του Boaventura de Sousa Santos, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κοϊμπρα
- Αν και είναι αλήθεια ότι, εφόσον αυτά τα δύο τελευταία χρόνια συμπαρατάχθηκε με την ανεξέλεγκτη (αλλά αρκετά ελεγχόμενη σε άλλα σημεία) συμπεριφορά ενός μέρους του δικαστικού σώματος, η βραζιλιάνικη Δεξιά έδειξε μια περιορισμένη προσήλωση στη δημοκρατία, πιστεύω πως ορισμένοι τομείς της δεν είναι πρόθυμοι να αυτοκτονήσουν για τη σωτηρία «των αγορών». Θα πρέπει να ενωθούν ενεργά ενάντια στον Bolsonaro.
Η δημοκρατία της Βραζιλίας βρίσκεται στο χείλος της αβύσσου. Το θεσμικό πραξικόπημα που τέθηκε σε κίνηση με την εκδίκαση της Προέδρου Dilma Rousseff και οδήγησε στην άδικη φυλάκιση του πρώην Προέδρου Lula da Silva είναι τέλειο. Η ολοκλήρωσή του απέκτησε ένα νόημα που είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί από πολλές από τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που το προωθούσαν ή απλώς δεν θα διαφωνούσαν με αυτό. Ορισμένες από αυτές είτε δρούσαν είτε αντιδρούσαν με την ειλικρινή πεποίθηση πως το πραξικόπημα αποσκοπούσε στην αναγέννηση της δημοκρατίας της Βραζιλίας καταπολεμώντας τη διαφθορά, ενώ άλλοι θεώρησαν ότι ήταν ένας τρόπος εξουδετέρωσης της ανύψωσης των λαϊκών τάξεων σε ένα βιοτικό επίπεδο που αργά ή γρήγορα θα αποτελούσε απειλή όχι μόνο για τις ελίτ, αλλά και για τις μεσαίες τάξεις (ανάμεσα τους υπήρχαν πολλοί που ήταν οι ίδιοι αποτέλεσμα των αναδιανεμητικών πολιτικών, ενάντια στις οποίες στρέφονταν τώρα). Φυσικά καμία από τις δύο ομάδες δεν έκανε λόγο για πραξικόπημα, ενώ και οι δύο πίστευαν ότι η δημοκρατία ήταν εκεί για να μείνει. Δεν λάμβαναν υπόψη τους την ύπαρξη τριών ωρολογιακών βομβών, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν σε πολύ διαφορετικές χρονικές στιγμές, θα μπορούσαν να εκραγούν ταυτόχρονα. Εάν συνέβαινε αυτό, η δημοκρατία θα έδειχνε την ασθενικότητά της και ενδεχομένως θα αποδεικνύονταν ανίκανη να επιβιώσει.
Κατασκευασμένη σε εποχές αποικιοκρατίας και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανεξαρτησίας, η πρώτη ωρολογιακή βόμβα πυροδοτήθηκε με ιδιαίτερα βάναυσο τρόπο σε πολλές περιπτώσεις σε όλη τη σύγχρονη ιστορία της Βραζιλίας και ποτέ δεν είχε αφοπλιστεί αποτελεσματικά. Είναι το ίδιο το DNA μιας κοινωνίας χωρισμένης σε κύριους και υπηρέτες, τις ολιγαρχικές ελίτ και τον «ανίδεο» λαό, τη θεσμική κανονικότητα και την εξωθεσμική βία - με μια λέξη, μια εξαιρετικά άνιση κοινωνία στην οποία η κοινωνικοοικονομική ανισότητα δεν έχει ποτέ απαλλαγεί από τις φυλετικές και έμφυλες προκαταλήψεις. Παρά τα λάθη και τα ελαττώματά τους, οι κυβερνήσεις του Εργατικού Κόμματος ήταν απαράμιλλες στη μεθοδολογία με την οποία συνέβαλαν στην εξουδετέρωση αυτής της βόμβας, δημιουργώντας πολιτικές κοινωνικής ανακατανομής και καταπολέμησης των φυλετικών και έμφυλων διακρίσεων με τρόπους που ήταν πρωτοφανείς στη ιστορία της Βραζιλίας.
