ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ
Μην έχοντας περάσει παρά δύο περίπου χρόνια από το Ιστορίες Που Ίσως Έχουν Συμβεί, σχετικά σύντομα δηλαδή για τους τωρινούς ρυθμούς της δισκογραφίας, ο Παύλος Παυλίδης κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το έκτο προσωπικό του album Στον Διπλανό Ουρανό. Πρόκειται για μια «ήρεμη», ενδοσκοπική δουλειά με έμφαση στη μελωδία και την ατμοσφαιρικότητα, που τον βρίσκει στην πιο κατασταλαγμένη φάση της μακράς μουσικής του διαδρομής. Έντεκα χρόνια μετά το νέο ξεκίνημά του με το Αφού Λοιπόν Ξεχάστηκα (ο μόνος του δίσκος χωρίς τους B-Movies, οι οποίοι έκτοτε τον συνοδεύουν τόσο στο στούντιο όσο και στη σκηνή), ο πρώην τραγουδιστής των Μωρά Στη Φωτιά και τέως ηγέτης των Ξύλινων Σπαθιών μίλησε στην Κόκκινη Καρφίτσα για το πώς βλέπει τη μουσική αλλά και τη ζωή στην ωριμότερη περίοδό του όσον αφορά αμφότερες.
Τι μεσολάβησε για εσένα δημιουργικά ανάμεσα στον προηγούμενο δίσκο και σ' αυτόν; Ποιες και πόσες από τις ιστορίες εκείνου συνέβησαν τελικά και ποιες άλλες προέκυψαν στο ενδιάμεσο;
Αυτό που σίγουρα συνέβη είναι ότι, αρκετά γρήγορα αυτή τη φορά, συμπληρώθηκε ένας κύκλος τραγουδιών και αποτέλεσε το υλικό αυτού του δίσκου. Κάποιες λοιπόν από τις ιστορίες που δεν πρόλαβαν να συμβούν πριν δύο χρόνια, μαζί με κάποιες καινούργιες, βρίσκονται τώρα μαζί στο ίδιο album.
Γιατί να πάμε στον «διπλανό ουρανό», αυτός που είναι από πάνω μας δεν μας φτάνει;
Φαντάζομαι είναι ρητορική η ερώτηση, γιατί και στο ομώνυμο τραγούδι είναι σαφές ότι δεν μιλάω για το φυσικό περιβάλλον. Ο διπλανός ουρανός είναι ο διπλανός μας άνθρωπος και εννοώ ότι καθένας μας είναι μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου, μια που όλοι μας αντιλαμβανόμαστε και αισθανόμαστε με μοναδικό τρόπο τον κόσμο γύρω μας. Δεν είναι προτροπή να πάμε κάπου αλλού, αλλά περισσότερο να αντιληφθούμε και να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το «εδώ» του άλλου, κάτι που δεν συνηθίζεται και πολύ στις ημέρες μας. Βιαζόμαστε κάπου να πάμε, κάπου να φτάσουμε, ακολουθώντας τη δική μας τροχιά, σέρνοντας καμιά φορά τη σιγουριά μας, τραβώντας την από το χέρι σαν μικρό παιδάκι που το μαλώνουμε ενώ αυτό θέλει να χαζέψει γύρω του τον κόσμο. Είμαι τυχερός γιατί με τη δουλειά μου έχω τον χρόνο να κάθομαι στην άκρη του δρόμου και να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου. Μερικές φορές βλέπω στα μάτια κάποιων ανθρώπων ότι ενοχλούνται που τους κοιτάζω, φαίνεται αφύσικο αυτό στην εποχή μας. Καμιά φορά νομίζω ότι κάποιος θα πάρει την αστυνομία για να αναφέρει ότι είναι ένας στην άκρη του δρόμου και δεν κάνει τίποτα παρά μόνο κοιτάζει τους άλλους. Κυριαρχεί η καχυποψία και προωθείται η απομόνωση, αποφεύγουμε να καταλάβουμε τον διπλανό μας νομίζοντας ότι θα χάσουμε χρόνο και βουλιάζουμε στον λήθαργο της «βεβαιότητας» και στον θόρυβο των μονολόγων μας. Περνάει το θαύμα δίπλα μας και εμείς δεν παίρνουμε χαμπάρι, αν και, ευτυχώς, όχι πάντα...
