Τις πρώτες δέκα μέρες της κρίσης, τα μέτωπα στο αμερικανικό Κογκρέσο ήταν αμετακίνητα. Ενώ η δημόσια διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών είχε βάλει λουκέτο από την 1η Οκτωβρίου, οι Ρεπουμπλικάνοι συνέχιζαν να εκβιάζουν τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα να πάρει πίσω τη μεταρρύθμιση στο σύστημα Υγείας, αλλιώς δήλωναν ότι δεν πρόκειται να ψηφίσουν ούτε τον προϋπολογισμό, ούτε την αύξηση του ορίου του δημοσίου χρέους. Ο Ομπάμα, από την πλευρά του, δήλωνε δημοσίως ότι δεν εκβιάζεται κι ότι είναι διατεθειμένος να συζητήσει τις όποιες... "βελτιώσεις" στο σύστημα Υγείας, μόνο εφόσον οι Ρεπουμπλικάνοι ψηφίσουν τον προϋπολογισμό.
Την ενδέκατη μέρα της κρίσης, κάτι άρχισε να κινείται στην Ουάσιγκτον. Ο πρόεδρος της Βουλής και επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων, Τζον Μπένερ, βρήκε τον δρόμο προς τον Λευκό Οίκο, με μια πρόταση ικανή να αποτρέψει για μερικές εβδομάδες μια άμεση έκρηξη στην παγκόσμια οικονομία, αλλά όχι να επιτρέψει στη δημόσια διοίκηση να πιάσει πάλι δουλειά.
Ουσιαστικά, οι Ρεπουμπλικάνοι προτίθενται να αυξήσουν για έξι εβδομάδες το όριο του χρέους, ούτως ώστε οι ΗΠΑ να μην κηρύξουν επιλεκτική χρεωκοπία μετά τις 17 Οκτωβρίου. Πιθανόν τρομοκρατημένοι από τις επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια πρωτόγνωρη εξέλιξη, αποφάσισαν να κερδίσουν χρόνο, για να το ξανασκεφτούν, για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. Και κρατούν σταθερή την πίεση στον Ομπάμα, αφού αρνούνται να άρουν το πολιτικό αδιέξοδο στο θέμα του προϋπολογισμού.
Το "δίλημμα" των Ρεπουμπλικάνων
Μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο στην Ουάσινγκτον, διαφαίνεται, όμως, αφενός ότι ο πλανήτης θα γλιτώσει στο άμεσο επόμενο διάστημα μια νέα κρίση α λα Lehman Brothers, αφετέρου ότι το θρίλερ θα έχει συνέχεια. Κι αυτό διότι στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια νέα πραγματικότητα, μη προβλέψιμη. Όπως έλεγε στην «Αυγή» παλαίμαχος Αμερικανός διπλωμάτης, η Wall Street δεν ελέγχει το κίνημα του Κόμματος του Τσαγιού. Μέχρι το 2008 ήταν πάντοτε βέβαιο ότι ούτε οι Δημοκρατικοί ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι θα έπαιρναν ποτέ το ρίσκο να χαλάσουν τις καρδιές των επενδυτών τραπεζιτών. Το Κόμμα του Τσαγιού, όμως, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Και παρά το γεγονός ότι μόνο το 20% των εδρών των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή καλύπτεται από μέλη αυτού του κινήματος, η ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων δεν θέλει να πάρει το ρίσκο μιας διάσπασης. Αν και πολλοί Ρεπουμπλικάνοι θεωρούν ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί, και τρομάζουν από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, που δείχνουν ότι οι Αμερικανοί πολίτες είναι εξαγριωμένοι με τη στάση τους -για πρώτη φορά στην ιστορία του ρεπουμπλικανικού κόμματος μόλις το 24% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι το βλέπει θετικά-, δεν είναι έτοιμοι να πάρουν το ρίσκο της σύγκρουσης με τους εξτρεμιστές του Τσαγιού.
Οι αμήχανες πιέσεις του έξω κόσμου
Αυτό το «πολιτικό θέατρο» στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το χαρακτήρισε ο πατέρας όλων των κερδοσκόπων, Τζορτζ Σόρος, αντιμετωπίζεται από τον υπόλοιπο κόσμο, πολιτικό και οικονομικό, με ανησυχία και αμηχανία. Το λουκέτο της αμερικανικής κυβέρνησης είχε ήδη επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της τελευταίας εναπομείνασας υπερδύναμης, από την αναβολή της περιοδείας του Ομπάμα στην Ασία, μέχρι την ακύρωση μιας κοινής στρατιωτικής άσκησης ΗΠΑ- Ιαπωνίας. Οι εμπλεκόμενες χώρες αντέδρασαν μουδιασμένα και απέφυγαν να καγχάσουν για τα χάλια της υπερδύναμης. Λιγότερο μουδιασμένες, αλλά εξίσου προσεκτικές, ήταν οι αντιδράσεις κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και διεθνών οικονομικών οργανισμών στην επαπειλούμενη εξωτερική στάση πληρωμών των ΗΠΑ. «Προς θεού, μη χρεωκοπήσετε», ήταν το αίτημά τους προς την αμερικανική κυβέρνηση.
Το... παράδοξο της όλης υπόθεσης ήταν ότι οι πιο δυνατές φωνές προς την Ουάσινγκτον να συνεχίζει να δανείζεται ήταν αυτές των «ιπποτών» της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Του διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, της διευθύντριας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, του πρωθυπουργού της Βρετανίας, Ντέιβιντ Κάμερον κ.λπ.
Τη μεγαλύτερη ανησυχία την εξέφρασαν ανωνύμως -διά υψηλών αξιωματούχων στα κρατικά τους πρακτορεία ειδήσεων- οι κυβερνήσεις της Κίνας και της Ιαπωνίας. Οι δύο αυτές χώρες έχουν στα χαρτοφυλάκια των κεντρικών τραπεζών τους αμερικανικά ομόλογα αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων και πιθανή μη πληρωμή των τόκων από τις ΗΠΑ θα έχει άμεση επίπτωση στον προϋπολογισμό τους. Επιπλέον, είναι από τους στενότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ και φοβούνται ότι ακόμη κι αν η αμερικανική χρεωκοπία αποφευχθεί -όπως διαφαινόταν από το βράδυ της Πέμπτης-, η παράλυση της αμερικανικής δημόσιας διοίκησης μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, άρα σε μείωση των εξαγωγών τους εκεί.
Εφιάλτης για την Ευρώπη
Ανάλογες αγωνίες έχουν και χώρες που εξαρτώνται ιδιαίτερα από τις τιμές των πρώτων υλών, όπως για παράδειγμα η Βραζιλία και η Ρωσία. Αυτές τις μέρες του πολιτικού αδιεξόδου στην Ουάσινγκτον οι τιμές των πρώτων υλών -κυρίως του πετρελαίου- έπεσαν, στερώντας τους έσοδα. Εάν το πρόβλημα επιλυθεί σύντομα, οι επιπτώσεις δεν θα είναι δραματικές, εκτιμούν οι αναλυτές των χωρών αυτών, αλλά κάθε μέρα που περνάει χωρίς συμφωνία στην Ουάσινγκτον, η... άνεσή τους μειώνεται.
Για τις κυβερνήσεις της Ευρώπης, πάλι, και μόνο η πιθανότητα νέων αναταράξεων στις αγορές αποτελεί εφιάλτη, καθώς φοβούνται ότι θα απειλήσουν την εύθραυστη ηρεμία των τελευταίων μηνών, κυρίως στις αποδόσεις των ισπανικών και ιταλικών ομολόγων, και θα οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους δανεισμού. Για την ώρα, πάντως, τόσο τα χρηματιστήρια όσο και οι αγορές ομολόγων αντιμετωπίζουν το αδιέξοδο με ψυχραιμία, καθώς πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ, όσο αυτοκαταστροφικές κι αν έχουν γίνει, αποκλείεται να αυτοκτονήσουν. Οι αναλυτές των οίκων αξιολόγησης δεν έσπευσαν να υποβαθμίσουν την πιστοληπτική ικανότητα της υπερδύναμης -σε άλλες περιπτώσεις αντιδρούν με το παραμικρό-, ενώ και τα μεγάλα αφεντικά των επενδυτικών τραπεζών ναι μεν προειδοποιούν ότι «ενδεχόμενη αμερικανική χρεωκοπία θα συνταράξει την παγκόσμια οικονομία πολύ περισσότερο από το λουκέτο στη Lehman Brothers το 2008», αλλά δηλώνουν πως έχουν εμπιστοσύνη στην «κοινή λογική» των πολιτικών στο Κογκρέσο.
Ο ισχυρός άνδρας της Goldman Sachs, Λόιντ Μπλάνκφαϊν -και χρηματοδότης των αμερικανικών κομμάτων και των περισσότερων υποψηφίων για το Κογκρέσο-, φρόντισε καλού - κακού να προειδοποιήσει τους πολιτικούς στην Ουάσινγκτον «να μη θέσουν σε κίνδυνο την ανάκαμψη» και να μην απειλούν τη χώρα με χρεωκοπία «η οποία θα είναι τόσο δραματική, ώστε κανείς μας να μην ξέρει τι να κάνει».