Σοφία Αυγητίδου*
Η μαζική αύξηση των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΜΣ) στα Ελληνικά πανεπιστήμια έχει συζητηθεί ποικιλοτρόπως. Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η κατανόηση των συνθηκών που οδήγησαν στη μαζική αύξησή τους και των επιπτώσεων που οι όροι λειτουργίας των ΠΜΣ έχουν στη διαμόρφωση του σημερινού Πανεπιστημίου αλλά και στις δύο άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Υπενθυμίζουμε ότι τα περισσότερα από τα ΠΜΣ στα Παιδαγωγικά Τμήματα απευθύνονται κυρίως σε εν δυνάμει ή εν ενεργεία εκπαιδευτικούς και στις περισσότερες περιπτώσεις αποδίδουν μαζί με τον τίτλο των μεταπτυχιακών σπουδών και το περιζήτητο Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας. Η προσθήκη διδάκτρων στα ΠΜΣ συνδέεται συνήθως με το επιχείρημα ότι η κρατική επιχορήγηση δεν καλύπτει τις ανάγκες λειτουργίας των ΠΜΣ. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι όμως αρκετό για να εξηγήσει την θεαματική αύξηση των ΠΜΣ με δίδακτρα. Εξάλλου, αρκετά ΠΜΣ λειτουργούσαν ήδη στα Παιδαγωγικά Τμήματα χωρίς δίδακτρα. Η προσθήκη διδάκτρων στα ΠΜΣ προέκυψε κυρίως από την αλλαγή του νομικού πλαισίου που επέτρεψε τις αμοιβές των μελών ΔΕΠ από δίδακτρα καταργώντας μάλιστα ακόμα και το σχετικό πλαφόν αυτών των αμοιβών. Είναι συχνή η διαπίστωση ότι τις περισσότερες φορές το 50-70% των εσόδων από τα δίδακτρα των ΠΜΣ, που δεν παρακρατούνται από την Επιτροπή Ερευνών, αφορούν στις αμοιβές διδασκόντων και όχι στην αγορά εξοπλισμού, τον εμπλουτισμό των βιβλιοθηκών, τα έξοδα παραγωγής ή διάχυσης της έρευνας, τις υποτροφίες για σπουδές κ.α.
Στη συνείδηση πολλών μελών ΔΕΠ, η αμοιβή από τα δίδακτρα των ΠΜΣ συνδέθηκε με τις περικοπές που υπέστησαν οι μισθοί των πανεπιστημιακών. Παράλληλα, άλλες πολιτικές ενίσχυσαν τη ζήτηση για ΠΜΣ στα Παιδαγωγικά Τμήματα. Ενδεικτικά αναφέρονται η συγκέντρωση τίτλων σπουδών ως προϋπόθεση διορισμού και εξέλιξης των εκπαιδευτικών, η θεσμοθέτηση του Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας ως προϋπόθεση διορισμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και η δυνατότητα λήψης του μέσα από μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, η πριμοδότηση θέσεων εργασίας ΕΣΠΑ στην ειδική αγωγή και εκπαίδευση σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση των τακτικών προσλήψεων εκπαιδευτικών γενικής παιδείας. Τέλος, οι πρακτικές που έχουν υιοθετήσει όμορες χώρες για μαζική και εξ' αποστάσεως εκπαίδευση σε ΠΜΣ με δίδακτρα όπου και υπάρχει αθρόα συμμετοχή Ελλήνων, οδήγησε στη λογική δημιουργίας παρόμοιων προγραμμάτων, ώστε «να μη φεύγουν στην Κύπρο, στα Βαλκάνια και στην Ιταλία οι απόφοιτοί μας».
