Στο κύριο άρθρο του προηγούμενου τεύχους του ένθετου κλείναμε με την επισήμανση ότι, απέναντι στις πολύμορφες επιθέσεις που θα δεχτεί ο διάλογος για μια ριζική συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, «η μόνη άμυνα είναι το βάθεμα της δημοκρατικής ζωής, η ζωντανή και διαρκής παρέμβαση των κοινωνικών κινημάτων παλιών και νέων, ο βρασμός πίεσης της κοινωνίας και κυρίως η ενεργή παρουσία και συμμετοχή στο διάλογο προς αυτή τη δημοκρατική ριζική μεταρρύθμιση, των ενεργών πολιτών, συλλογικά και ατομικά.
Και είναι, επίσης, θετικό ότι σ' αυτό το διάλογο καλείται η εκπαιδευτική κοινότητα να συμμετάσχει ενεργά και όχι απλώς να εφαρμόσει τις όποιες κυβερνητικές – θετικές ή αρνητικές, αδιάφορο – επιλογές, όπως συνέβαινε με τις συνεχείς αστικές εκπαιδευτικές επιλογές τα τελευταία χρόνια».
Δυστυχώς, οι εξελίξεις φαίνεται πως οδηγούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση οι επιλογές της Επιτροπής Διαλόγου που συγκρότησε η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, με ένα πρόγραμμα σειράς ενδιαφερόντων μεν, αλλά επί παντός του επιστητού συζητήσεων – εισηγήσεων, και μάλιστα προσδιορίζοντας την πρώτη σε αμφιθέατρο εκτός εκπαιδευτικού χώρου. Η απαράδεκτη και αντιδημοκρατική –αλλά προφανώς αναμενόμενη- εισβολή μερίδας εκπαιδευτικών και φοιτητών δεν επέτρεψε την πραγματοποίησή της. Και ως απάντηση, αντί του ανοίγματος σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα ή μια σχολική μονάδα με μαζικό χαρακτήρα και αντίστοιχες κινητοποιήσεις, αποφασίστηκε η δεύτερη εκδήλωση, σε μια μικρή αίθουσα με από τα πριν προσκλήσεις με ονοματεπώνυμο και ιδιότητα εκείνου που θα είχε τη διάθεση να την παρακολουθήσει… λόγω του περιορισμένου χώρου, και πάλι μακριά από εκεί όπου σφύζει η εκπαιδευτική ζωή. H οποία και πάλι εμποδίστηκε να πραγματοποιηθεί από τις ίδιες ομάδες.
Η απάντηση του Υπουργείου σ' αυτές τις απαράδεκτες ενέργειες δεν μπορεί να είναι η καταγγελία περί «μειοψηφιών μη δημοκρατικά νομιμοποιημένων» – αυτή την επιχειρηματολογία την ακούγαμε από όλες τις προηγούμενες καταστάσεις και δεν την προσμέναμε και από τη δική μας κυβέρνηση.
Αυτή η δεύτερη κεντρική εκδήλωση, μάλιστα με τίτλο στα αγγλικά ‘Reform Education Now', θα είχε ως εισηγητές μια ομάδα νέων φοιτητών και μαθητών, σύμφωνα με την πρόσκληση, που κανένας δεν είχε ξανακούσει ούτε γνώριζε ποιοι την αποτελούν ούτε, πολύ περισσότερο, με ποιο κριτήριο επιλέχθηκε…! Το δε σκεπτικό της εισήγησης που διακινήθηκε στο Διαδίκτυο, ήταν δομημένο με τη μορφή πρότασης για έγκριση κάποιου μεταπτυχιακού προγράμματος, περιείχε επαναλήψεις γνωστών θέσεων, καινοφανείς προτάσεις περί αλλαγής του… ΄Αρθρου 1 του Συντάγματος και απόψεις σε αντίθεση με θέσεις του Υπουργείου, π.χ. για τη δίχρονη προσχολική βαθμίδα.
Εν τω μεταξύ πληθαίνει η αρθρογραφία εναντίον του διαλόγου και, εκτός των καθ' ύλην αρμόδιων, Υπουργού, αν. Υπουργού και των Προέδρων της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής και της ‘Επιτροπής Διαλόγου' που συγκρότησε το Υπουργείο και ενός μέλους της, του σ. Θ. Κοτσιφάκη, αν δεν κάνω λάθος, κανένα άλλο μέλος αυτής της Επιτροπής δεν ένιωσε υποχρέωση και ευθύνη να τοποθετηθεί δημόσια, υπερασπιζόμενο τουλάχιστον την αποδοχή της ύπαρξής του σ' αυτή την περίφημη επιτροπή.
