Του Perry Anderson*
Η τερατολογία της σύγχρονης πολιτικής φαντασίας είναι άφθονη: Trump, Le Pen, Salvini, Orbán, Kaczyński. Τώρα έχει αποκτήσει ένα νέο τέρας. Μιλώντας γενικότερα, ο εκλεγμένος πρόεδρος της Βραζιλίας εκθείασε τον πιο διάσημο βασανιστή της χώρας του∙ δήλωσε ότι η στρατιωτική δικτατορία θα έπρεπε να είχε πυροβολήσει τριάντα χιλιάδες αντιπάλους∙ είπε σε μια συνάδελφο του ότι ήταν πολύ άσχημη για να αξίζει το βιασμό∙ ανακοίνωσε ότι θα προτιμούσε ο γιος του να σκοτωνόταν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα από το να είναι γκέι∙ ανακοίνωσε κυνηγετική σαιζόν στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου· την ημέρα μετά την εκλογή του, υποσχέθηκε στους οπαδούς του πως θα απαλλαγούν από τους κόκκινους παρακατιανούς. Ωστόσο, για τον Sérgio Moro, τον υπουργό Δικαιοσύνης του, που χαιρετίστηκε παγκοσμίως ως η επιτομή της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας του δικαστικού σώματος, ο Jair Bolsonaro είναι «μετριοπαθής».
Η πολιτική στη Βραζιλία είναι «ιταλικού χαρακτήρα»: περίπλοκη. Ωστόσο, δεν θα έχουμε πολλές ελπίδες να καταλάβουμε τι έχει συμβεί στη χώρα, αν δεν την αναλύσουμε. Όταν ο Λούλα αποχώρησε από το αξίωμα το 2010 - οι πρόεδροι στη Βραζιλία περιορίζονται σε δύο διαδοχικές θητείες, χωρίς να εμποδίζεται η επανεκλογή τους έπειτα από μια θητεία - η οικονομία βρίσκονταν σε άνοδο 7,5%, η φτώχεια είχε μειωθεί στο μισό, τα νέα πανεπιστήμια πολλαπλασιάστηκαν, ο πληθωρισμός ήταν χαμηλός, ο προϋπολογισμός και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν πλεονασματικά, και η αποδοχή του στην κοινή γνώμη υπερέβαινε το 80%. Για διάδοχο, ο Λούλα έχρισε την επικεφαλής του επιτελείου του, Ντίλμα Ρούσεφ, όπου στη δεκαετία του 1960 υπήρξε παράνομη μαχήτρια εναντίον της στρατιωτικής δικτατορίας και ποτέ πριν δεν κατείχε δημόσιο αξίωμα και δεν είχε λάβει μέρος σε εκλογές.
Με το Λούλα στο πλευρό της, νίκησε με 56%. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κέρδισε την προεδρία. Αρχικά ήταν περισσότερο αποδεκτή από τη μεσαία τάξη, που απεχθάνονταν το Λούλα, και για δύο χρόνια απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης, μιας και επιδείκνυε ηρεμία και ικανότητα. Αλλά η κληρονομιά της ήταν λιγότερο ρόδινη από ό, τι διαφαίνονταν. Οι υψηλές τιμές των βασικών προϊόντων είχαν υποσκάψει την οικονομική έκρηξη από τον καιρό της διακυβέρνησης του Λούλα, χωρίς να αλλάξουν τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά επενδύσεων και αύξησης της παραγωγικότητας της Βραζιλίας. Σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα η Ντίλμα, το 2011, τα μεγέθη αυτά άρχισαν να πέφτουν, μειώνοντας απότομα την ανάπτυξη σε 1,9% μέχρι το 2012. Το 2013 η αμερικανική Federal Reserve ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει να αγοράζει ομόλογα, δημιουργώντας πανικό στις αγορές κεφαλαίων, οδηγώντας την ξένη χρηματοδότηση εκτός Βραζιλίας. Το ισοζύγιο πληρωμών επιδεινώθηκε. Ο πληθωρισμός ανέβηκε. Τα χρόνια της έντονης ευημερίας τελείωσαν.
