Live τώρα    
Όχι αυτός, εμείς (και δεν είμαστε λαϊκιστές)
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Όχι αυτός, εμείς (και δεν είμαστε λαϊκιστές)

Jodi Dean

Το βασικό θέμα στην προεδρία Trump δεν είναι o Trump. Το βασικό θέμα είμαστε εμείς.

Η Αριστερά πρέπει να εστιάσει στο να οργανωθεί, στο να μην κοιτάει τον κόσμο, την Αμερική και την πολιτική συγκυρία μέσα από την προοπτική τού Trump. Να οργανωθεί σημαίνει να γνωρίσει πού και ποιοι είμαστε, κάτι το οποίο χρειάζεται μια προοπτική διαφορετική από αυτήν που αντιτίθεται στον Trump και τις συνθήκες που τον παρήγαγαν. Αυτές οι συνθήκες είναι ο επικοινωνιακός καπιταλισμός. Εμείς που αντιτιθέμεθα στον Trump είμαστε και θα έπρεπε να δούμε τους εαυτούς μας ως κομμουνιστές.

Το ουσιαστικό λάθος της Αριστεράς κατά την προεδρία Bush ήταν ότι η Αριστερά μετέφερε την προσοχή της από τις βαθιές ανισότητες στην Αμερική, σε ένα στενό όραμα των ΗΠΑ ως κυριαρχούμενων από λευκούς ευαγγελιστές. Παρά το γεγονός ότι ο Al Gore κέρδισε τη λαϊκή ψήφο και το Ανώτατο Δικαστήριο διέκοψε την επανακαταμέτρηση στη Φλόριδα, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο την εκλογή στον George W. Bush, μεγάλο μέρος της Αριστεράς έμοιαζε να βυθίζεται στη φαντασίωση ότι η χώρα πλέον ήταν μια τεράστια κόκκινη πολιτεία, η εξουσία της οποίας είχε καταληφθεί από ανθρώπους που αρέσκονταν στο να φαντάζονται εαυτούς να πίνουν ποτό με τον Dubya. Η χώρα είχε διαιρεθεί αλλά το μόνο που μπορούσε να διακρίνει η Αριστερά ήταν μια τεράστια επέκταση της συντηρητικής δύναμης, έναν αχανή μηχανισμό συντονισμού μάλλον παρά ένα πολύπλοκο πεδίο πολλαπλών αλληλοσυνδεόμενων αλλά ταυτόχρονα ανταγωνιστικών δυνάμεων. Εξαιτίας της αποτυχίας της να δώσει έμφαση στη διαίρεση, αυτή η περιορισμένη προοπτική –που παραμέλησε τις διαφορές ανάμεσα σε φονταμενταλιστές, ευαγγελιστές, συντηρητικούς, νεοσυντηρητικούς, καπιταλιστές, νεοφιλελεύθερους, ελευθεριακούς, και τη φυλετική και ταξική σύγκρουση που διαπερνά όλους αυτούς τους προσδιορισμούς– συνέδραμε στην εγκαθίδρυση της Ρεπουμπλικανικής ηγεμονίας. Η Αριστερά είδε εαυτήν ως ολοκληρωτικά κατακερματισμένη και διασπασμένη, ενώ τη Δεξιά ως ενοποιημένο όλον. Η Αριστερά δεν μπορεί να κάνει το ίδιο λάθος ξανά. Πρέπει να υπογραμμίσει το γεγονός όχι μόνο της αποτυχίας του Trump να κερδίσει τη λαϊκή ψήφο αλλά και του μεγάλου αριθμού των πολιτών που έμειναν σπίτι κατά την τελευταία εκλογική διαδικασία. Ο Trump κέρδισε την υποστήριξη του ενός τετάρτου της χώρας – και η δημοτικότητά του παρέμεινε σε ιστορικό χαμηλό για υποψήφιο πρόεδρο των Η.Π.Α. Η χώρα είναι διχασμένη. Το κατεστημένο είναι διχασμένο. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι διχασμένο. Η κυβέρνηση είναι διχασμένη, όπως παρατηρήσαμε στην πρόωρη ένταση ανάμεσα στον Trump και τις υπηρεσίες πληροφοριών και όπως αργότερα έγινε εμφανές στον συνεχώς κλιμακούμενο αριθμό «αδίστακτων» και «ψεύτικων» κυβερνητικών υπηρεσιών στο Twitter (για παράδειγμα, Alt National Parks and RogueNASA). Ο διχασμός είναι καλός, εάν γνωρίζουμε πώς να τον χρησιμοποιήσουμε και να εκμεταλλευτούμε το κενό της πολιτικής πιθανότητας. Η εκμετάλλευση των διαιρέσεων απαιτεί αρκετή ενότητα στην εφαρμογή μιας στρατηγικής. Ένα μάθημα από τα τελευταία τριάντα χρόνια έντονου νεοφιλελευθερισμού είναι ότι η Αριστερά δίνει έμφαση στην ατομική επιλογή εντός ενός εκτενούς, ασαφούς δημοκρατικού περιβάλλοντος, δυσδιάκριτου από την επικρατούσα τάση των νεοφιλελεύθερων. Οι πολιτικές δράσεις αποτυγχάνουν να κλιμακωθούν και απομένουμε με πολλαπλές στιγμιαίες πρωτοβουλίες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για χρηματοδότηση και προσοχή μέσα στα πολύπλοκα δίκτυα του επικοινωνιακού καπιταλισμού.

Ο επικοινωνιακός καπιταλισμός και οι ακραίες οικονομικές τoυ ανισότητες παρήγαγαν τoν Trump. Ο επικοινωνιακός καπιταλισμός είναι η οικονομική ιδεολογική φόρμα στην οποία η ανακλαστικότητα αιχμαλωτίζει τη δημιουργικότητα και την αντίσταση. Οι πρακτικές ΜΜΕ που απολαμβάνουμε, αυτές που μας δίνουν τη δυνατότητα να εκφραστούμε και να διασυνδεθούμε με τους άλλους, ανασυνθέτουν τη «διαφωνία» σε νέους τρόπους εκμετάλλευσης και έλεγχου.

Οι ιδιότητες τoυ επικοινωνιακού καπιταλισμού συμπεριλαμβάνουν τη μετατόπιση από την αξία χρήσης στην ανταλλακτική οποιαδήποτε εκφοράς (η οποία είναι και μετάβαση από το μήνυμα στη συνεισφορά), την πτώση της συμβολικής αποτελεσματικότητας και τη μεγέθυνση της ανισότητας στα πολύπλοκα δίκτυα.

Κατ’ αρχάς, η μετάβαση από το μήνυμα στη συνεισφορά υποτάσσει τη γλώσσα ή και την απλή εκφορά στην οικονομική λογική. Η επικοινωνιακή αλληλεπίδραση αποκτά τη δυναμική τού πλήθους. Τα κανάλια μέσω των οποίων επικοινωνούμε ανταμείβουν την ποσότητα: όσα περισσότερα χτυπήματα και συμμετοχές, τόσο το καλύτερο. Οι λέξεις υπολογίζονται στα νέφη λέξεων, οπτικοποιημένα μέσα από αριθμούς και ποσότητα επαναλήψεων. Ό, τι θα μπορούσε να σημαίνουν δεν έχει σημασία. Λέξεις και εικόνες αρχίζουν να συνδυάζονται, παίρνουμε μιμίδια και emoticons memes and emojis καθώς οι άνθρωποι αισθάνονται υποχρεωμένοι να εκφραστούν και να ανταποκριθούν περισσότερο και όλο και γρήγορα. Στα «συναισθηματικά» (affective) δίκτυα του επικοινωνιακού καπιταλισμού, κάθε επικοινωνιακή έκφραση ή συνεισφορά είναι «επικοινωνιακά ισοδύναμη», με την έννοια ότι προσθέτει κάτι στην επικοινωνιακή ροή. Το εάν μια ανάρτηση είναι ψέμα δεν έχει σημασία. Στην πραγματικότητα, τα ψέματα συχνά κυκλοφορούν πιο γρήγορα και εύκολα απ’ ό,τι τα γεγονότα. Το εάν ένα άρθρο είναι ακατανόητο είναι άνευ σημασίας, ιδίως δεδομένου ότι σημαντικό μέρος τού τι περνά ως «είδος» στο Διαδίκτυο δημιουργήθηκε από έναν αλγόριθμο, προκειμένου να βελτιώσει την κατάταξή του στα αποτελέσματα των μηχανών αναζήτησης. Αυτό που έχει σημασία είναι απλώς ότι κάτι εκφράστηκε, ότι ένα σχόλιο διατυπώθηκε, ότι μια εικόνα άρεσε και έγινε κοινόχρηστη.

