Το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας στη Γερμανία μοιάζει πολύ με το ελληνικό. Ο πρώτος πολίτης της χώρας την εκπροσωπεί στον έξω κόσμο, αλλά ουσιαστικές αρμοδιότητες να παρεμβαίνει στο εσωτερικό πολιτικό γίγνεσθαι δεν έχει. Παρ' όλα αυτά, η επιλογή του προέδρου -ο οποίος εκλέγεται από ένα ειδικό εκλεκτορικό σώμα, στο οποίο συμμετέχουν οι ομοσπονδιακοί βουλευτές, μέλη των τοπικών Κοινοβουλίων, αλλά και προσωπικότητες τις οποίες ορίζουν ανάλογα με τη δύναμή τους τα κόμματα- συχνά σηματοδοτεί μια μείζονα πολιτική στροφή στην κεντρική κυβέρνηση. Ειδικά όταν κάποιο κόμμα προχωρά σε επίδειξη δύναμης, όπως κάνει τώρα το Σοσιαλδημοκρατικό (SPD), ο μικρότερος εταίρος του μεγάλου συνασπισμού της Άνγκελα Μέρκελ. Χωρίς καμία προσυνεννόηση με την καγκελάριο -και προς μεγάλη ενόχλησή της- ο πρόεδρος του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ πρότεινε για πρόεδρο τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ. Οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν διαμηνύσει από την ημέρα που ο νυν πρόεδρος Γιόαχιμ Γκάουκ δήλωσε ότι δεν ενδιαφέρεται για μια δεύτερη θητεία ότι θέλουν αυτή τη φορά να βγάλουν έναν δικό τους άνθρωπο, καθώς έχουν με απόσταση τη μεγαλύτερη δύναμη στο εκλεκτορικό σώμα, ενώ τον Γκάουκ τους τον είχαν επιβάλει οι Σοσιαλδημοκράτες μαζί με τους Πράσινους.
Με την υποψηφιότητα Στάινμαϊερ στο τραπέζι, το SPD ουσιαστικά κήρυξε τον πόλεμο στη Χριστιανοδημοκρατία, ενώ για πρώτη φορά φλερτάρει δημόσια με το ενδεχόμενο ενός αριστερόστροφου συνασπισμού μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές. Ο Στάινμαϊερ είναι ο πλέον δημοφιλής Γερμανός πολιτικός και έχει βάσιμες ελπίδες να πάρει ψήφους από την Αριστερά και τους Πράσινους, ενδεχομένως και από τους Φιλελεύθερους, εάν η Μέρκελ δεν κατεβάσει απέναντί του έναν υποψήφιο ανάλογου βεληνεκούς. Τον οποίο για την ώρα δεν μπορεί να βρει, αν και στην πολιτική κουζίνα του Βερολίνου ακούγονται τα ονόματα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του -φαβορί εάν δεχόταν το χρίσμα- προέδρου της Βουλής Νόρμπερτ Λάμερτ. Γι' αυτό και προσπαθεί να πείσει το SPD να κατεβάσουν ως μεγάλος συνασπισμός έναν κοινό υποψήφιο.
Όλη αυτή η ενδογερμανική κόντρα δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον για τον έξω κόσμο εάν δεν αποτελούσε ακόμη ένα προοίμιο για την αρχή του τέλους του εξαγώγιμου μοντέλου στην Ευρώπη του μεγάλου συνασπισμού.
Απ’ ό,τι έχει φανεί τα τελευταία χρόνια, τα κλειδιά της πολιτικής αλλαγής -ή μη- στην Ευρώπη τα κρατά η Γερμανία. Όσο παραμένει προσηλωμένη στην παραλυτική συναίνεση του μεγάλου συνασπισμού -και εξάγει τη συνταγή της, έστω με παραλλαγές, σε άλλες χώρες, π.χ. στην Ισπανία και παλιότερα στην Ελλάδα-, στέλνει το μήνυμα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Εάν τον Μάρτιο στις προεδρικές εκλογές κάνει την υπέρβαση, αυτό το μήνυμα τουλάχιστον θα αποδυναμωθεί.