Της Δέσπως Κριτσωτάκη*
Τι μπορούμε να μάθουμε από τις κλινικές σημειώσεις ψυχιάτρων, ψυχολόγων και ψυχιατρικών κοινωνικών λειτουργών για την ιστορία της σεξουαλικότητας στην Ελλάδα; Τα ιστορικά ασθενών του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών της Θεσσαλονίκης (έτος ίδρυσης 1956) καταγράφουν τις σκέψεις και εμπειρίες κοριτσιών και αγοριών, γυναικών και ανδρών από τα μεσαία και λαϊκά στρώματα γύρω από το σεξ και αναδεικνύουν σημαντικές αλλαγές στις προσλήψεις της σεξουαλικότητας από το τέλος της δεκαετίας του 1960 και στη δεκαετία του 1970.
Αξιοσημείωτη αλλαγή αποτελεί η αυξανόμενη ελευθερία και λεπτομέρεια με την οποία νέες και νέοι 17-25 ετών συζητούσαν πλέον τις προγαμιαίες εμπειρίες τους. Οι κοπέλες μιλούσαν για το αν είχαν ολοκληρωμένες επαφές, αν επιδίδονταν σε «παραλλαγές», όπως «πεολειχία», και αν έφταναν σε οργασμό. Οι νέοι άνδρες παραπονιούνταν για δειλία στις ερωτικές σχέσεις, φόβο αποτυχίας και προβλήματα κατά τη σεξουαλική πράξη, όπως απώλεια στύσης. Αν και πιο ανοιχτές, οι συζητήσεις αυτές αφήνουν να φανούν οι ενοχές των νέων γύρω από τη σεξουαλικότητά τους. Ορισμένες κοπέλες δικαιολογούσαν την εκτός γάμου σεξουαλική τους δραστηριότητα, λέγοντας ότι ήταν «σχεδόν αρραβωνισμένες». Άλλες μετάνιωναν για τη σεξουαλική τους ευθύτητα, όπως η 19χρονη Τασία, η οποία το 1974 ζήτησε από ένα νέο «ευθέως να κάμη έρωτα μαζί της». Τέλος, νέοι και νέες ένιωθαν ενοχές και φόβο για τις ομοφυλοφιλικές σκέψεις και εμπειρίες τους, τις οποίες ενίοτε έβλεπαν ως εμπόδιο στη δημιουργία «κανονικών» σχέσεων.
Παρότι οι ειδικοί αντιμετώπιζαν τις προκλητικές συμπεριφορές και τις ομοφυλοφιλικές τάσεις ως προβληματικές -σε αντίθεση με τις ετερόφυλες, μονογαμικές και σταθερές σχέσεις, που λογίζονταν ως το κανονικό ή το ιδανικό- τις απενοχοποιούσαν, εξηγώντας τες στο πλαίσιο των συναισθηματικών αναγκών και προβλημάτων των νέων. Η Τασία, για παράδειγμα, που είχε μελαγχολικές τάσεις και παλιότερα είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, διαγνώστηκε με κατάθλιψη και διαβεβαιώθηκε απ’ τον ψυχίατρο ότι «η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδίωξις δημιουργίας σεξ. σχέσεων δεν είναι παρά μια προσπάθεια ‘να κρατηθεί’ κάπου και δεν οφείλεται σε δική της, όπως νομίζει, αδυναμία περί τα σεξουαλικά και θα ήταν σφάλμα να θεωρεί τον εαυτόν της ‘φτηνό’ και πόρνη». Άλλο εξηγητικό πλαίσιο των σεξουαλικών προβλημάτων των νέων ήταν η καταπίεση των γονιών τους και η έλλειψη γνώσης γύρω από το σεξ, ερμηνείες με τις οποίες συμφωνούσαν συχνά και οι νέοι και νέες, εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία για περισσότερο ελεύθερες και ανεκτικές οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις. Οι ειδικοί του Κέντρου ενστερνίζονταν τα αιτήματα αυτά και επιχειρούσαν να τα προωθήσουν με τον τρόπο τους, δηλαδή με ψυχοθεραπείες (ατομικές, οικογενειακές, ομαδικές) και κοινωνικές θεραπείες (ομαδικές δραστηριότητες και κοινωνικοποίηση στη Θεραπευτική Λέσχη του Κέντρου).
Συμπερασματικά, μέσα από τα ιστορικά ασθενών παρακολουθούμε τόσο αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, όσο και διεθνείς τάσεις του τέλους της δεκαετίας του 1960 και εξής, όπως αύξηση της ανοιχτότητας γύρω από το σεξ, αποσύνδεση του σεξ από τον γάμο και στροφή προς τις επιστήμες «ψ» για τη διαχείριση των σεξουαλικών προβλημάτων. Αν, μπαίνοντας στο πεδίο «ψ», συμπεριφορές όπως η ομοφυλοφιλία και η προκλητική γυναικεία σεξουαλικότητα απενοχοποιήθηκαν, δεν έπαψαν να προβληματοποιούνται, αυτή τη φορά ως ενδείξεις συναισθηματικής αστάθειας, ψυχοκοινωνικής ανωριμότητας και διαταραγμένων οικογενειακών σχέσεων.
* Πανεπιστήμιο Κρήτης