Δεύτερον, αντίστοιχη προς την (αλλά όχι αναγώγιμη στην) μετατόπιση της ανταλλακτικής αξίας της συνεισφοράς είναι η πτώση της «συμβολικής αποδοτικότητας» ή η πτώση της ικανότητας των λέξεων και των εικόνων να σημασιοδοτήσουν πέραν ενός συγκεκριμένου πλαισίου ή μιας οροθετημένης αγόρευσης. Εκτός μιας συγκεκριμένης ομάδας, μιας «φούσκας», τα σύμβολα δεν μεταφράζονται. Αυτό δημιουργεί τη νέα πρόκληση του πώς να πηδούν από το ένα στο άλλο, σε μια κατάσταση στην οποία υπάρχει όλο και λιγότερο «συμβολική αποτελεσματικότητα», ονόματα, θέσεις και ιδέες, πώς να εισβάλουν και να διαπεράσουν τις «φούσκες», Οι εικόνες καλύπτουν αυτό το κενό. Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Είναι πιο εύκολο, πιο βατό και κοινωνικά πιο αποδεκτό να αναρτηθούν και να κυκλοφορήσουν εικόνες απ’ ό,τι ιδέες που μοιάζει τόσο περίπλοκο να διατυπωθούν σωστά. Οι εικόνες δεν μας φέρνουν αντιμέτωπους με τα κενά και τα όρια του τρόπου σκέψης μας. Τις αισθανόμαστε καλύτερες, πιο ικανοποιητικές.

Τρίτον, η λογική κυκλοφορίας του επικοινωνιακού καπιταλισμού οδηγεί στην κατ’ αναλογίαν κατανομή επισκέψεων και συνδέσμων. Ένα στοιχείο στην πρώτη θέση κάποιου δικτύου έχει διπλάσιο αριθμό συνδέσεων (links) από το στοιχείο στη δεύτερη θέση, το οποίο έχει περισσότερες από εκείνο στην τρίτη και ούτω καθεξής, έτσι ώστε να υπάρχει πολύ μικρή διαφορά μεταξύ όσων συνωστίζονται στο κάτω μέρος αλλά τεράστιες διαφορές μεταξύ των πάνω και των κάτω. Υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια ιστοσελίδες, αλλά μόνο μια χούφτα κόμβων - Google, Facebook, You Tube. Πολλά μυθιστορήματα γράφονται. Λίγα όμως δημοσιεύονται. Ακόμη λιγότερα πωλούνται. Ακόμα πιο λίγα γίνονται best-sellers. Η ανισότητα είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο χαρακτηριστικό των πολύπλοκων δικτύων. Το Twitter είναι άλλο παράδειγμα: έχει πάνω από ένα δισεκατομμύριο εγγεγραμμένους χρήστες. Μια ποπ τραγουδίστρια, η Katy Perry, έχει πάνω από 94 εκατομμύρια οπαδούς. Ο Trump έχει 19,9 εκατομμύρια. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν 200. Τα δημοφιλή μέσα μαζικής ενημέρωσης εκφράζουν την αναλογική δομή των πολύπλοκων δικτύων με όρους όπως «ο κανόνας του 80/20», «ο νικητής τα παίρνει όλα» ή έστω τα περισσότερα, θεμελιώδες μοτίβο της νέου τύπου οικονομίας κ.λπ. Η δικτυωμένη επικοινωνία κατοχυρώνει ιεραρχίες με το να χρησιμοποιεί τις δικές μας επιλογές εναντίον μας.

