Του Κωστή Παπαδημητρίου*
-Η μελέτη των Μονοκρούσου - Θωμάκου του 2012 για την Ελλάδα εκτιμούσε ότι μια μείωση των δαπανών κατά 1 δις ευρώ θα μείωνε την ανάπτυξη κατά 1,89 δις ευρώ, ενώ μια αύξηση των φόρων κατά 1 δις ευρώ θα μείωνε την ανάπτυξη κατά μόνο 0,5 δις ευρώ σε βάθος τριετίας [...]. Συνεπώς, η έμφαση που δόθηκε στην πλευρά της αύξησης των φόρων αντί για τη μείωση των δαπανών στην περίοδο 2015-18 ήταν σωστή, όσο δυσάρεστο και αν είναι να πληρώνει κανείς φόρους.
Η αντίδραση της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και στη συνέχεια στην κρίση του ευρώ ήταν η επιβολή δημοσιονομικής λιτότητας. Είναι μια πολιτική που μετέτρεψε την οικονομική σε κοινωνική κρίση. Στηρίχτηκε στην νεοφιλελεύθερη θεωρία ότι η λιτότητα λειτουργεί επεκτατικά (αναπτυξιακά) για την οικονομία και ότι υπάρχει ένα επίπεδο δημοσίου χρέους πέρα από το οποίο δεν πρέπει να ανέβει μια χώρα. Η Βίβλος της Λιτότητας αποτελείται από τα έργα δύο επιστημονικών ζευγών, των Roberto Alesina - Silvia Ardagna (Large Changes in Fiscal Policy: Taxes Versus Spending, 2009) και των Kenneth Rogoff - Karmen Reinhart (Growth in a Time of Debt, 2010). Μάλιστα ο Rogoff είχε επισκεφτεί την Αθήνα τον κρίσιμο Φεβρουάριο του 2010 δίνοντας μια κρίσιμη ομιλία με μεγάλη επίδραση στην εγχώρια ελίτ. Μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση ήταν ότι ο νομπελίστας Joseph Stiglitz έδινε την ίδια μέρα και σχεδόν την ίδια ώρα μια διάλεξη σε κοντινό σημείο στην Αθήνα λέγοντας περίπου τα αντίθετα. Ωστόσο, η διεθνής και εγχώρια πνευματική μόδα προτίμησε τον Rogoff με τα γνωστά αποτελέσματα.
Όπως εξηγεί σε πρόσφατο άρθρο του o καθηγητής οικονομικών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Simon Wren-Lewis, τα έργα αυτά είχαν δυσανάλογη επιρροή στη δημόσια συζήτηση για την αξία της λιτότητας σε σχέση με την περιορισμένη αποδοχή που είχαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα. «Ο λόγος που οικονομολόγοι όπως ο Alesina ή ο Rogoff προβλήθηκαν τόσο πολύ στην αρχική συζήτηση για την λιτότητα είναι όχι επειδή ήταν επηρεαστικοί (στην ακαδημαϊκή κοινότητα), αλλά επειδή χρησίμευσαν στους πολιτικούς της Δεξιάς ώστε να προσφέρουν διανοητική αξιοπιστία στην πολιτική που ήθελαν να ακολουθήσουν», σχολιάζει ο Wren-Lewis. Και προσθέτει ότι η επιρροή του έργου τους δεν είχε διάρκεια στην ακαδημαϊκή κοινότητα, που πλέον δέχεται ότι δεν υπάρχει «επεκτατική λιτότητα» ή κάποιο κρίσιμο επίπεδο χρέους. «Μέχρι το 2013 οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί οικονομολόγοι είχαν πειστεί για το σφάλμα της λιτότητας (που ήταν ούτως ή άλλως μειοψηφική άποψη)», τονίζει ο Βρετανός καθηγητής, παραδεχόμενος ότι αυτό δεν πέρασε στα μέσα ενημέρωσης, κυρίως γιατί οι πολιτικοί συνέχιζαν να εφαρμόζουν ούτως ή άλλως τη λιτότητα για τους δικούς τους λόγους.