Βασικό επιχείρημα όσων υποστηρίζουν τη λειτουργία των ΠΜΣ με δίδακτρα είναι ότι συμβάλλουν στην προσέλκυση πόρων και την ενίσχυση της εξωστρέφειας του Πανεπιστημίου σε «δύσκολους καιρούς» μέσω της παρακράτησης ενός ποσού από τα δίδακτρα. Το ποσό που παρακρατείται όμως δεν τροφοδοτεί απαραίτητα την ερευνητική δραστηριότητα των φοιτητών και των μελών ΔΕΠ ή την λειτουργία των Τμημάτων που υποστηρίζουν ΠΜΣ με δίδακτρα. Η επιχειρηματολογία ότι ένα επιτυχημένο και υψηλού στάτους ΠΜΣ διαμορφώνεται από τους όρους της αγοράς, δηλαδή της «αποδοτικότητας» και της «ελκυστικότητας» εισαγάγει νεοφιλελεύθερους επιχειρηματικούς όρους στην ακαδημαϊκή λειτουργία του Πανεπιστημίου. Σ' αυτό το πλαίσιο, η αποδοτικότητα νοείται, για παράδειγμα, σε σχέση με το οικονομικό όφελος που προκύπτει από τις πληρωμές διδάκτρων σε ένα ΠΜΣ με μεγάλο αριθμό εισακτέων. Προτάσσοντας αυτά τα κριτήρια σε αρκετές περιπτώσεις υποβαθμίζονται άλλα, όπως η συνάφεια του ΠΜΣ με το γνωστικό αντικείμενο και την αποστολή των Τμημάτων που τα παρέχουν. Άτομα ή ομάδες μελών ΔΕΠ δύνανται να σχεδιάσουν «ελκυστικά» ΠΜΣ με δίδακτρα ανάλογα με το ενδιαφέρον ή τις ανάγκες της «αγοράς», ανεξάρτητα αν ο σκοπός και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σχετίζεται μόνο μερικώς ή ελάχιστα με το επιστημονικό και ερευνητικό αντικείμενο του Τμήματος που υπηρετούν. Ο σχεδιασμός των ΠΜΣ βάσει των «αναγκών της αγοράς» τα μετατρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε προγράμματα κατάρτισης παρά σε προγράμματα ενίσχυσης της έρευνας και παραγωγής της γνώσης. Με τους όρους της ελυστικότητας και της αποδοτικότητας τα Παιδαγωγικά Τμήματα φαίνεται να μπαίνουν σε μια ανταγωνιστική μεταξύ τους διαδικασία για το ποιος θα προσελκύσει περισσότερους φοιτητές, προσφέροντας ΠΜΣ με 3 αντί για 4 εξάμηνα, με την εξασφάλιση της ελάχιστης παρουσίας των μεταπτυχιακών φοιτητών στο Πανεπιστήμιο, κ.ο.κ. Επίσης, όπως εκτέθηκε πριν, λειτουργεί η λογική του «1+1 δώρο» μιας και μαζί με τον μεταπτυχιακό τίτλο οι απόφοιτοι των ΠΜΣ αποκτούν τις περισσότερες φορές το πολύτιμο Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Επάρκειας. Αυτό συνήθως συμβαίνει επειδή πολλά ΠΜΣ στα Παιδαγωγικά Τμήματα προσφέρονται υπό την ομπρέλα του τίτλου «Επιστήμες της Αγωγής». Ορισμένα όμως από αυτά τα ΠΜΣ έχουν από κανένα μέχρι ελάχιστα μαθήματα σχετικά με τη διδακτική και παιδαγωγική επάρκεια που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν στις γνώσεις και στις ικανότητες που χρειάζεται να έχει ένας εκπαιδευτικός που θα εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Εν τέλει, οι επιλογές ενός Τμήματος να αυξήσει τον αριθμό των ΠΜΣ δυσανάλογα με τον αριθμό των υπηρετούντων μελών ΔΕΠ δημιουργεί επιπλέον ανάγκες προσφοράς διδακτικού έργου στα ΠΜΣ που υπερβαίνουν