Το να αναγνωρίσουμε την κατάστασή μας στο πλαίσιο του επικοινωνιακού καπιταλισμού μάς βοηθά να κατανοήσουμε πως κάποια από τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την εκστρατεία και την προεδρία δεν είναι μοναδικά. Οι λεγόμενες «πλαστές ειδήσεις» δεν υποδηλώνουν τίποτε άλλο από την έκλειψη του νοήματος στις δικτυωμένες επικοινωνίες. Επειδή αυτό που έχει σημασία είναι η ανταλλακτική αξία της συνεισφοράς –το εάν κάποιος είναι πιθανό να μοιραστεί (share) ή, ελληνιστί, να ριτουιτάρει (retweet) κάτι–, το περιεχόμενο παράγεται βάσει κυρίως της δυνατότητάς του να κυκλοφορεί και να διανέμεται. Αυτό ισχύει για την καθημερινή δημοσιογραφία (που αλλάζει τίτλους και λεζάντες στο Διαδίκτυο υπολογίζοντας τι προκαλεί περισσότερα clicks και shares), τα sites clickbait, τα αλγοριθμικά παραγόμενα sites και τις κομματικές ιστοσελίδες όπως το Breitbart.com. Όπως εξηγεί η Katherine Behar, εργαλεία όπως το CrowdTangle (εξαγοράστηκε από το Facebook, τον Νοέμβριο του 2016) επιτρέπουν στους εκδότες να παρακολουθούν την εμπλοκή των χρηστών ώστε να καθορίσουν ποιες αναρτήσεις εμπλέκουν περισσότερο τους χρήστες και να μιμηθούν τα χαρακτηριστικά που είναι πιο ελκυστικά.

Παρ’ όλο που συνιστά νεωτερισμό στο πρωτόκολλο για τον πρόεδρο να είναι ενεργός στο Twitter, αυτή η επιλογή αναπαράγει και ανταποκρίνεται σε γνώριμα χαρακτηριστικά του Μέσου. Ο Trump κατετάγη στον αριθμό # 68 σε σύνολο πάνω από 317 εκατομμυρίων ενεργών χρηστών κάθε μήνα, γεγονός που τον τοποθετεί στην κορυφή της αναλογικής διανομής. Είναι διασημότητα, δεν είναι ένας από τα πολλούς στην ουρά. Η διασημότητά του υπογραμμίζειι τη μαεστρία του, την ικανότητά του να αποτιμήσει αυτό το Μέσο ως προς τις δυνατότητες κυκλοφορίας που διασφαλίζει: στην πολιτική παίζει με την στιγμιαία οργή που επικρατεί στον επικοινωνιακό καπιταλισμό. Για αρκετά χρόνια τώρα τα κυρίαρχα Μέσα μαζικής ενημέρωσης την έχουν αφήσει να καθοδηγείται από τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που καλύπτει θέματα και γεγονότα σε απευθείας σύνδεση με την εκάστοτε διαμάχη. Έχοντας χρησιμοποιήσει τη διασημότητα και την πρόκληση για να δημιουργήσει αντιπερισπασμούς και να σπρώξει ιστορίες από το περιθώριο στο κέντρο, ο Trump είναι λιγότερο υπόχρεως στον Τύπο απ’ ό,τι προηγούμενοι πρόεδροι, κάτι που, και πάλι, συνάδει προς τον επικοινωνιακό καπιταλισμό..