Για να είναι αποτελεσματικός αυτός ο αφοπλισμός, τέτοιες πολιτικές θα πρέπει να είναι βιώσιμες και να βρίσκονται σε ισχύ για αρκετές γενιές, διατηρώντας έτσι τη μνήμη των ακραίων ανισοτήτων και διακρίσεων από το να είναι δεκτική σε πολιτικές επανενεργοποίησης από εχθρικές δυνάμεις. Μιας και δε συνέβη κάτι τέτοιο, οι πολιτικές αυτές είχαν άλλες επιπτώσεις, αλλά απέτυχαν να εξουδετερώσουν την ωρολογιακή βόμβα. Αντίθετα, προκάλεσαν όσους είχαν την εξουσία να την ενεργοποιήσουν και να το πράξουν όσο το δυνατόν νωρίτερα, προτού είναι πολύ αργά και οι απειλές που ετίθεντο στην ελίτ και τις μεσαίες τάξεις καταστούν μη αναστρέψιμες. Η συντριπτική δαιμονοποίηση του Εργατικού Κόμματος από τα ολιγοπωλιακά ΜΜΕ, ειδικά από το 2013 και μετά, ανέδειξε αυτή την απεγνωσμένη επιθυμία να σταματήσει η απειλή.
Η δεύτερη ωρολογιακή βόμβα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας που κυριαρχούσε στη χώρα από το 1964 έως το 1985 και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των διαπραγματεύσεων που οδήγησε στον εκδημοκρατισμό. Η βόμβα συνίστατο στο να γίνουν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Βραζιλίας όχι μόνο ο εγγυητής της ενάντια σε εξωτερικούς εχθρούς, όπως γίνεται συνήθως στις δημοκρατίες, αλλά και ο τελικός εγγυητής της εντόπιας πολιτικής τάξης. Αυτό το «τελικός» σημαίνει εδώ μια κατάσταση ετοιμότητας παρέμβασης κάθε δεδομένη στιγμή που θα θεωρηθεί έκτακτη από τις ίδιες της Ένοπλες Δυνάμεις. Με αυτόν τον τρόπο (όχι όπως στην Αργεντινή, αλλά περίπου όπως συνέβη στη Χιλή), όχι μόνο ήταν αδύνατο να τιμωρηθούν τα εγκλήματα της δικτατορίας, αλλά επίσης επιτράπηκε στο στρατό να επιβάλει στους εκλογείς του 1988 28 παραγράφους σχετικά με το συνταγματικό καθεστώς των Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο πολλοί από αυτούς που κυβέρνησαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μπορούσαν να συνεχίσουν να κυβερνούν ως εκλεγμένοι πολιτικοί στο δημοκρατικό Κογκρέσο. Τα καλέσματα για στρατιωτική επέμβαση και η αυταρχική μιλιταριστική ιδεολογία σοβούσαν και ήταν τόσο έτοιμα να εκραγούν ώστε, όταν μέλη του στρατού άρχισαν να επεμβαίνουν πιο ενεργά στην εσωτερική πολιτική τους τελευταίους μήνες (ζητώντας τη φυλάκιση του Λούλα για παράδειγμα), φάνηκε κάτι φυσιολογικό δεδομένων των έκτακτων συνθηκών.
Η τρίτη ωρολογιακή βόμβα φτιάχτηκε στις ΗΠΑ μετά το 2009 (χρονιά του θεσμικού πραξικοπήματος στην Ονδούρα), όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλήφθηκε ότι η Λατινική Αμερική εκφεύγει σιγά σιγά του ελέγχου που αδιάκοπα διατηρούσε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα (με την εξαίρεση της Κουβανικής περίπτωσης). Η απώλεια του ελέγχου σήμαινε δυο κινδύνους για την ασφάλεια των ΗΠΑ: η αμφισβήτηση της απρόσκοπτης πρόσβασης στους ατελείωτους φυσικούς πόρους και η ολοένα και πιο ανησυχητική παρουσία της Κίνας στην ήπειρο, που πολύ πριν από τον Τραμπ θεωρήθηκε η νέα παγκόσμια απειλή για το διεθνές μονοπώλιο που οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει να επιτύχουν με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Έτσι, η βόμβα άρχισε να δημιουργείται με τη βοήθεια όχι μόνο των παραδοσιακών μηχανισμών της CIA και της Αμερικανικής Στρατιωτικής Σχολής των ΗΠΑ, αλλά κυρίως μέσω νέων μηχανισμών της επονομαζόμενης υπεράσπισης της «φιλικής προς την αγορά δημοκρατίας». Αυτό σήμαινε ότι, εκτός από την αμερικανική κυβέρνηση, οι παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδέονται με οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ (όπως αυτές που χρηματοδοτούνται από τους αδελφούς Koch). Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια υπεράσπιση της δημοκρατίας που υπαγορευόταν από τα συμφέροντα της αγοράς και, ως εκ τούτου, μπορούσε να εγκαταλειφθεί όταν αυτά τα συμφέροντα το απαιτούσαν. Αυτή η ωρολογιακή βόμβα άρχισε να λειτουργεί στη διάρκεια των διαμαρτυριών του 2013 στη Βραζιλία και βελτιώθηκε με την ιστορική ευκαιρία που έδωσε η πολιτική διαφθορά. Η τεράστια εμπλοκή των ΗΠΑ στο δικαστικό σύστημα είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε χώρες όπως η μετασοβιετική Ρωσία και η Κολομβία, μεταξύ πολλών άλλων. Όταν το ζήτημα δεν είναι η αλλαγή καθεστώτος, η παρέμβαση πρέπει να αποπολιτικοποιηθεί. Σε αυτό έγκειται ο αγώνας ενάντια στη διαφθορά. Είναι γνωστό ότι οι πιο σημαντικές πληροφορίες για την επιχείρηση Lava Jato τροφοδοτήθηκαν από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ τα υπόλοιπα προέκυψαν από κατάπτυστη «ανταποδοτική διαγραφή» (ένα είδος δικαστικής διαπραγμάτευσης). Ωστόσο, στην περίπτωση της Βραζιλίας, ο αγώνας κατά της διαφθοράς δεν θα ήταν αρκετός. Θα ουδετεροποιούσε τη συμμαχία της Βραζιλίας με την Κίνα στο πλαίσιο των χωρών BRICS, αλλά δεν θα άνοιγε πλήρως το βραζιλιάνικο πεδίο στα συμφέροντα των πολυεθνικών.
Στην πραγματικότητα, οι πολιτικές που επιδιώχθηκαν από τη Βραζιλία τα τελευταία 40 χρόνια (με κάποιες να χρονολογούνται από τα χρόνια της δικτατορίας) είχαν ως αποτέλεσμα η χώρα να έχει στην κατοχή της μέχρι πολύ πρόσφατα αποθέματα πετρελαίου εκτός της διεθνούς αγοράς, δύο μεγάλες κρατικές εταιρείες, δύο μεγάλες κρατικές τράπεζες και 57 ομοσπονδιακά πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα. Αυτό σημαίνει πως πρόκειται για μια χώρα που απέχει πολύ από το νεοφιλελεύθερο ιδανικό και ότι για να πλησιάσει αυτό το ιδανικό ήταν αναγκαία μια αυταρχική παρέμβαση, δεδομένου του βαθμού αποδοχής των κοινωνικών πολιτικών του Εργατικού Κόμματος από τον λαό της Βραζιλίας. Εξού και η ανάδυση του Jair Bolsonaro ως «αγαπημένου υποψηφίου» των αγορών. Εκείνα που λέει για τις γυναίκες, τους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους ή τα βασανιστήρια έχουν ελάχιστη σημασία για τις «αγορές». Έχει ελάχιστη σημασία ότι το μίσος που καλλιεργεί οδηγεί σε μια φλεγόμενη χώρα. Νωρίς το πρωί της Δευτέρας 8 Οκτωβρίου, ο Moa do Katende, γνωστός δάσκαλος της καποέιρα, δολοφονήθηκε στην πόλη Σαλβαδόρ από έναν υποστηριχτή του Bolsonaro που δεν έβλεπε θετικά το γεγονός ότι ο δάσκαλος εξέφραζε την υποστήριξή του στον Haddad (υποψήφιο του Εργατικού Κόμματος). Και αυτό είναι μόνο η αρχή. Τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία για «τις αγορές» στο βαθμό που οι οικονομικές πολιτικές του Bolsonaro θυμίζουν εκείνες του Πινοσέτ στη Χιλή. Και πράγματι, ο επικεφαλής οικονομολόγος του κατέχει άμεση γνώση εκείνης της διαβόητης χιλιανής πολιτικής. Ο Steve Bannon, ο αμερικανός ακροδεξιός πολιτικός, υποστηρίζει ενεργά και ανοιχτά τον Bolsonaro, όμως αυτό δεν είναι παρά μόνο η εμπροσθοφυλακή της υποστήριξης εκ μέρους της Αυτοκρατορίας. Οι ψηφιακοί αναλυτές αντιμετωπίζουν με έκπληξη την τεχνική υπεροχή της εκστρατείας του Bolsonaro στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία περιλαμβάνει τη μικρο-στόχευση, το υπερ-προσωποποιημένο ψηφιακό μάρκετινγκ, τη συναισθηματική χειραγώγηση, τις ψευδείς ειδήσεις, τα ρομπότ, τα bots των κοινωνικών δικτύων κλπ. Όσοι παρακολούθησαν το ντοκιμαντέρ «Μαύρο χρήμα» για την επιρροή των χρημάτων στις αμερικανικές εκλογές, που προβλήθηκε πρόσφατα στο PBS (αμερικανικός οργανισμός δημόσιας ραδιοτηλεόρασης), μπορεί εύκολα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ψευδείς ειδήσεις στη Βραζιλία (για τα παιδιά, τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, την έκτρωση, τον κομμουνισμό κλπ) είναι η μετάφραση στα πορτογαλικά των ειδήσεων που κυκλοφόρησαν από το «μαύρο χρήμα» στις ΗΠΑ, είτε για την προώθηση είτε για την καταστροφή υποψηφίων. Καταλαβαίνει, επίσης, ότι δεν έχει σχεδόν καμία σημασία (ακόμα και αν είναι αληθινό) αν κάποια από τα κέντρα που παράγουν μηνύματα έχουν τη βάση τους στο Μαϊάμι ή τη Λισαβόνα.