Το album δίνει την εντύπωση ότι είναι το πιο ακουστικό σου μέχρι τώρα, είναι όντως έτσι;
Δίνει μάλλον αυτή την εντύπωση επειδή είναι ένας «ήσυχος» δίσκος και χωρίς εκρήξεις προς τα έξω. Είναι όμως καθαρά ηλεκτρικός, έχουν χρησιμοποιηθεί ελάχιστα ακουστικά όργανα και μόνον επειδή είναι μπροστά η φωνή μου και χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία δίνει αυτή την αίσθηση.
Ποια ακριβώς και πόσο μεγάλη ήταν η συμβολή του Coti K. στο τελικό αποτέλεσμα;
Το όνομα του Cοti έχει συνδεθεί με την ηλεκτρονική μουσική και με πιο πειραματικές φόρμες αλλά για εμένα, παρ' ότι δεν απομακρυνθήκαμε και τόσο πολύ από τον ήχο μας, ήταν πολύ μεγάλη η συμβολή του σ' αυτό τον δίσκο. Κάναμε μαζί την επιλογή των τραγουδιών, παίρνοντας από κοινού πολλές αποφάσεις για το ύφος και τις ατμόσφαιρες και έχοντας βέβαια μια μπάντα με συγκεκριμένο ήχο και τρόπο παιξίματος. Νομίζω ότι συνδυαστήκαμε σωστά και εννοώ κυρίως τη «φόρα» που μας έδινε στη διάρκεια κάποιων ηχογραφήσεων. Καμιά φορά και μόνον η αύρα ενός ανθρώπου επηρεάζει τους μουσικούς και τους κάνει να βγάζουν τον καλύτερό τους εαυτό. Είναι πολλά μικρά πράγματα που κάνουν μια παραγωγή να αποκτά τον χαρακτήρα της, με σιγουριά πάντως μπορώ να πω ότι απόλαυσα την παρέα του!
Άλλαξε καθόλου μουσικά η προσέγγισή σου στη σύνθεση των τραγουδιών σε αυτόν τον δίσκο ή παραμένει ίδια όπως πάντα;
Δεν πρόκειται για διαφορετική προσέγγιση, ούτε στη σύνθεση της μουσικής ούτε στο γράψιμο των στίχων. Είναι μια προσπάθεια να θυμηθώ τον εαυτό μου πριν την εποχή των συγκροτημάτων και του rock 'n' roll και πιστεύω ότι αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχει μια ατμόσφαιρα η οποία παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές. Ας πούμε ότι είναι ο πιο «ελληνικός» μου δίσκος, ατμόσφαιρες που γύριζαν μέσα στο κεφάλι μου από τα χρόνια της εφηβείας μου, πριν τη γνωριμία με το punk της δεκαετίας του '80, επίσης προσπαθώ να θυμηθώ κάποια παλιά όνειρα και να συνδεθώ με ένα ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού μου, ακόμη και με τοπία της νεότητάς μου στη Βέροια.
Ο Δειλιέν είναι πρόσωπο υπαρκτό, φανταστικό ή και τα δύο ταυτόχρονα;
Το τραγούδι αυτό είναι ένα αυτοσαρκαστικό χρονογράφημα. Όντως, κάποια στιγμή, μικρός, δεν θυμάμαι πότε και γιατί, άρχισα να τραυλίζω και στη συνέχεια κατάλαβα ότι όταν τραγουδούσα αυτό το πρόβλημα εξαφανιζόταν. Θαύμα! Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, για εμένα η ενασχόληση με το τραγούδι είναι κυρίως θεραπευτική. Μετά βέβαια είδα ότι έμπλεξα με κάτι που λύνει κόμπους και έτσι, χωρίς να το καταλάβω, έφτασα μέχρι εδώ με πολλά ολοκαίνουργια κουβάρια. Οι λογοθεραπευτές πάντως, αλλά και οι κάθε είδους θεραπευτές, καλό θα ήταν να το λάβουν αυτό σοβαρά υπόψη τους. Όχι δηλαδή ότι αρκεί το τραγούδι, άλλα είναι σίγουρα μια καλή αρχή...