Ο επικοινωνιακός καπιταλισμός προσφέρει ανοσία από την κριτική στον Trump. Όταν αλήθεια και ψέμα συγχέονται, το να καταδείξεις πως οι ισχυρισμοί του είναι ψευδείς δεν καταγράφεται. Μπορεί –και αυτό κάνει– να απαντήσει αποδίδοντας τα πάντα σε ψέματα άλλων ή συσκοτίζοντας το θέμα: δεν είναι ξεκάθαρο, δεν είναι βέβαιο, δεν είναι αξιόπιστη η πηγή – νά τι θα σπεύσει να πει. Αντίστοιχα, το παιχνίδι με την πολιτική της στιγμιαίας οργής τον θρέφει. Δυναμώνει τη φωνή του εκτρέποντας κάτι-που-παλιά-λεγόταν-συζήτηση προς τα εκεί που εκείνος επέλεξε. Ο Trump πρέπει να κατανοηθεί ως ένα πολιτικά πανίσχυρο troll, που η δύναμή εξαρτάται από το να του δίνουν σημασία, από το εκνευρίζει τους ανθρώπους κάνοντάς τους απερόσεκτους. Θρέφεται από την ένταση των συναισθημάτων μας – και τα συναισθηματικά δίκτυα του επικοινωνιακού καπιταλισμού είναι ιδανικά για να παραχθεί και να διακινηθεί.

Σε κάποιο βαθμό πολλοί φιλελεύθεροι και αριστεροί απολαμβάνουν αυτή την ένταση. Η κατακραυγή τούς κάνει να αισθάνονται ότι τα δικά τους tweets έχουν σημασία παρ’ όλο που μια κυρίαρχη αίσθηση ματαιότητας τους εμποδίζει να κάνουν τα αναγκαία πολιτικά βήματα για ν’ αλλάξουν το σύστημα. Τους κάνει να υπερεκτιμούν και άρα να ενδυναμώνουν την ισχύ τής Άκρας Δεξιάς, να υποτιμούν και ν’ αφήνουν να προελαύνει ατιμωτηρί η καπιταλιστική οικονομία. Με λακανικούς όρους, η κάμψη του συμβολικού έχει ως αποτέλεσμα τη σύγκλιση φανταστικού και πραγματικού. Οι εικόνες που έχουμε από τον Trump, εικόνες μιας απόλαυσης που προσβάλλει, συνδυάζονται με την πραγματική εικόνα του Κεφαλαίου ως συστήματος που τρέχει ασταμάτητα, διαστρεβλώνοντας και συντρίβοντας την παραμικρή αντίσταση.

Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτα-πρώτα, μην εκτρέφετε τα troll. Το μίσος ενισχύει τα troll. Αντί να παρακολουθούμε τα λόγια τού Trump, οφείλουμε να εστιάσουμε σ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλα επίπεδα της κυβέρνησης – στο Κογκρέσο, στα δικαστήρια, σε κρατικό επίπεδο, στα υπουργεία της Εκπαίδευσης, της Ενέργειας, της Δικαιοσύνης, της Υγείας και Πρόνοιας. Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν δύο κυβερνητικά τμήματα και σύντομα θα ελέγξουν και το τρίτο. Μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά μέσα στα επόμενα δύο με τέσσερα χρόνια. Ο Trump μάς περισπά από τη σκληρή δουλειά να εγερθούν εμπόδια, να οργανωθούν διαμαρτυρίες και να αποφευχθεί περαιτέρω εξαθλίωση μέσα σ’ ένα ήδη σκανδαλωδώς άνισο σύστημα.

