Σε σημείο αιχμής για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας αναδεικνύονται τα όλο και πιο διαδεδομένα στις ΗΠΑ μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), όπως αποκαλύπτει έκθεση της επικεφαλής της διπλωματίας της Ε.Ε., Κάθριν Άστον, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.
Στην έκθεσή της για την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), η Άστον υπογραμμίζει ότι "η συνεργασία έχει πλέον ουσιαστική σημασία" αν η Ε.Ε. θέλει να είναι "σε θέση να αντιδράσει γρήγορα σε προκλήσεις για την ασφάλεια -ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, διάστημα, ενέργεια, ναυτιλιακή ασφάλεια και ασφάλεια των συνόρων".
Για να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρξει συγκεκριμένη πρόοδος στη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου, τέσσερις προτεραιότητες προτάσσονται στην έκθεση αυτή. Η μία από αυτές είναι η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών MALE (μέσου ύψους, μακράς διάρκειας), η οποία συνιστά ένα από τα πιο σημαντικά κενά της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Ο στόχος είναι οι επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων να μπορέσουν κατά τη σύνοδό τους στις Βρυξέλλες "να προωθήσουν μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για να αναπτυχθεί η σημαντική αυτή ικανότητα" με χρονικό ορίζοντα το 2020.
Άλλη προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη ενός κοινού συστήματος δορυφόρων επικοινωνίας, για διπλή χρήση, στρατιωτική και πολιτική, ώς το 2025. Σήμερα, οι ευρωπαϊκές δυνατότητες είναι "κατακερματισμένες", μοιρασμένες σε πέντε αστερισμούς και η επιχειρησιακή τους ζωή αναμένεται να ολοκληρωθεί μεταξύ του 2018 και του 2025, σύμφωνα με την έκθεση.
Μια κοινή προσέγγιση προτείνεται επίσης για την άμυνα στον κυβερνοχώρο, αλλά το θέμα αυτό "είναι εξαιρετικά ευαίσθητο, καθώς αφορά τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών", υπογράμμιζε ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ε.Ε. Η τέταρτη προτεραιότητα αφορά την απόκτηση από κοινού αεροσκαφών ανεφοδιασμού εν πτήσει, των οποίων υπάρχει μεγάλη έλλειψη στους ευρωπαϊκούς στρατούς.
Η ανάπτυξη σχεδίων αυτού του είδους ανταποκρίνεται, σύμφωνα με την έκθεση, στην ανάγκη "ενίσχυσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας άμυνας", η οποία αποτελεί έναν σημαντικό οικονομικό τομέα, στον οποίο εργάζονται περισσότεροι από 730.000 άνθρωποι άμεσα και είχε έναν τζίρο 172 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2011.