Η νίκη του Jair Bolsonaro στο δεύτερο γύρο θα ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη πυροδότηση αυτών των τριών ωρολογιακών βομβών. Η βραζιλιάνικη δημοκρατία δύσκολα θα επιβιώσει από την καταστροφή που θα προκαλέσει αυτή η πυροδότηση. Συνεπώς, ο δεύτερος γύρος είναι ζήτημα επιβίωσης του συστήματος, ένα πραγματικό δημοψήφισμα για το αν η Βραζιλία θα έπρεπε να παραμείνει δημοκρατία ή να γίνει ένα νέο είδος δικτατορίας. Αυτή την περίοδο, στη Βραζιλία, έχει τύχει μεγάλης κυκλοφορίας σε ένα βιβλίο μου με τίτλο «Αριστεροί του κόσμου, ενωθείτε!» Αν και στηρίζω κάθε του λέξη, η δεδομένη στιγμή μου επιβάλλει να εκφράσω μια ευρύτερη έκκληση: Δημοκράτες της Βραζιλίας, ενωθείτε! Αν και είναι αλήθεια ότι, εφόσον αυτά τα δύο τελευταία χρόνια συμπαρατάχθηκε με την ανεξέλεγκτη (αλλά αρκετά ελεγχόμενη σε άλλα σημεία) συμπεριφορά ενός μέρους του δικαστικού σώματος, η βραζιλιάνικη Δεξιά έδειξε μια περιορισμένη προσήλωση στη δημοκρατία, πιστεύω πως ορισμένοι τομείς της δεν είναι πρόθυμοι να αυτοκτονήσουν για τη σωτηρία «των αγορών». Θα πρέπει να ενωθούν ενεργά ενάντια στον Bolsonaro. Γνωρίζω πως, δεδομένου του μίσους τους για το Εργατικό Κόμμα, πολλοί από αυτούς απλώς δεν θα είναι σε θέση να προτείνουν ψήφο υπέρ του Haddad. Σε αυτή την περίπτωση, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να πουν: μην ψηφίσετε τον Bolsonaro. Φαντάζομαι και περιμένω πως αυτό θα ειπωθεί δημόσια και πειστικά από κάποιον που κάποτε υπήρξε καλός μου φίλος, τον Fernando Henrique Cardoso, τον πρώην πρόεδρο της Βραζιλίας που πριν από αυτό το αξίωμα ήταν επίσης σπουδαίος κοινωνιολόγος. Όλοι, εξίσου άντρες και γυναίκες (οι γυναίκες δεν θα έχουν πιο αποφασιστικό ρόλο στη ζωή τους και στη ζωή όλων των Βραζιλιάνων τα επόμενα χρόνια) πρέπει να εμπλακούν στην ενεργή συμμετοχή, πόρτα-πόρτα. Πρέπει, επίσης, να έχουν δύο πράγματα κατά νου. Πρώτον, ο μαζικός φασισμός δεν αποτελούνταν ποτέ από φασιστικές μάζες, αλλά από καλά οργανωμένες φασιστικές μειοψηφίες που ήταν ικανές να κεφαλαιοποιήσουν τις νόμιμες βλέψεις των απλών πολιτών για δουλειά και ασφαλή ζωή. Δεύτερον, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου, προκειμένου να διασφαλίσουμε έναν βαθμό δημοκρατικής κανονικότητας, δεν αρκεί να κερδίσει ο Haddad, αλλά πρέπει να κερδίσει με μεγάλη διαφορά.
Μετάφραση: Έλενα Ψυλλάκου, Βασίλης Ρόγγας