Ένας από τους πυρήνες αυτού του ζητήματος είναι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής, μια έννοια που εισήγαγε ο Βρετανός οικονομολόγος John Maynard Keynes, το 1930. Η κεϋνσιανή θεωρία άλλαξε τα οικονομικά και υιοθετήθηκε από τις μεταπολεμικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις προσφέροντας μια μεγάλη περίοδο ανάπτυξης στις δυτικές χώρες. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι ο λόγος της μεταβολής που προκαλείται στην παραγωγή από μια αλλαγή είτε στις δημόσιες δαπάνες είτε στα δημόσια έσοδα. Περιγράφει την επίδραση που έχει μια δημόσια δαπάνη (ή μια μείωση των φόρων) στο διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο γίνεται στη συνέχεια νέα ιδιωτική δαπάνη αυξάνοντας περαιτέρω τη ζήτηση στην οικονομία και τελικά το παραγόμενο προϊόν. Ο πολλαπλασιαστής είναι μεγαλύτερος στη φάση της ύφεσης, όταν υπάρχουν αδρανείς παραγωγικές δυνάμεις (ανεργία, μηχανήματα που δεν χρησιμοποιούνται, κλειστά ακίνητα). Η δημόσια ζήτηση κινητοποιεί αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις και το προϊόν αυξάνεται. Αντίθετα, στη φάση της ανάπτυξης το αποτέλεσμα είναι μικρότερο, γιατί η δημόσια ζήτηση ανταγωνίζεται πόρους που χρειάζεται ο ιδιωτικός τομέας.
Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι δύσκολο να υπολογιστεί εκ των προτέρων και στη διαδικασία των οικονομικών προβλέψεων των διεθνών οργανισμών λαμβάνεται μια εκτίμηση που αποτελεί εν πολλοίς απλή έως και αυθαίρετη υπόθεση. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνείται να αποκαλύψει τους πολλαπλασιαστές που χρησιμοποιεί στις μακροοικονομικές προβλέψεις της. Μια πρόσφατη μελέτη (Σεπτέμβριος 2018) της ΕΚΤ, παρόλο που προσπαθεί να αποδομήσει το επιχείρημα Blanchard, χρησιμοποίησε έμμεσες μεθόδους για να ανιχνεύσει ποιους πολλαπλασιαστές χρησιμοποίησαν οι οικονομολόγοι της Επιτροπής και βρήκε ότι ενδεχομένως χρησιμοποίησαν πολλαπλασιαστές χαμηλότερους και από το 0,5, ακόμη και 0 κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, για να τον ανεβάσουν κοντά στο 1 στη συνέχεια.
Στην αντιπαράθεση Ευρωπαίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών και αγγλοσαξόνων κεϋνσιανών οικονομολόγων παρενέβη παραδόξως υπέρ των δεύτερων το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το 2012, με επικεφαλής οικονομολόγο τότε τον Γάλλο (με καριέρα στην Αμερική) Olivier Blanchard. Στην τακτική έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο εκείνου του έτους, ο ίδιος επισήμανε ότι, ενώ όλες οι οικονομικές προβλέψεις που γίνονταν εκείνον τον καιρό, συμπεριλαμβανομένων του (αυτοκριτικού) ΔΝΤ, αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ, φαίνεται να υπέθεταν ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής στις αναπτυγμένες οικονομίες ήταν κοντά στο 0,5, η νέα ανάλυση τον τοποθετούσε στο 0,9 έως το 1,7 στην περίοδο από την κρίση και μετά.
Η συνέπεια είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Αν ίσχυε το πρώτο, τότε η λιτότητα δεν είχε σημαντική αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη, ίσως και να ήταν και θετική, όπως ισχυρίζονταν οι θιασώτες της. Αν ίσχυε το δεύτερο, τότε η λιτότητα ήταν καταστροφική. Εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε ότι ο Blanchard, εμπνευστής κατά τα άλλα της καταστροφικής «εσωτερικής υποτίμησης» που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, είχε δίκιο σε αυτή τη μεταστροφή του. Και μάλιστα οι συνέπειες της λιτότητας δεν ήταν μόνο οικονομικές, αλλά επίσης κοινωνικές και πολιτικές.