Ακόμη και αυτά τα ελάχιστα απαιτούν κάποιον βαθμό συνεννόησης και συντονισμού. Δεδομένου ότι έρχονται σε αντίθεση με τις πρακτικές που χαρακτηρίζουν τον επικοινωνιακό καπιταλισμό, δεν είναι εύκολο για εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με την πολιτική των Μέσων ενημέρωσης να πάψουν να ανταποκρίνονται ή να αναλύουν παρεμβάσεις που μας εξοργίζουν- ακόμα και όταν ξέρουμε ότι η αντίδραση ή η ανάλυσή μας πετυχαίνει λίγα ή χειροτερεύει τα πράγματα. Είναι δύσκολο να παραιτηθούμε από την απόλαυση που αντλούμε από τη δική μας οργή - ιδιαίτερα όταν μπορούμε να την ανακατευθύνουμε όχι μόνο στον Trump, αλλά και σε άλλους αξιοθρήνητους. Για τον λόγο αυτό, είναι καλύτερο να παραμείνουμε και να ενισχύσουμε τις “φυσαλίδες” μας, δηλαδή το θάρρος εκείνων με τους οποίους συμφωνούμε, από ό,τι να πολεμήσουμε στο πεδίο των Μέσων μαζικής ενημέρωσης και του συναφούς πολιτισμού. Με το να ενισχύσουμε το κουράγιο ο ένας του άλλου υποστηρίζουμε τη δράση, την οργάνωση και το πραγματικό έργο της πολιτικής. Παράγεται μια συλλογικότητα ικανή να δράσει, με τη σειρά της, πάνω μας, όχι μόνο καλώντας μας να μην κυνηγάμε πια τα ψιχία απόλαυσης που εγγυάται το να προβάλλουμε το πνεύμα μας και την ευφυΐα μας σε αντικρούσεις και σχόλια αλλά και καλλιεργώντας μια πιο σταθερή επιθυμία για αλλαγή. Ακόμη καλύτερη είναι η οργανωμένη δουλειά με τους συντρόφους, σε ένα κόμμα ή μια συλλογικότητα η οποία εστιάζει όχι στον Trump αλλά στην προετοιμασία για την επανάσταση. Η προετοιμασία αυτή παίρενι πολλές μορφές –μάθηση και διδασκαλία οργανωτικών δεξιοτήτων, μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, γεωργία και κηπουρική, συνεταιριστική αυτοδιαχείριση, δημιουργία συμμαχιών, ενόσω αντιμαχόμαστε την αστυνομία, τα δικαστήρια, τις φυλακές, απόκτηση γνώσης, ενώ αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε τα ορυκτά καύσιμα στο έδαφος, να προσφέρουμε υποστήριξη σε κοινότητες που είναι στην πρώτη γραμμή, να σταματήσουμε την κατασκευή αγωγών και εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου. Απαιτεί να απευθυνόμαστε, να πειθαρχούμε, να αισιοδοξούμε. Απαιτεί ένα βήμα μακριά από τις ρευστές πολιτικές του πλήθους και της οριζοντιότητας, μακριά από τη φαντασίωση σύμφωνα με την οποία μπορούμε να έχουμε πολιτική χωρίς διαίρεση. Ένα από τα πλεονεκτήματα των κομμουνιστικών και επαναστατικών κομμάτων είναι ότι έχουν –και χτίζουν– την ικανότητα να συμμετάσχουν, στρατηγικά, σε πολλαπλά μέτωπα. Η πιο πρόσφατη έκδοση της φαντασίωσης μιας πολιτικής χωρίς διαίρεση είναι η τρέχουσα ανανέωση του ενδιαφέροντος για τον λαϊκισμό. Κατά τη διάρκεια των εκλογών των ΗΠΑ, ο «λαϊκισμός» προσέφερε στα κυρίαρχα Μέσα μαζικής ενημέρωσης έναν τρόπο να εξισώσουν Trump και Sanders, να τους εμφανίσουν σαν δύο εκδοχές της ίδιας πολιτικής κατά του κατεστημένου. Η εξίσωση αυτή αναιρεί τη σαφή αναγνώριση του Sanders ως Δημοκρατικού Σοσιαλιστή και το ιστορικό της σοσιαλιστικής πολιτικής του. Αναίρεσε επίσης τη διαφορά μεταξύ μιας πολιτικής που αντιτίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα και της άμορφης ανάπτυξης του πρωτογονισμού, του ρατσισμού, του σεξισμού και του αντιελιτισμού. Η λαϊκιστική αντίληψη δεν αντιλαμβάνεται εν προκειμένω μια θεμελιώδη διάκριση, όλα είναι πολιτική χωρίς οικονομική βάση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο «λαϊκισμός» μερικές φορές χρησιμοποιείται για να οριστεί μια πολιτική πέρα από Δεξιά και Αριστερά, όπως συνέβη με τους Podemos. Ειδάλλως του δίνεται δεξιά ή αριστερά χροιά, Marine Le Pen ή ΣΥΡΙΖΑ, και πάλι σαν να μην υπήρχε καμία θεμελιώδης διάκριση μεταξύ μιας πολιτικής που επιδιώκει να προσαρμοστεί στους καπιταλιστικούς περιορισμούς και μιας που παίρνει τον κομμουνισμό ως ορίζοντα (παρά τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, ο κομμουνισμός ήταν το βασικό στοιχείο στον συνασπισμό του). Η Chantal Mouffe (αντλώντας από τη συνεργασία της με τον Ernesto Laclau, καθώς και το έργο του) παρέχει τη θεωρητική ανάπτυξη για τη στροφή προς τον λαϊκισμό. Συμβατός με διάφορα πολιτικά καθεστώτα, ο λαϊκισμός είναι η πολιτική της οικοδόμησης μιας πολιτικής ταυτότητας μέσω της άρθρωσης μιας αλυσίδας ισοδυναμιών. Ο λαϊκισμός αδιαφορεί για τις συνθήκες, σαν να μην υπήρχαν υλικοί προσδιορισμοί της πολιτικής δυνατότητας. Το κράτος και η οικονομία θεωρούνται δεδομένα, οι διαδικασίες κατασκευής και άρθρωσης ταυτοτήτων εντοπίζονται στην κοινωνία των πολιτών.