Στιχουργικά πάλι νομίζω ότι τη θεματολογία σου την απασχολούν πάντα τα ίδια λίγο-πολύ πράγματα ή κάνω λάθος;
Δεν τα ψάχνω τα θέματα, θα ήταν και λίγο αστείο... Σκέψου έναν άνθρωπο που θέλει να αλλάζει κάθε ημέρα σπίτι για να μας πει πόσο διαφορετικά βλέπει τον κόσμο. Εμείς αλλάζουμε κάθε μέρα και κάθε μέρα εκεί είναι η ίδια θάλασσα για να την ανακαλύψουμε εξαρχής. Δεν είμαστε βέβαια πάντα έτοιμοι για την καινούργια θέα, οπότε άλλοτε είναι επώδυνο και άλλοτε λυτρωτικό...
Δεν σε ενδιέφερε ποτέ να γράψεις πιο κοινωνικού και λιγότερο προσωπικού περιεχομένου τραγούδια;
Το να γράφει κανείς «προσωπικού περιεχομένου» τραγούδια συνήθως σημαίνει ότι θεωρεί τον εαυτό του μέλος μιας κοινωνίας με την οποία τα μοιράζεται, βουτάει ανάσκελα στην αγκαλιά της. Οι περισσότεροι μουσικοί που αγαπώ βοήθησαν τις κοινωνίες τους να βελτιωθούν σχεδόν εν αγνοία τους ή τουλάχιστον χωρίς να έχουν μια τέτοια σαφή πρόθεση. Παίρνει φωτιά κάποια στιγμή ένας άνθρωπος και συντονίζεται με κάτι σπουδαίο μέσα του και φέγγει το μέρος και βλέπουμε όλοι πιο καθαρά και βαδίζουμε και εμείς σε μονοπάτια που άλλοτε φοβόμασταν να περάσουμε, να χορέψουμε, να παραπατήσουμε. Η μουσική και όλες οι τέχνες βοηθούν ακριβώς σ' αυτό, μας ενώνουν ώστε να προχωρούμε μαζί. Και αυτό είναι καλό και εξόχως πολιτικό....
Και τα πιο άμεσα σχέδιά σου, για το καλοκαίρι και στη συνέχεια;
Συναυλίες σε όλη την Ελλάδα! Οι πιο άμεσες είναι 4 Ιουλίου στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, 10 στη Βλάστη Κοζάνης, 11 στο Naturart στη Κοζάνη και 18 στο Up Festival που, όπως κάθε χρόνο, διοργανώνει η Inner Ear στα Κουφονήσια.
Και γνωρίζω αρκετούς που παρακολουθούν το τελευταίο μόνο και μόνο για τον Παύλο Παυλίδη και τους B-Movies…
BOX
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ & B-MOVIES
ΣΤΟΝ ΔΙΠΛΑΝΟ ΟΥΡΑΝΟ
INNER EAR
Ο νέος δίσκος του Παύλου Παυλίδη είναι ήρεμος, ίσως ακόμα και «χαμηλόφωνος», αλλά κάθε άλλο παρά άτονος. Κατά τη γνώμη μου μάλιστα, η αίσθηση που αφήνει είναι πολύ πιο βαθιά και έντονη από εκείνη του Ιστορίες Που Ίσως Έχουν Συμβεί, το οποίο έμοιαζε περισσότερο με μια σειρά από μπαλάντες. Υπάρχει πολλή εσωτερική ένταση στη μουσική και ακόμα περισσότερο στους στίχους αυτών των τραγουδιών, είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοφτοί, μονολεκτικοί στην πλειοψηφία τους τίτλοι κατονομάζουν άμεσα ή έμμεσα αρκετά από τα κεφαλαιώδη, διαχρονικά ζητήματα της ζωής. Με την πολύχρονη πλέον εμπειρία αλλά και το μεταξύ τους «δέσιμο», οι B-Movies παίζουν καλύτερα από ποτέ και η καθοριστική συμβολή του Coti K. ήταν να μετατρέψει όλη αυτή την υποφώσκουσα ένταση σε γαλήνιες μεν αλλά και (ευπρόσδεκτα!) αρκούντως μυστηριακές ατμόσφαιρες. Το αποτέλεσμα, μεστά και ουσιώδη τραγούδια όπως το ομότιτλο, ανταμείβει τον κόπο και το μεράκι που κατέθεσαν όλοι οι συντελεστές, αλλά και τον ακροατή.