Λίγες ημέρες μετά την έκθεση του ΔΝΤ, επίσης τον Οκτώβριο του 2012, οι οικονομολόγοι της Eurobank Πλάτων Μονοκρούσος και Δημήτρης Θωμάκος δημοσίευσαν μια επανεκτίμηση του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή και των συνιστωσών του για την Ελλάδα, όπου βρήκαν ότι ο πολλαπλασιαστής των δημοσιονομικών δαπανών είναι 1,32 κατά την υφεσιακή φάση και, ειδικότερα, ότι ο πολλαπλασιαστής των μισθών του δημοσίου φτάνει ακόμη και το 2,35! Το αντίθετο συμβαίνει στην φάση ταχείας ανάπτυξης, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις και σε συμφωνία με τη γενική θεωρία.
Μια σειρά μελετών διεθνώς (πριν και μετά την κρίση του 2008) έχει δείξει ότι γενικά ο πολλαπλασιαστής των δημοσίων δαπανών είναι μεγαλύτερος από τον πολλαπλασιαστή των δημοσίων εσόδων. Με άλλα λόγια, μια αύξηση των δαπανών βοηθά την οικονομία περισσότερο από μια μείωση των φόρων και το αντίστροφο, μια μείωση των δαπανών κάνει μεγαλύτερη ζημιά από μια αύξηση των φόρων. Αυτό αναφέρει μια επισκόπηση της βιβλιογραφίας (41 ανεξάρτητες μελέτες) που περιλαμβάνεται σε έκθεση του ΔΝΤ (Fiscal Multipliers: Size, Determinants, and Use in Macroeconomic Projections, 2014). Αντίστοιχα, η μελέτη των Μονοκρούσου - Θωμάκου του 2012 για την Ελλάδα εκτιμούσε ότι μια μείωση των δαπανών κατά 1 δις ευρώ θα μείωνε την ανάπτυξη κατά 1,89 δις ευρώ, ενώ μια αύξηση των φόρων κατά 1 δις ευρώ θα μείωνε την ανάπτυξη κατά μόνο 0,5 δις ευρώ σε βάθος τριετίας (πάντως διευκρίνιζαν ότι δεν συνιστούσαν την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, αλλά τη βελτίωση του μηχανισμού συλλογής των φόρων). Συνεπώς η έμφαση που δόθηκε στην πλευρά της αύξησης των φόρων αντί για τη μείωση των δαπανών στην περίοδο 2015-18 ήταν σωστή, όσο δυσάρεστο και αν είναι να πληρώνει κανείς φόρους.
Σήμερα, το αφήγημα της υπερφορολόγησης απειλεί εκ νέου να εκτροχιάσει τις πολιτικές σε λάθος δρόμο. Η οικονομική επιστήμη δείχνει ότι σε αυτή τη φάση της οικονομίας που μόλις μπαίνει σε έναν κύκλο ανάπτυξης, η έμφαση πρέπει να παραμείνει στην πλευρά των δαπανών και όχι των φόρων ή εν πάση περιπτώσει να γίνει πιο ισορροπημένα. Η μείωση των φόρων θα πρέπει να περιμένει μέχρι να αναθερμανθεί για τα καλά η οικονομία. Άλλωστε, όσον αφορά τις επενδύσεις, η χώρα έχει ένα ιστορικό προηγούμενο αδυναμίας πραγματοποίησης επαρκών ιδιωτικών επενδύσεων, ακόμη και στην περίοδο της ανάπτυξης, του φτηνού δανεισμού και της χαμηλής φορολογίας. Το κενό είχαν καλύψει, καλώς ή κακώς, οι δημόσιες επενδύσεις.
* Οικονομολόγου - δημοσιογράφου