Επί είκοσι χρόνια, η προεδρία κερδήθηκε μόνο από δύο κόμματα, το PSDB και το PT. Τα οικονομικά κληροδοτήματα εκπυρσοκρότησαν πρώτα. Μέχρι το 2013, οι μεσαίες τάξεις είχαν δυσαρεστηθεί από την κυβέρνηση και οι αυξανόμενες τιμές προκάλεσαν λαϊκή αγανάκτηση στις μεγάλες πόλεις.
Μέχρι τα μέσα του 2016, η οικονομική πτώση και η πολιτική διαφθορά είχαν βυθίσει την κυριαρχία του PT [Εργατικό Κόμμα]. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του 2017, ο διάδοχός του, το PMDB, είχε πέσει ακόμα χαμηλότερα στις δημοσκοπήσεις, για τους ίδιους δύο λόγους.
Η ύφεση ήταν σίγουρα κρίσιμη για την αποδυνάμωση της στήριξης στο PT από το 2014 και η διαφθορά, η οποία δεν είχε σημασία για τους φτωχούς όταν το βιοτικό τους επίπεδο αυξανόταν, απέκτησε σημασία τώρα που μειωνόταν. Και τα δύο αυτά θα μπορούσαν να συνδέονται άμεσα σε νυχτερινά σόου στην τηλεόραση που έδειχναν τεράστιους υπονόμους να ξεπλένουν χρήματα - στο λόγο της Lava Jato, χρήματα που έχουν κλαπεί από νοσοκομεία, σχολεία και παιδικές χαρές. Έτσι, η λογικότερη αντίδραση ήταν η ανασφάλεια, φυσική και υπαρξιακή. Η καθημερινή βία - παραδοσιακή στο φεουδαλικό βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, σύγχρονη με την άφιξη του εμπορίου ναρκωτικών στα νοτιοανατολικά, όπου σκοτώνει 60.000 ετησίως, ποσοστό ανθρωποκτονιών υψηλότερο από εκείνο του Μεξικού. Η αστυνομία καταγράφει το 20-25% αυτών των θανάτων. Λιγότερο από το 10% των δολοφονιών διερευνώνται.
Ωστόσο, οι φυλακές είναι γεμάτες: 720.000 άνθρωποι βρίσκονται έγκλειστοι. Τα 2/5 των κρατουμένων βρίσκονται σε κατάσταση προσωρινής σύλληψης και αναμένουν να δικαστούν σε δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια. Σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι λευκός. Το 70% των δολοφονηθέντων και το 70% των φυλακισμένων δεν είναι. Μαζί με το εμπόριο ναρκωτικών έχουν εισβάλει και συμμορίες, και κάποιες από αυτές είναι μεταξύ των πιο ισχυρών στον κόσμο. Το 2006, η μεγαλύτερη από αυτές, η Primeiro Comando da Capital (PCC), απέκλεισε ολόκληρα τμήματα του Σάο Πάολο με μια εξέγερση εναντία στην αστυνομία, η οποία κατευθύνθηκε από τους φυλακισμένους της ηγέτες. Όμως, με την εξάπλωση των ναρκωτικών έχει πολλαπλασιαστεί και το μη οργανωμένο έγκλημα στο δρόμο. Πολύ λίγα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης δεν είχαν κάποια αψιμαχία με κάποιας μορφής μη οργανωμένους εγκληματίες. Αλλά οι οικογένειες αυτές είναι καλύτερα προστατευμένες: όπου η ληστεία με όπλο ή μαχαίρι είναι συνηθέστερη, απλώς οι φτωχοί κλέβουν τους φτωχούς.