Η απαράδεκτη αυτή σιωπή, καθώς και η αναστολή, μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, των υπόλοιπων προγραμματισμένων συζητήσεων, αλλά και η απόσυρση για μια ακόμη φορά του νομοσχέδιου αντιμετώπισης άμεσων προβλημάτων των ΑΕΙ, επιτρέπει στους ‘άσπονδους φίλους' μας, χωρίς κανένα επί της ουσίας επιχείρημα, να μιλούν για τον ‘προσχηματικό και αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα' της όλης προσπάθειας. Είναι κρίμα, πραγματικά κρίμα, μια τόσο φιλόδοξη και καθολικού χαρακτήρα προσπάθεια ριζικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, να αφήνεται στη δημιουργεί τέτοιων εντυπώσεων.
Παράλληλα, είναι άμεσα αναγκαία η ενεργοποίηση του αντίστοιχου έμψυχου δυναμικού του κόμματος, που δεν πρέπει να αφήνεται άλλο στη θέση του θεατή των εξελίξεων. Ο άμεσος προγραμματισμός σε όλη την χώρα, σειράς εσωκομματικών και ταυτόχρονα ανοιχτών στην κοινότητα συζητήσεων, όχι άλλων κεντρικών εκδηλώσεων με ‘επώνυμους' ομιλητές, αλλά κατά Νομαρχιακές Επιτροπές, με εισηγητές τους εκπαιδευτικούς και ερευνητές που βιώνουν την πραγματικότητα της τάξης, του αμφιθεάτρου, του σπουδαστηρίου, του εργαστήριου, του ερευνητικού κέντρου. Συζητήσεων με όραμα τις επεξεργασίες του κόμματος, που φαίνεται να λησμονούνται σε μεγάλο βαθμό. Χωρίς όραμα και συνευθύνη των εκπαιδευτικών και ερευνητών του κόμματος και όσων έχουν ανοιχτό το νου στις επεξεργασίες μας, η πρόθεση της ριζικής μεταρρύθμισης θα μείνει στον αέρα ή θα καταλήξει σε απαράδεκτους μεσοβέζικους ταξικούς συμβιβασμούς.
Ως ένθετο προς αυτή την κατεύθυνση ανοίξαμε τις σελίδες μας στο διάλογο, αρχίζοντας από τις θέσεις προφανώς της ηγεσίας του Υπουργείου και συνεχίζουμε με τις θέσεις της Νεολαίας του κόμματος, απόψεις βουλευτών αλλά και εκπαιδευτικών, για ουσιαστικές επιμέρους πτυχές της μεταρρύθμισης. Προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε με κριτική διάθεση, ζητώντας και αναζητώντας θέσεις εκπαιδευτικών και ερευνητών που δύσκολα βρίσκουν διόδους δημόσιας έκφρασης των απόψεών τους. Απόψεων που πέραν του βιωματικού τους χαρακτήρα έχουν επί της ουσίας να καταθέσουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες σκέψεις.
Ταυτόχρονα, ανοίγουμε από αυτό το τεύχος τη συζήτηση για άμεσα προβλήματα και οραματικές πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν τις οικονομικές και άλλες δεσμεύσεις της ‘επιτροπείας', όπως και εκείνες του ΟΟΣΑ. Πρωτοβουλίες για ένα δημοκρατικό, ανοιχτό σχολείο, πολιτιστικό κέντρο της γειτονιάς και του χωριού, με ενεργούς συμμέτοχους τους μαθητές και εκπαιδευτικούς. Πρωτοβουλίες που θα δημιουργούν ένα άλλο κλίμα ελευθερίας, συλλογικότητας και δημοκρατίας στην πράξη.
Αυτό το κλίμα, δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε, αποτελεί αναγκαίο όρο δημιουργίας ενός διευρυνόμενου πλαισίου ουσιαστικής γνώσης των προβλημάτων και κυρίως δημιουργίας συνθηκών εμπιστοσύνης, που αποτελεί βασικό στοιχείο για την όποια αλλαγή στην εκπαίδευση καθώς και για τη φερεγγυότητα των προθέσεων του Υπουργείου.
ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