το διδακτικό ωράριο των μελών ΔΕΠ και υπό αυτή την έννοια τα μέλη ΔΕΠ που διδάσκουν σε ΠΜΣ με δίδακτρα απαιτούν αμοιβή. Δημιουργείται λοιπόν ένας φαύλος κύκλος που δε θα υπήρχε αν καταργούνταν η αμοιβή των μελών ΔΕΠ από δίδακτρα. Η κατάργηση των αμοιβών μελών ΔΕΠ από ΠΜΣ, όπως προτάθηκε στο νέο νομοσχέδιο για την παιδεία θα μπορούσε να εξορθολογίσει την προσφορά τους, να ενισχύσει τη συνεργασία των μελών ΔΕΠ στην οργάνωση ΠΜΣ και να διασφαλίσει την εφικτή λειτουργία τους με τους πόρους και το δυναμικό των Τμημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει η ανάγκη ύπαρξης ενός πλαισίου κριτηρίων εξορθολογισμού της μαζικής αύξησης των ΠΜΣ. Τα κριτήρια αυτά μπορεί να έχουν σχέση με τη συνάφεια, την τεκμηρίωση και την ικανότητα του Τμήματος ή της Σχολής να υποστηρίξει με ανθρώπινους κυρίως πόρους - ή σε σύμπραξη με άλλα Τμήματα - τη λειτουργία των προτεινόμενων ΠΜΣ. Είναι αναγκαία η τεκμηρίωση του βαθμού συνάφειας των ΠΜΣ με το γνωστικό και ερευνητικό αντικείμενο του Τμήματος αλλά και με το βασικό σκοπό των Πανεπιστημίων που είναι η παραγωγή της γνώσης και η ανταπόκριση στις ανάγκες της κοινωνίας. Η θεσμοθέτηση ορίων στον μέγιστο αριθμό εισακτέων, ώστε να αποφευχθεί η μαζικοποίηση απονομής τίτλων σπουδών και στην λειτουργία των ΠΜΣ με αναλογία μελών ΔΕΠ και Προγραμμάτων Σπουδών ανά Τμήμα ή Σχολή είναι προϋπόθεση ενός εξορθολογισμού της διαδικασίας έγκρισης νέων ΠΜΣ. Απαραίτητη είναι επίσης η εκ νέου και ουσιαστική πιστοποίηση των ΠΜΣ για την ικανότητά τους να παρέχουν το Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής Επάρκειας ανάλογα με τα προσφερόμενα μαθήματα που έχουν άμεση σχέση με την παιδαγωγική και εκπαιδευτική διαδικασία, τη μάθηση και τη διδακτική των αντικειμένων καθώς και με την διερεύνηση/προσέγγιση του πεδίου της εκπαιδευτικής πράξης και την ανάληψη εκπαιδευτικού έργου (πρακτική άσκηση).
Συνοψίζοντας, η κατάργηση των αμοιβών μελών ΔΕΠ από τη διδασκαλία σε ΠΜΣ θα συνέβαλλε στον εξορθολογισμό της μαζικής αύξησής τους «με όρους αγοράς», θα διασφάλιζε τη συνάφεια με το γνωστικό αντικείμενο του Τμήματος και κυρίως θα ενίσχυε τη δυνατότητα να σπουδάσουν όλο και περισσότεροι νέοι και νέες χωρίς ταξικούς φραγμούς. Εξάλλου, η πρόταση αυτή έχει εδραιωθεί σε ορισμένα από τα Πανεπιστήμια της χώρας με αποφάσεις των Συγκλήτων τους εδώ και πολλά χρόνια. Στην παρούσα συγκυρία είναι αναγκαίο να διαφυλάξει η Πολιτεία και η πανεπιστημιακή κοινότητα το κύρος των προσφερόμενων ΠΜΣ αλλά και την πρόσβαση των εν ενεργεία και εν δυνάμει εκπαιδευτικών σ' αυτά θέτοντας ένα θεσμικό πλαίσιο που θα ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα και θα πιστοποιεί τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματά τους. [
*Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας