ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ
Πιάνομαι από μια φράση της συνέντευξης του Γιάννη Μαρκόπουλου που φιλοξενούμε στη σημερινή Καρφίτσα:
«...αναζητώ πάντα και συνεργάζομαι με ερμηνευτές που έχουν τις βάσεις και τις δυνατότητες να υποστηρίξουν το έργο μου».
Είναι καταγραμμένο ιστορικά: το πράγμα με τις Μεγάλες Κυρίες και τους Μεγάλους Κυρίους του ελληνικού τραγουδιού είχε αρχίσει να στραβώνει ήδη από τη δεκαετία του '50. Στην περίοδο της Χούντας θα εκδηλωνόταν απλώς σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, με την εμφάνιση αοιδών, πολλοί / - ες απ' τους οποίους / -ες δεν πληρούσαν πλέον καν τα τυπικά προσόντα, πουλώντας... sex appeal, «πάθος» και «συναίσθημα».
Αυτό δεν ήταν ακριβώς κακό για τους ανθρώπους των δισκογραφικών. Μπορούσαν από δω και πέρα να βασίζονται αποκλειστικά στις φίρμες, εύκολα διαχειρίσιμες, μετατρέποντας τους συνθέτες και τους στιχουργούς σε... γαλατάδες (κατά την έκφραση του Άκη Πάνου).
Όλα αυτά έχουν αναλυθεί διεξοδικά. Αυτό που έχει μείνει αδιερεύνητο είναι ό,τι επακολούθησε:
Η ιδεολογική αντίδραση στην κυριαρχία των τραγουδιστών, που αναπτύχθηκε από μουσικοδιανοούμενους και εναλλακτικούς καλλιτέχνες, ξεκίνησε στα ‘80s και κορυφώθηκε στα ‘90s, με αιχμή του δόρατος το νεοπαγές τότε είδος των «τραγουδοποιών».
Πρέπει να πούμε σήμερα ότι η αντίδραση ήταν όχι μόνο εκτός θέματος (η κυριαρχία της βεντέτας δεν είναι η ασθένεια, αλλά το σύμπτωμα) αλλά ότι έβλαψε ακόμη περαιτέρω το ελληνικό τραγούδι.
Γιατί στην καταφορά τους ενάντια στους μεγάλους τραγουδιστές, ξέχασαν κάποιοι ότι... μας είναι απαραίτητοι όσο και οι μεγάλοι συνθέτες. Εξαφανίζοντας το ένα, εξαφανίζεις και (τη δυνατότητα για) το άλλο. Κατά τεκμήριο, ένα μεγάλο τραγούδι χρειάζεται μια μεγάλη φωνή. Η μικρή, δεν μπορεί να αποδώσει τις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις, στις οποίες ακριβώς οφείλεται η... μεγαλοσύνη του.
Ως αντίπαλο δέος οι «τραγουδοποιοί» πρότειναν σεμνά δικές τους, χειροποίητες παραγωγές: παρεϊστικο κλίμα, ατημελησία, μέτριες, υποτονικές φωνές, επενδυμένες συνήθως σε γκρινιάρικα τραγούδια που το στίγμα τους θα μπορούσε να περιγραφεί σαν μια μίξη κακοαφομοιωμένου Χατζιδάκι με κακοαφομοιωμένο ροκ και... κακοαφομοιωμένο Σαββόπουλο. Το πρόβλημα ουσιαστικά παρέμεινε ίδιο, εντοπισμένο στο χαμηλό συνθετικό - στιχουργικό επίπεδο. Και το συντήρησαν καθένας με τον τρόπο του: δημιουργοί - κομπάρσοι των τραγουδιστών, εναλλακτικοί «τραγουδοποιοί» και λοιποί ερασιτέχνες, με τραγούδια κομμένα και ραμμένα στις πενιχρές φωνητικές τους δυνατότητες.
Δεν είναι τυχαίο: ο Ορφέας Περίδης, με διαφορά ο πιο αξιόλογος εκείνης της γενιάς, είναι και ο μόνος ίσως με στόφα αληθινού τραγουδιστή.