Απόσπασμα από το βιβλίο του Γρηγόρη Ἀγγελόπουλου Ἡμερολόγιο Πολέμου (1940-1941), Βιβλιόραμα-ΑΣΚΙ, 2002
Μαλιμάδι, 5 Νοεμβρίου 1940
Ἡ πείνα μ’ ἔσπρωξε τό μεσημέρι ὥς τήν ἕδρα τοῦ Συντάγματος. Βρῆκα τυρί, ἐλιές και μαῦρο κρασί. Τά ‘φερα στή σκηνή μου καί μέ τό νοσοκόμο μου στρώθηκα στό θεσπέσιο αὐτό γεῦμα. Μόλις τελείωσα εἶπα πώς ὁ θάνατος τώρα θά μοῦ ἦταν λιγότερο ὀδυνηρός. Δέν πρόλαβα νά τελειώσω τήν σκέψη μου καί μιά βόμπα ἀεροπλάνου σφυρίζει κοντά καί πέφτει στό δάσος, 20 μέτρα κάτου ‘πό τή σκηνή μου. Ἀντιλήφτηκα τίς πέτρες πού πέφταν στό ἀντίσκηνο καί βγῆκα μέ τά ἐφόδιά μου νά ἰδῶ τ’ἀποτελέσματα. Ἕνας φαντάρος φώναζε γιά τό πόδι του καί καλοῦσε βοήθεια. Τόν ἐπέδεσα ὑπό τήν ἀεροπορικήν βοήν (συντριπτικό κάταγμα κνήμης). Ἄλλος, τραῦμα τοῦ κρανίου ἐλαφρό καί τῆς ὀσφύος. Τρίτος, τοῦ κρανίου. Πλησιάζω στό λάκκο πού ἄνοιξε η βόμπα. Ἕνα πτῶμα πνιγμένο στά αἵματα, δίχως κρανίο καί μυαλά. Δίπλα ἕνας δεκανέας ἀπό τούς Γαργαλιάνους, Ἀναγνωστόπουλος, ζοῦσε […] τοῦ ἄνοιξε ἀπό πίσω τήν ὀσφύν ἕνα πελώριο χάσμα, ἀπ’ὅπου ξεχύθηκαν τά ἄντερά του. Πέθανε στά χέρια μου! Ἠ καρδιά μου πιά εἶχε σπάσει τελείως ἀπό τή φρίκη… Ἠθικό στούς στρατιῶτες μηδέν! Το βράδυ ὁ συνταγματάρχης μίλησε μέ πόνο, καί ζητοῦσε ἀπό τούς στρατιῶτες ἐκδίκηση. Το ἴδιο καί ὁ ταγματάρχης ἐνεθάρρυνε και ὑπήσχετο πλιάτσικα, καί γα…. στούς Ἰταλούς!- Ἔπεσα σ’ ἕνα ὕπνο ἀπελπισμένο.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Στάθη Γκοτσίνα Από χιόνι… Πολεμώντας στην Αλβανία, Βιβλιόραμα-ΑΣΚΙ, 2006
Χιόνια καί κακό. Θολούρα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. Οἱ νυφάδες παχιές, ἀφράτες κάτασπρες πέφτουν στή γῆ. Ἀποβραδύς τό εἶχε στρώσει καλά. Σήμερα ὅμως μέ τήν ἡμέρα ἔκλεισε ὁ οὐρανός και ἡ γῆ. Χαλασμός. Τέτοιο πράγμα δέν εἶδα ποτέ μου. Τόσο πηχτό καί χοντρό χιόνι σάν κομμάτια ἀφράτο μπαμπάκι. Ἄλλο πράμα. Καί εἴμαστε κάπως σέ χαμήλωμα. Φαντάσου τί θά γίνεται στίς γραμμές.
Ἔζεψα τά κάρρα γιά τόν ἐφοδιασμό. Κάπου 1 ½ ὥρα μακρυά τό χωριό Στροπέκο, καμμιά 30 σπίτια ἀνάμεσα στά ὁποῖα ξεχωρίζει ὁ ὀβελίσκος τού μιναρέ. Περπάτησα ὥς ἐκεί. Ποῦ νά σταθῆς μέσ’ στό κάρρο ἤ σέ ἄλογο. Χάνεις τά πάντα σου. Καί δέν εἶναι μόνο πού κοκαλιάζεις. Στά πόδια, στά χέρια παντοῦ. Ἰδίως στά ἄκρα νοιώθεις ἕνα ἀλλόκοτο βαρύ πόνο πού σέ βαρεῖ στό κεφάλι. Οὔτε κάλτσες- ὅσες καί νά φορεῖς ἀπανωτά- οὔτε γάντια οὔτε τίποτε. Δέν ὑπάρχει σωτηρία. Στόν δρόμο- στενός καρρόδρομος πού χρησιμοποιεῖται καί ἀπό αὐτοκίνητα καί γίνεται θρῆνος ἀπό τά κολλήματα- κατηφορίζουν σειρές ἀτέλειωτες στρατιώτες, κατηφορίζουν ἀπό τίς γραμμές, ἀπό τό μέτωπο. Ἀξύριστοι, βρώμικοι, λασπιασμένοι, μέ σκασμένες μύτες καί τά χείλη μουτζαλιασμένα. Καθώς τρέχουν οἱ μύξες καί τά σάλια ξεμέναν ἀπάνου στά γένεια καί στά μουστάκια και ἐδεκεῖ πάγωναν καί κοκκάλωναν. Τά βλέπεις καθαρά σάν κρύσταλλα ἐδῶ, ἀφήνουν μιά παράξενη γυαλάδα ἀπάνου στά μοῦτρα πού τά κάνουν ἀηδία. Μάτια μές στις κόχες ξεθωριασμένα.Ἔκφραση πού ἀποτύπωσε βαθειά τή μεγάλη δοκιμασία τῆς βαρυχειμωνιάς, τοῦ πρωτοφανοῦς κρύου, τῆς κακοπέρασης, τῆς ἀϋπνίας καί πιό πίσω τήν ἀγωνία τοῦ πολέμου. Τούς περνοῦν λίγο πίσω γιά ἀνάπαυση. Τό χιόνι τούς ἔχει πασπαλίσει καλά. Οὔτε μιλιά δέν ἀκοῦς. Οὔτε ὤχ. Νέοι. Καί ὅλα προδίδουν μεγάλη εγκαρτέρηση. Ξημέρωσαν ὀρθοί στίς προφυλακές ἀνάμεσα σέ ξέρακες καί σε κοτρώνια, ἡμέρες πολλές ὁλορθόστητοι καί τούς ἔδειρε ἀνήλεα τό χιόνι καί ἡ παγωνιά νύχτα μέρα. Σακατεύτηκαν στό ντουφεκίδι καί στό κανόνι καί μόλις πρόλαβαν νά βάλουν λίγο κονιάκ ἤ ξερή σταφίδα στό στόμα τους, βιαστικά. Τώρα δέν ἔμεινε τίποτα μέσα τους. Τούς κυττῶ καί τούς περιεργάζομαι ὥρα. Δέν τελειώνουν. Εἶναι ὅλο τό Σ/γμα. Ὅσοι μεῖναν δηλαδή ἀπό τό ξεπάγιασμα καί ἀπ’ τήν φωτιά πού καί τά δύο κάνουν θραύση μεγάλη. Κι ὅμως αὐτοί προχωρῆσαν. Σήμερα πῆγαν ἄλλοι ζωντανοί στή θέση τους. Χθές τούς περάσαν στό χωριό. Σέ καμμιά δεκαριά μέρες θά γυρίσουν πιό μπροστά αὐτοί. Ἴσως νά συνοδευθοῦν καί αὐτοί ἀπ’ την εὐαρέσκεια τοῦ Μεράρχου μας «Εἰς τό πεζικόν μου». Προσέχτε αὐτό τό «μου», «ἐκφράζω τήν θερμοτάτην εὐαρέσκειάν μου» κλπ.- Σύνθεσις τρομαχτική ὁ πόλεμος. Τά χάνεις ὅταν βρεθεῖς κοντά του καί τόν ἰδῆς καί τόν αἰσθανθεῖς κατάμουτρα.-
Λοιπόν στον ἐφοδιασμό χιόνι και λάσπη. Τινάζομαι καί στό λεφτό ἄλλο στρῶμα ἀπάνου μου. Ὧρες καί ὧρες διαπληκτίζομαι, ἀγωνίζομαι, πολεμῶ, θυμώνω, ἀφρίζω καί τίποτε δέν κάνω. Ἀργά κατά τό βράδυ ἐπιστρέφω. Τά χάλια μου. Βρῆκα Χρυσούλα γράμμα σου στό γραφείο. Γραφείο λέξη ὀλότελα συμβατική. Πέντε τετρ. μέτρα χῶρος πού κοιμοῦνται στό χῶμα 5-6 ἀξ. καί χρησιμοποιοῦμε γιά γραφεῖα καί καθίσματα καί δέματα. Τί ἐξαιρετικό πράγμα ἕνα γραμματάκι, δύο λόγια ἀπό σένα καλό μου. Φτάνει γιά νά ξεκουράση καί νά ἁπαλύνη ἡμερῶν μάχες καί ταλαιπωρίες. Ἐπίσης πῆρα ἕνα δεματάκι μέ ἕνα κασκόλ καί σταφίδες ἀπό τόν ἀγαπητό φίλο Μπ.- Σπουδαῖο πράμα. Ὄχι τόσο γιά τό περιεχόμενο ὅσο γιατί ἦρθε, ὅσο γιατί μᾶς τὄστειλαν. Ὅλα αὐτά τά γράμματα καί τά δελτάρια καί τά δεματάκια ἁπλώνουν, παίρνουν ἀλλοιώτικο, διαφορετικό περιεχόμενο ἀπό ἐκείνο πού πραγματικά ἔχουν. Ἄς εἶναι καί μιᾶς δεκάρας πράμμα. Δέν θά τό καταλάβετε ποτέ αὐτό ἐσεῖς ἐκεῖ κάτου. Ἔχουν τό νόημά τους, τήν μεγάλη ψυχολογία τους. Ἕνα τόσο δά πραματάκι προσφέρει τόση βοήθεια, τόσο ἐκτεταμένη καθαρή ἱκανοποίηση. Μεγάλη δουλειά καί ἀκόμα μέγιστος, τεράστιος παράγων τονώσεως και ἐνισχύσεως. Σέ κατατρύχει ἡ ἀνίατη λές ὀδύνη καί ἀπογοήτευση καί ἕνα δύο λεξούλες σέ ἀποκαθιστούν παιδάκι καί ζωντάνια καί ψυχή. Μυστήριο.-