Για τις λαϊκές τάξεις το να διασταυρώνονται και να αναμειγνύονται με μια ατμόσφαιρα καθημερινής βίας πυροδότησε τη διάλυση των συνηθισμένων κανόνων της οικογενειακής και σεξουαλικής ζωής, που πλέον διαπνέεται όχι μόνο από τη διάδοση των ναρκωτικών, αλλά από την κουλτούρα που πλασάρουν τα ΜΜΕ και την τηλεόραση, που συνάδει με το βορειοαμερικάνικο μοντέλο και ρίχνει στα αζήτητα παλαιότερους περιορισμούς. Οι γυναίκες είναι τα κυριότερα θύματα. Ο βιασμός είναι εξίσου κοινός με τη δολοφονία στη Βραζιλία: περισσότερες από εξήντα χιλιάδες γυναίκες βιάζονται, περίπου 175 την ημέρα - αριθμός που διπλασιάστηκε τα τελευταία πέντε χρόνια. Εν τω μέσω όλων αυτών, η οικονομική ανησυχία είναι πιο μόνιμη και έντονη και η ανασφάλεια πλέον αφορά τα θεμελιώδη, δηλαδή την τροφή και τη στέγη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η απελπισμένη επιθυμία για τάξη ικανοποιείται όλο και περισσότερο από την πεντηκοστιανή θρησκεία, οι εκκλησίες της όποιας προσφέρουν ένα οντολογικό πλαίσιο για να κατανοήσουν οι πιστοί τις οριακές ζωές τους. Το σήμα κατατεθέν τους δεν είναι η θεολογία της απελευθέρωσης, αλλά η «ευημερία» ως μέσο μιας επί της γης σωτηρίας. Με σκληρή δουλειά, αυτοπειθαρχία, σωστή συμπεριφορά και κοινοτική υποστήριξη, οι πιστοί μπορούν να βελτιωθούν και να πληρώσουν τη δεκάτη τους στην ποιμαντική οργάνωση που τους βοηθά. Τυπικά, οι νεο-προτεσταντικές εκκλησίες είναι επίσης σκιώδεις οικονομικές εταιρείες, που καθιστούν εκατομμυριούχους τους επικεφαλής τους. Μέχρι το 2014, το ευαγγελικό ποίμνιο στη Βραζιλία αριθμούσε περίπου 80 εκατομμύρια. Οι πεντηκοστιανές επιχειρήσεις έχουν δύναμη και στο πολιτικό επίπεδο. Το ένα πέμπτο των βουλευτών του Κογκρέσου θεώρησε ότι ήταν προς όφελός τους να δηλώσουν πως τις υποστηρίζουν. Τέσσερα χρόνια αργότερα όμως οι όροι άλλαξαν. Η επιτυχία της θεολογίας της ευημερίας συνέπιπτε με τα χρόνια της ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Λούλα, σκορπίζοντας αισιοδοξία για υλική άνοδο. Μέχρι το 2018, η υπόσχεση της σταθερής βελτίωσης εξαφανίστηκε. Για πολλούς, όλα τώρα φαίνονται να διαλύονται.
Ο Bolsonaro είναι προϊόν αυτής της κακής συνθήκης. Γεννήθηκε το 1955 στο εσωτερικό μιας μικρής πόλης του Σάο Πάολο, αλλά η καριέρα του ξεδιπλώθηκε εξ ολοκλήρου στο Ρίο, όπου στην ηλικία των 18 ετών, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, εισήλθε σε στρατιωτική ακαδημία κοντά στην πόλη, ως εκπαιδευόμενος αλεξιπτωτιστής. Μέσα σε δέκα χρόνια έγινε λοχαγός και το 1986 δημοσίευσε ένα άρθρο όπου διαμαρτύρονταν για τους χαμηλόμισθους του στρατού και συνελήφθη για απειθαρχία. Μετά την απελευθέρωση του σχεδίασε μια σειρά μικρών εκρήξεων σε διάφορα στρατόπεδα για να προξενήσει δυσαρέσκεια στις τάξεις τους στρατού. Πιθανώς επειδή έτυχε κάποιας προστασίας από τους ανώτερους αξιωματικούς που αναγνώριζαν ως θετικούς τους στόχους του, αν όχι και τις μεθόδους του, η έρευνα που διεξήχθη εναντίον του δεν κατέληξε τελεσίδικα, αν και τα αποδεικτικά στοιχεία περιλάμβαναν χάρτες που είχε σχεδιάσει ο ίδιος. Παρόλα αυτά αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε ηλικία μόλις 33 ετών. Πέντε μήνες αργότερα εξελέγη στο δημοτικό συμβούλιο του Ρίο. Μέσα σε άλλα δύο χρόνια είχε μεταπηδήσει στο Κογκρέσο με τις ψήφους της Vila Militar, μια περιοχή στα δυτικά της πόλης που χτίστηκε για τους στρατιώτες και τις οικογένειές τους, τόπος με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατιωτών στη Λατινική Αμερική, καθώς και με τις ψήφους της περιοχής γύρω από τη στρατιωτική ακαδημία στο νότο της πόλης, όπου είχε θητεύσει ως μαθητής.
