«Έτσι θα κυβερνήσουμε». Αυτή πρέπει να είναι η επωδός όλων των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., είτε δίνουν είτε όχι τη μάχη του σταυρού από τα ψηφοδέλτια του κόμματος. Από τα τηλεοπτικά παράθυρα έως τις γειτονιές στις προεκλογικές εξορμήσεις, το σχέδιο και το πρόγραμμα που απαντούν στο κομβικό ερώτημα «τι θα κάνετε για τα μεγάλα προβλήματα» να γίνει κτήμα της κοινωνίας. Η μακρά και επώδυνη εμπειρία των πολλαπλών κρίσεων που έχουν αντιμετωπίσει οι πολίτες της χώρας τούς έχει κάνει σοφότερους. Γι' αυτό τον λόγο, όπως προκύπτει όχι μόνο από τις μετρήσεις αλλά και από την επαφή με την πραγματικότητα στο πεζοδρόμιο, στον χώρο εργασίας, στο σχολείο, το κριτήριο της ψήφου θα είναι σε μεγάλο βαθμό οι απαντήσεις στα μείζονα ζητήματα της καθημερινότητας και της ζωής.
Ο φόβος δεν μπορεί να είναι πια προϊόν μαζικής κατανάλωσης, πολλώ δε μάλλον να ορίσει την επιλογή πάνω από την κάλπη. Η Ν.Δ. κάθε μέρα που περνάει επιβεβαιώνει πως δεν έχει τίποτε να προτείνει ούτε να δώσει προοπτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε αποδρομή και επιλέγει να αποχωρήσει με τον πλέον επικίνδυνο τρόπο. Πυροδοτεί ένταση, τοξικότητα, διχασμό, επενδύει στον φόβο και στη λάσπη. Η περίπτωση Θεοδωρικάκου αποτελεί το πρόσφατο και χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Απέναντι σε αυτή την επανάληψη της πρόσφατης ιστορίας -φάρσα ή τραγωδία, αυτό είναι στο χέρι μας- ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. προτάσσει καθημερινά το πρόγραμμα που δεν συνιστά μονάχα την πρόταση της Κουμουνδούρου αλλά τη βάση των συγκλίσεων για την προγραμματική προοδευτική συνεργασία. Το αίτημα για «Δικαιοσύνη παντού» και το κάλεσμα για προγραμματική συνεργασία συμπυκνώνεται και μετουσιώνεται σε πολιτική στις εμβληματικές προτεραιότητες που καθορίζουν το πρόγραμμα των πρώτων 50 ημερών της προοδευτικής διακυβέρνησης: αύξηση μισθών, μείωση τιμών, ρύθμιση χρεών και αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος.