Live τώρα    
Για την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Για την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης

Του Γιώργου Νικολόπουλου*

Ένα ακανθώδες ζήτημα για το οποίο έχουν χυθεί τόνοι από μελάνι, δίχως να παρθούν ανάλογες αποφάσεις, είναι η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης. Αν ο πολίτης αισθάνεται ότι δεν μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη και να βρει το δίκιο του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τότε τίθενται εν αμφιβόλω τα δικαιώματά του και αμφισβητείται ο ίδιος ο πυρήνας του κράτους δικαίου. Ταυτόχρονα, η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης αποτελεί και τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη διότι αποτρέπει τις επενδύσεις, δεν εξασφαλίζει σταθερότητα δικαίου και δημιουργεί καχυποψία στους επενδυτές. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως η υπερβολική καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση απονομής δικαιοσύνης. Αδιαμφισβήτητα η μεγάλη αυτή καθυστέρηση αποτελεί μία χρόνια παθογένεια με πολλές προεκτάσεις. Αυξάνω, λοιπόν, τον όγκο μελάνης, διότι κάτι φαίνεται να αλλάζει.

Είναι γνωστό ότι η χώρα μας την τελευταία εικοσαετία, συγκριτικά με τα υπόλοιπα 27 κράτη - μέλη, βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στις τελευταίες χώρες της Ε.Ε. Από τους υψηλούς απαιτούμενους χρόνους επίλυσης διαφορών έως τη χαμηλή διαθεσιμότητα ηλεκτρονικών μέσων και την ανύπαρκτη χρήση τεχνολογίας μεταξύ δικαστηρίων και δικηγόρων, η εικόνα του ελληνικού συστήματος πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστεί ικανοποιητική. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό πίνακα αποτελεσμάτων της Ε.Ε στον τομέα της Δικαιοσύνης που δημοσιεύτηκε το 2018 και αφορά το δικαστικό έτος 2016, η χώρα μας κατατάσσεται ανάμεσα στις τελευταίες θέσεις. Πιο συγκεκριμένα, για την εκδίκαση αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό η Ελλάδα κατέχει την 20η θέση ανάμεσα στους 27, με αναγκαίο μέσο χρόνο λίγο κάτω από τις 400 ημέρες, όταν για τις διοικητικές υποθέσεις ο χρόνος είναι 1000 μέρες και η θέση μας η 21η. Η καθυστέρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η χώρα μας δαπανά χρήματα άνω του μέσου όρου της Ε.Ε. στα δικαστήρια, ενώ διαθέτει μεσαίο προς υψηλό αριθμό δικαστών και υψηλό αριθμό δικηγόρων ανά κάτοικο.

Οι αιτίες αυτής της χρόνιας παθογένειας μπορούν να περιοριστούν σε 3 κυρίως κατηγορίες.

1α) Πολυνομία και κακή ποιότητα της νομοθεσίας (ασάφεια, αποσπασματικότητα, μεταβλητότητα), καθώς και η ελλιπής κωδικοποίησή της.

1β) Μη υιοθέτηση εκ μέρους της Διοίκησης βέλτιστων πρακτικών στις σχέσεις της με τους διοικουμένους με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στρέφονται κατά της διοίκησης και αντίστροφα.

1γ) Άμετρη προσφυγή του δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

1δ) Μη έγκαιρη εναρμόνιση της νομοθεσίας με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων και ιδίως όσων είναι καταδικαστικές.

1ε) Η δικομανής νοοτροπία της κοινωνίας, η ύπαρξη της οποίας δεν εξηγείται από τη δυσάρεστη παράδοση, ευνοείται όμως σίγουρα από τον υπερπληθισμό των δικηγόρων.

2) Θεσμική ανεπάρκεια όσον αφορά τις εξωδικαστικές μορφές επίλυσης των διαφορών (διαιτησία - διαμεσολάβηση - ποινική συνδιαλλαγή) και έλλειψη αντίστοιχης νοοτροπίας του δικηγορικού σώματος, αλλά και των πολιτών. Αξιοσημείωτο είναι πως η υποχρεωτική διαμεσολάβηση, έπειτα από αίτημα του προέδρου του ΔΣΑ κ. Βερβεσού, κρίθηκε πρόσφατα αντι-συνταγματική από την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, δεν θα ισχύσει για το δικαστικό έτος 2018-19. Σύμφωνα με πληροφορίες, το σημείο που θεωρείται προβληματικό είναι ότι η υποχρεωτική παρουσία δικηγόρων ανεβάζει το κόστος για τον πολίτη, βγάζοντάς τους έξω από τη διαδικασία...

3) Υπερβολική καθυστέρηση μετάβασης στην ψηφιακή εποχή. Με τον Ν. 4055/2012 προβλέφθηκε η δυνατότητα ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων. Είναι πρόδηλο, όμως, ότι η επιτυχία της νέας αυτής δυνατότητας, που προβλέπεται ότι θα διευκολύνει τους διαδίκους και θα επιταχύνει τις διαδικασίες εκδικάσεως των υποθέσεων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανταπόκριση του δικηγορικού κόσμου, η οποία ήταν ισχνή. Δυστυχώς, από το 2012 έχουν χορηγηθεί μόνο 4.000 ψηφιακές υπογραφές σε δικηγόρους, η χορήγηση των οποίων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ηλεκτρονική κατάθεση εγγράφων, ενώ μέσω αυτής έχουν κατατεθεί μόνο 1.100 δικόγραφα και μόλις από 130 συναδέλφους. Η μέχρι τώρα αποτυχία του θεσμού έγκειται αφενός στην έλλειψη πληροφόρησης, αλλά και εύρεσης τρόπου εξαναγκασμού του δικηγορικού σώματος να αποκτήσει ψηφιακή υπογραφή, και αφετέρου στην διάθεση, αλλά και την ιδιαίτερη νοοτροπία των συναδέλφων, οι οποίοι αρνούνται να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή μορφή δικηγορίας.

Αξίζει να σημειωθεί, έπειτα από δύο δεκαετίες υπομονής, ότι τους τελευταίους μήνες έχουν σημειωθεί ορισμένες σημαντικές εξελίξεις αναφορικά με την ηλεκτρονική δικαιοσύνη στην Ελλάδα, των οποίων τα αποτελέσματα δεν είναι ορατά ακόμα λόγω του στενού χρονικού πλαισίου. Ήδη έχουν αρχίσει να αξιοποιούνται οι δυνατότητες που παρέχουν οι σύγχρονες Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), γεγονός το οποίο έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς, ιδίως σε ό,τι αφορά την επιτάχυνση της διαδικασίας, και ως εκ τούτου αναμένεται να γίνει ακόμη πιο αισθητό τα αμέσως επόμενα χρόνια, μετά δηλαδή από την πλήρη εφαρμογή αφενός όλων των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων που αφορούν τη διοικητική δίκη και αφετέρου του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, να αγκαλιάσουμε τα νέα ψηφιακά εργαλεία και τις νέες δυνατότητες που μας παρέχονται, ειδάλλως, εάν δεν το αντιληφθούμε αυτό, θα είναι πλέον αναγκαία μία νέα μορφή «υποχρεωτικότητας».

* Δικηγόρος, υπ. διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0