Στη Βραζίλια, ο Bolsonaro σύντομα ζήτησε καθεστώς εξαίρεσης και προσωρινό κλείσιμο του Κογκρέσου και το επόμενο έτος - το 1994 - δήλωσε ότι θα προτιμούσε «να επιβιώσει σε ένα στρατιωτικό καθεστώς απ’ το να πεθάνει σε αυτή τη δημοκρατία». Κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, η κοινοβουλευτική του σταδιοδρομία συνίστατο κυρίως σε ομιλίες που εκθείαζαν τη στρατιωτική δικτατορία και τις ένοπλες δυνάμεις. Ζητούσε επαναφορά της θανατικής ποινής, χαμηλότερη ηλικία ποινικής ευθύνης, ευκολότερη πρόσβαση στα πυροβόλα όπλα∙ επιτίθεται στους αριστερούς, τους ομοφυλόφιλους και τους άλλους εχθρούς της κοινωνίας. Επανεκλέχθηκε έξι φορές, με την εκλογική του βάση στα στρατόπεδα και τους περιβόλους τους, κρατώντας σταθερό τον αριθμό των ψηφοφόρων του - περίπου 100.000 ψήφους - ώσπου το 2014 ξαφνικά τετραπλασιάστηκαν. Το άλμα αυτό, που δεν επισημάνθηκε αρκετά εκείνη την εποχή, αποτελούσε κάτι περισσότερο από τη γενική επίδραση της οικονομικής κρίσης, αν και σαφώς αυτή έπαιξε ρόλο.
Η αντίθεσή στο PT - το antipetismo - υπήρξε για πολύ καιρό μια ισχυρή τάση της πολιτικής κουλτούρας της Βραζιλίας, ως αντίθεση της μεσαίας τάξης στην υπεροχή του PT, και εντατικοποιήθηκε καθώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (κυρίως το Veja, το κορυφαίο ειδησεογραφικό μαγκαζίνο της χώρας) υποδαύλισαν την οργή για τη διαφθορά, προωθώντας έτσι τις προεδρικές εκστρατείες του PSDB. Όμως, κανείς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον Bolsonaro σε μοχθηρία, σε αυτό το μέτωπο. Εξάλλου, είχε μάθει κάτι από την αστική εξέγερση του 2013 που το PSDB δεν έμαθε. Τότε, νέοι ακτιβιστές μιας νέας Δεξιάς στο Σάο Πάολο - πολύ πιο μπροστά από τους μεγαλύτερούς τους ή την πολιτική τάξη γενικά - είχαν πρωτοστατήσει στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έτσι ώστε να συγκροτηθούν τεράστιες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Επρόκειτο για νεοφιλελεύθερους ριζοσπάστες, κάτι που δεν ήταν ο Bolsonaro, γι αυτό και υπήρξε ελάχιστη επαφή μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, μπόρεσε να δει τι είχαν επιτύχει και δημιούργησε το δικό του προσωπικό σχεδιασμό πριν από οποιονδήποτε ανταγωνιστή. Στα τέλη του 2017, ήταν πολύ πιο μπροστά από όλους, με 7 εκατομμύρια ακολούθους στο Facebook, αριθμός διπλάσιος από εκείνον της πιο δημοφιλούς εφημερίδας της χώρας.
Η επιτυχία της εικόνας που προβάλλει σε αυτό το μέσο δεν ήταν απλώς μια αντανάκλαση της βίας των δηλώσεών του. Η εντύπωση, η οποία δίνεται από την κάλυψη του Τύπου στο εξωτερικό για το πρόσωπο του Bolsonaro, ενός συνεχώς άγριου φανατισμού, είναι παραπλανητική. Η δημόσια προσωπικότητά του είναι πιο διφορούμενη από αυτή: ωμή και βίαιη σίγουρα, αλλά με μια παιδική, παιχνιδιάρικη πλευρά, ικανή για ένα λαϊκό, κατά περιπτώσεις ακόμα και αυτοσαρκαστικό, καλό χιούμορ, μακρυά από τη βλοσυρή συμπεριφορά του Τραμπ με τον οποίο τώρα συχνά συγκρίνεται. Το υπόβαθρό του ήταν λιγότερο φτωχό από ό, τι του Λούλα - ο πατέρας του, ήταν ένας οδοντίατρος χωρίς άδεια, που πήγαινε δουλεύοντας από τη μια μικρή πόλη στην άλλη - αλλά αρκετά πλειβιακό για τα πρότυπα της ελίτ της Βραζιλίας. Αν και είναι τώρα σε καλύτερη θέση (ιδιοκτήτης πέντε ακινήτων), η επαφή με τον κόσμο έρχεται φυσικά. Το χάρισμα του ταξιδεύει ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, τόσο των λαϊκών όσο και των πιο μορφωμένων.
Παντρεμένος τρεις φορές, ο Μπολσονάρο έχει τέσσερις γιους από τις δύο πρώτες του συζύγους και μια κόρη («μια στιγμή αδυναμίας», του αρέσει να αστειεύεται) από την τρίτη του, Μισέλ, εθελόντρια σε ένα παράρτημα της Συνέλευσης του Θεού, του οποίου ο τηλε-ευαγγελιστής ηγέτης, ο τρίτος πλουσιότερος πάστορας στη Βραζιλία (φημολογείται ότι η περιουσία του είναι αξίας 150 εκατομμυρίων δολαρίων), πάντρεψε το ζευγάρι. Αφού ερευνήθηκε από την ομοσπονδιακή αστυνομία, αυτή έφυγε για μια εκκλησία βαπτιστών κοντά στο διαμέρισμά τους. Αν και Καθολικός από την καταγωγή του, ο Bolsonaro έχει δώσει τα καλύτερα ευαγγελικά διαπιστευτήρια, ταξιδεύοντας με έναν ιερέα για να βαφτιστεί στο Ισραήλ. Η οικογένεια είναι το πολιτικό κάστρο του. Σε αντίθεση με την οικογένεια Τραμπ, οι τρεις μεγαλύτεροι γιοί του Bolsonaro έχουν κάνει επιτυχημένες εκλογικές καριέρες: ο ένας είναι τώρα βουλευτής της Βουλής του Ρίο. Ένας άλλος, στο Σάο Πάολο, είναι ο πιο πολύ-ψηφισμένος για βουλευτής στην ιστορία της Βραζιλίας. Ο τρίτος είναι σύμβουλος στο Ρίο. Συχνά θεωρούνται ως ένα μίγμα έμπιστων συμβούλων και σωματοφυλάκων γύρω του, ενώ η Michelle είναι ο θυροφύλακας για τον έξω κόσμο.
Αν και εδώ και πολύ καιρό ήταν χωρίς φιλίες στο Κογκρέσο, ο Bolsonaro κατανόησε την ανάγκη για συμμαχίες, ώστε να κερδίσει την προεδρία, και έδειξε ότι είχε τις δεξιότητες για να τις αποκτήσει.
Κρατώντας μαζί αυτά τα διαφορετικά τμήματα του καθεστώτος, τα πρόσθεσε στον κύκλο που αποτελείται από τον ίδιο τον Bolsonaro, τους απογόνους του και το άμεσο περιβάλλον του. Η άφιξή τους στην κορυφή του κράτους σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στη γεωγραφία της εξουσίας στη Βραζιλία.
