Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΡΙΚΚΑ
"Είμαι Τούρκος, τίμιος, εργατικός. Οι αρχές μου είναι να προστατεύω τους νεότερους, να σέβομαι τους μεγαλύτερους, να αγαπώ την πατρίδα και το έθνος περισσότερο από τον εαυτό μου... Είθε η ζωή μου να αφοσιωθεί στην τουρκική ύπαρξη". Η σχολική "προσευχή" προς το κοσμικό κράτος που γενιές ολόκληρες μαθητών επαναλάμβαναν κάθε πρωί θα περάσει στο παρελθόν αν τελικά εγκριθούν οι μεταρρυθμίσεις που εξήγγειλε αυτή την εβδομάδα ο Τούρκος πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έπειτα από 11 χρόνια στην εξουσία και ένα καλοκαίρι διαδηλώσεων που κλόνισαν σοβαρά το κύρος του.
Το "πακέτο εκδημοκρατισμού" αφορά κατά κύριο λόγο τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ιδίως της κουρδικής, και έρχεται σε μια καθοριστική στιγμή για τη συνέχιση ή την αναστολή της ειρηνευτικής διαδικασίας με τους αυτονομιστές του ΡΚΚ. Αν τα μέτρα εγκριθούν, θα επιτραπεί για πρώτη φορά η διδασκαλία και σε άλλες γλώσσες πλήν της τουρικής (μόνο στα ιδιωτικά σχολεία), τα κουρδικά κόμματα θα μπορούν να λάβουν κρατική επιχορήγηση και το εκλογικό όριο εισόδου στη Βουλή θα μειωθεί σημαντικά ενώ οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι θα μπορούν να φορούν μαντίλα την ώρα της δουλειάς.
Η μεταρρύθμιση προβλέπει και τη "νομιμοποίηση" των τριών απαγορευμένων μέχρι τώρα κουρδικών γραμμάτων (q, w και χ) που δεν υπάρχουν στο τουρκικό αλφάβητο. Μια σειρά άλλα μέτρα που περίμενε η κουρδική μειονότητα -περίπου 20% του πληθυσμού της Τουρκίας- έμειναν έξω από το μεταρρυθμιστικό πακέτο μαζί με το θέμα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, πάγιο αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου εδώ και 43 χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αρκετοί άλλοι διεθνείς οργανισμοί εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τα μέτρα. Κάποιοι άλλοι δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους. "Το πακέτο είναι καθαρά διακοσμητικό" σχολιάζει ο Κοράι Καλισκάν, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. "Δίνει περισσότερη ελευθερία σε τρία γράμματα παρά σε 10 εκατομμύρια Κούρδους. Τι απέγινε το ζήτημα της τοπικής αυτονομίας που περίμεναν όλοι οι Κούρδοι;" διερωτάται.
Την ίδια απογοήτευση εξέφρασε και ο σημαντικότερος πολιτικός εκπρόσωπος της κουρδικής μειονότητας, το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (BDP). "Είναι άραγε αυτό ένα πακέτο που άξιζε τον κόπο να περιμένουμε; Οι Κούρδοι επιθυμούσαν την επίλυση του κουρδικού προβλήματος, οι Αλεβίτες επιθυμούσαν θρησκευτική ελευθερία και άλλες ομάδες που πέφτουν θύματα διακρίσεων ήθελαν περισσότερο συμμετοχική διακυβέρνηση. Αγωνίστηκαν επί χρόνια για κάτι τέτοιο. Λέμε καθαρά επομένως ότι το πακέτο δεν εκπληρώνει τις προσδοκίες μας. Δεν είναι ένα πακέτο που ανταποκρίνεται στην ανάγκη της Τουρκίας για εκδημοκρατισμό", τόνισε ο συμπρόεδρος του BDP, Γκιουλτέν Κισανάκ.
Το βασικό εργαλείο για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των Κούρδων παραμένει η αντιτρομοκρατική νομοθεσία που το πακέτο αποφεύγει να αγγίξει. Ακόμη όμως και στις ζώνες που αγγίζει, τα μέτρα φαίνονται τουλάχιστον ημιτελή. Ποιους αφορά σε τελική ανάλυση η διδασκαλία στην κουρδική γλώσσα στα ιδιωτικά σχολεία με δεδομένη την οικτρή οικονομική κατάσταση των περισσότερων μελών της μειονότητας;
Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι το δημοκρατικό άνοιγμα του Ερντογάν έρχεται τη στιγμή που διαψεύδονται πανηγυρικά οι προσδοκίες της Τουρκίας να αποτελέσει το μοντέλο για την περιοχή της Μέσης Ανατολής μετά την Αραβική Άνοιξη. Πρώτα ήλθαν οι μαζικές διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τη χώρα μέσα στο καλοκαίρι και η παγκόσμια κατακραυγή την οποία προκάλεσε η βάναυση καταστολή τους. Στη συνέχεια η κυβέρνηση Ερντογάν έπαιξε το χαρτί της διεθνούς επέμβασης στη Συρία και της ανατροπής του Άσαντ, κάτι που την αποξένωσε από όλες τις σιιτικές δυνάμεις της περιοχής, το Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία και τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Η τουρκική διπλωματία ηττήθηκε και στην Αίγυπτο με το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τη συμμαχική ισλαμική κυβέρνηση του προέδρου Μόρσι.
Η εμπλοκή της Τουρκίας στον συριακό εμφύλιο ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμα και άλλες αρνητικές συνέπειες για την Άγκυρα, καθώς περίπου 20 εκατομμύρια Τούρκοι είναι Αλεβίτες που φυσικά υποστηρίζουν τους ομοθρήσκους τους -υποστηρικτές του Άσαντ- στη Συρία και, διόλου συμπτωματικά, αγνοούνται από τις μεταρρυθμίσεις. Στο χειρότερο δυνατό σενάριο για τον Ερντογάν, οι ρόλοι θα μπορούσαν να αντιστραφούν, με τη Συρία να ενθαρρύνει την εθνοτική βία στην Τουρκία εξοπλίζοντας τους εκεί συμμάχους της. Και φυσικά υπάρχει και το Ιράν, που στο παραμικρό στραβοπάτημα της Άγκυρας θα μπορεί να σαμποτάρει την ειρηνευτική διαδικασία με τους Κούρδους. Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που πολύ δύσκολα θα επιτρέψει στην Άγκυρα να διεκδικήσει στο άμεσο μέλλον τον ρόλο του προτύπου σταθερότητας για τον μουσουλμανικό κόσμο.