Η λαϊκίστικη πολιτική λειτουργεί εντός των παραμέτρων του δεδομένου. Δεν προσπαθεί να τις αλλάξει. Η Mouffe είναι σαφής στο σημείο αυτό: «Η υπερ-Αριστερά σφάλλει όταν συνηγορεί δημόσια υπέρ της καταστροφής του καπιταλισμού, του κράτους, και των συναφών. Αυτό είναι το κομμάτι της Αριστεράς που ανέκαθεν υπήρχε χωρίς πραγματική επιρροή, δύναμη ή στρατηγική». Ο ιστορικός ισχυρισμός τής Mouffe είναι ανόητος – θα μπορούσε κανείς να αναφέρει την Μπολσεβίκικη επανάσταση, την Κινέζικη επανάσταση, και την Κουβανική επανάσταση, μόνο για αρχή. Η περίεργη παράλειψη της ιστορίας εκ μέρους της επιχειρεί να καλύψει τον συντηρητισμό στην καρδιά της λαϊκίστικης πολιτικής: επιχειρεί να διατηρήσει το status quo - ενώ και μια επικρατούσα πολιτική όπως ο νεοφιλελευθερισμός ενεργά, ανοιχτά (και ασυνάρτητα) επιμένει στην ανάγκη της διάλυσης του κράτους και τη δημιουργία νέων αγορών. Αλλά δεν υπάρχει αριστερός λαϊκισμός – και η απόπειρα να παραλληλιστεί με τον δεξιό λαϊκισμό λαθραία εισάγει μια θεμελιώδη αποστροφή προς την επαναστατική και κομμουνιστική πολιτική. Μια «Αριστερά» ευαρεστημένη με τον καπιταλισμό δεν είναι τίποτα άλλο παρά «προοδευτικός νεοφιλελευθερισμός». Είναι ως εκ τούτου ανίκανη να αντιμετωπίσει τις συνθήκες που παράγουν τον Trump. Ένα επιπλέον πρόβλημα με τον αριστερό λαϊκισμό ως όνομα για την πολιτική μέσω της οποίας θα αντιμετωπίσουμε τα χρόνια του Trump είναι ο συνεχιζόμενος εναγκαλισμός της ταυτότητας ως κεντρικής κατηγορίας. Οι πολιτισμικές και εκλογικές πολιτικές των τελευταίων ετών έχουν αποδείξει τον πλήρη κορεσμό της ταυτότητας ως πολιτικής κατηγορίας. Ούτε οι αποδιδόμενες ούτε οι επιλεγμένες ταυτότητες οροθετούν ή καθορίζουν μια πολιτική. Είναι συμβατές με δεξιές και αριστερές, φιλελεύθερες και συντηρητικές, καπιταλιστικές και κομμουνιστικές δεσμεύσεις. Ακριβώς όπως και η πολιτική του πλήθους και των ομάδων συγγένειας, έτσι και ο λαϊκισμός αποκρύπτει το γεγονός αυτό εξαλείφοντας και πάλι τον θεμελιώδη ανταγωνισμό στην καρδιά του καπιταλισμού: ο καπιταλισμός απαιτεί προλεταριοποίηση, την παραγωγή και αναπαραγωγή των υπό εκμετάλλευση και εξαθλιωμένων, εκείνων που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από τη δική τους εργατική δύναμη. Η λαϊκιστική εξάλειψη της κομμουνιστικής πολιτικής κινητοποιεί μιαν αντιφατική στάση απέναντι στην τάξη. Από τη μία πλευρά, τονίζει την τάξη πάρα πολύ, κατηγορώντας τους κομμουνιστές και επαναστάτες σοσιαλιστές για «εργατισμό» σε αντίθεση με την ιστορία του κομμουνιστικού αγώνα. Ο κομμουνισμός πάντα ενέπλεκε την επαναστατική συμμαχία των καταπιεσμένων. Ποτέ δεν περιορίστηκε στον συνδικαλισμό και τον αγώνα στον χώρο εργασίας, αγωνίστηκε σε πολλά εδάφη. Κατά τις πρώτες ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης, οι κομμουνιστές ανέλαβαν ζητήματα και ρυθμίσεις για το σεξ, τον γάμο, την αναπαραγωγή και την οικογένεια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι κομμουνιστές πολέμησαν για την εθνική αυτοδιάθεση των Αφροαμερικανών, έπαιξαν βασικό ρόλο στον αγώνα κατά του λυντς και τον αντιρατσιστικό αγώνα. Από την άλλη πλευρά, ο λαϊκισμός δίνει πολύ λίγη έμφαση στην τάξη. Την αντιμετωπίζει ως κατηγορία ταυτότητας και όχι ως οικονομική θέση. Αποτυγχάνοντας να αναγνωρίσουν την ανισότητα που παράγεται, ενισχυμένοι και περιχαρακωμένοι στον σύγχρονο καπιταλισμό, οι λαϊκιστές περιορίζουν τις πολιτικές φιλοδοξίες στον συνδυασμό απαιτήσεων ειδικά για συγκεκριμένες ομάδες, όταν θα έπρεπε να τονίζεται το καθολικό ενδιαφέρον για την ισότητα – την ίση πρόσβαση σε ποιοτική υγειονομική περίθαλψη, τη στέγαση, την εκπαίδευση, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης, την ικανότητα συλλογικά να καθορίσουμε τον τρόπο της επίτευξης των κοινών μας αναγκών και να προετοιμαστούμε για τις επιπτώσεις ενός ταχέως μεταβαλλόμενου κλίματος. Το ζήτημα στα χρόνια του Trump δεν είναι ο Trump. Είμαστε εμείς. Εμείς θα πρέπει να είμαστε αυτοί που ψάχνουμε, σύντροφοι με το βλέμμα στον κομμουνιστικό ορίζοντα.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΟΣΚΟΡΟΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0