Πώς λοιπόν μπορεί να ταξινομηθεί ο Bolsonaro; Συχνά ακούγεται στην Αριστερά της Βραζιλίας και στο φιλελεύθερο τύπο της Ευρώπης ότι η άνοδός του αντιπροσωπεύει μια σύγχρονη εκδοχή του φασισμού. Η ίδια, βέβαια, είναι μια τυπική απεικόνιση του Τραμπ σε φιλελεύθερους και αριστερούς κύκλους στην Αμερική και το Βόρειο Ατλαντικό γενικότερα, αν και τυπικά ανάμεικτη με ρήτρες διαφυγής - «σαν», «θυμίζει», «μοιάζει» - καθιστώντας σαφές ότι δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από τεμπέλικες ύβρεις. Η ετικέτα δεν είναι πιο αληθοφανής στη Βραζιλία. Ο φασισμός ήταν μια αντίδραση στον κίνδυνο κοινωνικής επανάστασης σε μια εποχή οικονομικής εξάρθρωσης ή ύφεσης. Ο φασισμός στηρίχθηκε σε αφοσιωμένα στελέχη, οργανωμένα μαζικά κινήματα και κατείχε μια αρθρωμένη ιδεολογία. Η Βραζιλία είχε τη δική της εκδοχή, τους πρασινοπουκαμισάδες Integralistas, που στο απόγειό τους είχαν πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη, με αρχηγό τον Plínio Salgado, εκτεταμένο Τύπο, εκδοτικό πρόγραμμα και ομάδα πολιτιστικών οργανώσεων, που μάλιστα έφτασαν κοντά στο να πάρουν την εξουσία το 1938, μετά την αποτυχία μιας κομμουνιστικής εξέγερσης το 1935. Τίποτα έστω και λίγο συγκρίσιμο με όρους κινδύνου για την καθεστηκυία τάξη από τα αριστερά ή από μια πειθαρχημένη μαζική δύναμη από τα δεξιά δεν υφίσταται στη Βραζιλία σήμερα. Το 1964, υπήρχε ακόμα ένα σημαντικό κομμουνιστικό κόμμα, με επιρροή στις ένοπλες δυνάμεις, ένα μαχητικό συνδικαλιστικό κίνημα και αυξανόμενη αναταραχή στην ύπαιθρο, υπό έναν αδύναμο Πρόεδρο που πρότεινε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό ήταν αρκετό για να προκαλέσει όχι μια φασιστική, αλλά μια συμβατική δικτατορία. Το 2018, το παλιό κομμουνιστικό κόμμα έχει από καιρού εκλείψει, τα μαχητικά συνδικάτα είναι ξεπερασμένα, οι φτωχοί είναι παθητικοί και διεσπαρμένοι, το PT είναι ένα ήπιο μεταρρυθμιστικό κόμμα που επί χρόνια είχε καλές σχέσεις με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ξερνώντας φωτιές, ο Bolsonaro μπόρεσε να κερδίσει μια εκλογική αναμέτρηση. Αλλά απουσιάζει κάθε οργανωτική υποδομή υπό την ηγεσία του, όπως και κάθε ανάγκη για μαζική καταστολή από τη στιγμή που δεν υπάρχει μαζική αντιπολίτευση για να καταστείλει.
