακτηρίστηκαν από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο. Οι μελέτες αποδόμησης αυτών των μύθων έχουν δοκιμάσει τα όριά τους. Σήμερα είναι περισσότερο αναγκαία μία προσπάθεια ανανοηματοδότησης του παρελθόντος μέσα από την ερμηνεία πρακτικών, μηχανισμών και επιλογών. Όσον αφορά στα οικονομικά του Αγώνα η έρευνα προς μία τέτοια κατεύθυνση θα αποδώσει ερμηνείες που δεν θα βλέπουν τους επαναστάτες ως εάν να μην μετείχαν στον υλικό μας κόσμο. Η αφηρωοποίησή τους αυτή δεν έχει το νόημα της αποκαθήλωσης από ένα εθνικό πάνθεον, το οποίο έχει συγκροτηθεί ήδη από τις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες, αλλά ένα νόημα ερμηνείας φαινομένων και διαδικασιών που αποτελούν συνιστώσες της συγκρότησης του ελληνικού κράτους.

* Υπ. διδάκτορας Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0