Είναι καλύτερα να καταχωρήσουμε τον Bolsonaro ως λαϊκιστή; Ο όρος αυτός έχει υποφέρει τόσο πολύ από την πληθωριστική χρήση του, από τα έγκριτα μέσα ενημέρωσης, ως το φόβητρο για όλα, που η χρησιμότητά του έχει απομειωθεί. Αναμφισβήτητα, η συμπεριφορά του ως γενναίου εχθρού του κατεστημένου και το στυλ του τραχύ άντρα του λαού ανήκει στο ρεπερτόριο αυτού που γενικά γίνεται αντιληπτό ως λαϊκισμός. Προσαρμόζοντας τον εαυτό του στο πρότυπο του Προέδρου των ΗΠΑ, ξεπέρασε τον Τραμπ στο να τυλίγει τον εαυτό του με την εθνική σημαία και να τουιτάρει - 70% περισσότερα tweets από τον Τραμπ την πρώτη εβδομάδα της θητείας του. Αλλά στην προθήκη των σημερινών δεξιών λαϊκιστών ο Bolsonaro δεν ταιριάζει στα στάνταρντ από τουλάχιστον δύο απόψεις. Η μετανάστευση δεν είναι ένα ζήτημα στη Βραζιλία, όπου μόνο 600.000 από έναν πληθυσμό 204 εκατομμυρίων έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό - 0.3%, σε σύγκριση με περίπου 14% στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία ή 15% στη Γερμανία. Ο ρατσισμός φυσικά είναι ένα θέμα, στο οποίο ο Bolsonaro, όπως και ο Τραμπ, έχει κάνει συγκαλυμμένες εκκλήσεις, και του οποίου η βία υπάρχει στις πρακτικές της αστυνομίας που αυτός ενθαρρύνει. Αλλά, σε αντίθεση με τον Τραμπ, αυτός κέρδισε ένα μεγάλο ακροατήριο μαύρων και μιγάδων στις εκλογές, και δεν είναι πιθανό να το ρισκάρει προσεγγίζοντας ένα αντίστοιχο της ξενοφοβικής αντι-μεταναστευτικής ρητορικής που συναντάμε στο Βόρειο Ατλαντικό. Το ένα τρίτο του κόμματός του στο Κοινοβούλιο είναι πράγματι μη λευκό - μεγαλύτερο ποσοστό και από το περίφημο προοδευτικό αντίστοιχο των Δημοκρατικών στο 116ο Κογκρέσο των ΗΠΑ.
Μια δεύτερη αξιοσημείωτη διαφορά αφορά στο χαρακτήρα του πατριωτισμού του Bolsonaro. Η Βραζιλία δεν είναι μια χώρα όπου έχει συντελεστεί ή απειλείται από απώλεια εθνικής κυριαρχίας, όπως στην περίπτωση χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή από ιμπεριαλιστική παρακμή, όπως στην περίπτωση των ΗΠΑ ή της Μεγάλης Βρετανίας, από τους δύο δηλαδή οδηγούς του δεξιόστροφου λαϊκισμού στο Βορρά. Οι πατριωτικοί του αλαλαγμοί είναι πιο επίπλαστοι. Σήμερα, αυτός δεν είναι εχθρός του ξένου κεφαλαίου. Ο εθνικισμός του, αρκετά υπερβολικός στην έκφρασή του, βασικά παρουσιάζεται ως δηλητηριώδεις μεταφορές αντι-σοσιαλισμού, αντι-φεμινισμού και ομοφοβίας, παραφυάδες ξένες προς την βραζιλιάνικη ψυχή. Αλλά δεν έχει καμία αντιπαράθεση με τις αγορές. [...]
Σε σχέση με τον Τραμπ, την κοντινότερη αναλογία του Bolsonaro ως πολιτικού, ο τελευταίος επιδεικνύει ένα διαφορετικό σετ πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων. Αν και προέρχεται από ένα πολύ πιο ταπεινό κοινωνικό υπόβαθρο, ο Bolsonaro είναι λιγότερο αμαθής. Η εκπαίδευση σε μια στρατιωτική ακαδημία συμπυκνώνεται σε αυτό: τα βιβλία δεν του είναι ένα απόλυτο μυστήριο. Όντας ενήμερος για μερικά από τα ελλείμματά του, δεν έχει το βαθμό εγωπάθειας του Τραμπ. Η υπερβολική εμπιστοσύνη του Τραμπ στον εαυτό του δεν προέρχεται μόνο από το οικογενειακό υπόβαθρο εκατομμυριούχου, αλλά και από μια μακρά και πετυχημένη σταδιοδρομία στην κερδοσκοπία επί των ακινήτων και στη showbiz. Ο Bolsonaro, που δεν διοίκησε τίποτα στη ζωή του, δεν διαθέτει τέτοια προσωπική σταδιοδρομία. Είναι λιγότερο εξασφαλισμένος. Έχοντας ως δεδομένα κάθε είδους ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα, όπως στην περίπτωση του Τραμπ, σε αντίθεση με τον τελευταίο, αυτός θα μαζευτεί γρήγορα εάν οι αντιδράσεις γίνουν πολύ αρνητικές. Οι πρώτες εβδομάδες της προεδρίας του υπήρξαν μια κακοφωνία από αντιτιθέμενες δηλώσεις και ανασκευές ή αρνήσεις αυτών.
Δεν είναι απλώς λόγω χαρακτήρα, αλλά και λόγω περίστασης, που ο Bolsonaro είναι μια πιο εύθραυστη φιγούρα. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τραμπ εκτοξεύτηκαν στην εξουσία σχεδόν σε μια νύχτα, ενάντια σε κάθε προσδοκία. Ο Τραμπ κέρδισε την προεδρία με ένα ελαφρώς μικρότερο ποσοστό ψήφων (46%) από αυτό του Bolsonaro (55%). Αλλά οι υποστηρικτές του είναι ιδεολογικά ένθερμοι και σταθερά μαζί του, ενώ η στήριξη του Bolsonaro μπορεί να είναι ευρύτερη, αλλά είναι πιο επιφανειακή, όπως δείχνουν οι μετεκλογικές δημοσκοπήσεις που απορρίπτουν πολλές από τις προτεινόμενες πολιτικές του. Ο Τραμπ, παρόλα αυτά, ήρθε στην εξουσία αφού κυριάρχησε σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα της χώρας, ενώ ο Bolsonaro κέρδισε την εξουσία στην ουσία μόνος του, χωρίς καμία θεσμική υποστήριξη στις εκλογές. Αφότου εκλέχθηκε, από την άλλη, δεν θα κυβερνήσει, γιατί δεν μπορεί, χωρίς να λάβει υπόψη του τους θεσμούς γύρω του, όπως προσπαθεί να κάνει ο Τραμπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι λιγότερο ωμός, καθώς στη Βραζιλία πολλοί από αυτούς τους θεσμούς είναι πιο αυταρχικοί από ό,τι στις ΗΠΑ. Οι ιθαγενείς λαοί του Αμαζονίου είναι τα σίγουρα θύματα: σε αντίθεση με τους μαύρους, είναι μια αμελητέα ποσότητα στις κάλπες, και καθώς οι κτηνοτρόφοι ιδιοκτήτες ράντζων σαρώνουν τον οικότοπό τους (με μακροπρόθεσμες συνέπειες που δεν θα μετριαστούν από τις θλιβερές χειρονομίες του Παγκόσμιου Βορρά για τη συγκράτηση της κλιματικής αλλαγής), θα είναι οι πρώτοι που θα υποφέρουν. Επίσης, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς - ειδικά αν η οικονομία δεν καταφέρει να πάρει τα πάνω της και πρέπει να αποσπάσει την προσοχή από αυτό - τον Bolsonaro να καταστέλει άγρια στις φοιτητικές διαμαρτυρίες. Περικυκλώνοντας ακτιβιστές του Κινήματος των Ακτημόνων (MST) ή του αστικού ισοδύναμού του, του MTST, απαγορεύοντας τις οργανώσεις τους, και διαλύοντας απεργίες όπου χρειάζεται. Αλλά αφήνοντας τη ζούγκλα στην άκρη, μια τέτοια καταστολή είναι πιθανό να είναι λιανική, όχι χονδρική.
* Καθηγητής ιστορίας και κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (UCLA)
* η μετάφραση έγινε από τους Δημήτρη Παπανικολόπουλο και Βασίλη Ρόγγα
1 London Review of Books - Vol. 41 No. 3 · 7 February 2019