Αποστολή στο Βερολίνο: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Τέλος εποχής σήμαναν οι κάλπες της 22ας Σεπτεμβρίου. Για πρώτη φορά μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 1949, εξαφανίστηκαν από την ομοσπονδιακή Βουλή οι Φιλελεύθεροι (FDP), το κόμμα που κυβέρνησε επί μακρότερον τη χώρα, ως εταίρος είτε των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) είτε των Σοσιαλδημοκρατών (SPD).
Ο θρίαμβος της Μέρκελ, πάλι, ήταν εντυπωσιακός, αλλά όχι και πρωτόγνωρος. Δύο προκάτοχοί της έχουν πετύχει πιο «ονειρικά» αποτελέσματα: ο Κόνραντ, Άντενάουερ το 1957, που πήρε την απόλυτη πλειοψηφία στην κάλπη με 50,2%, και ο Χέλμουτ Κολ το 1983 (48,8%), το 1987 (44,3%) και το 1990 (43,8%).
Κι όμως, το 41,5% που πήρε την Κυριακή το κόμμα της Μέρκελ είναι το υψηλότερο ποσοστό που έχει πάρει λαϊκό κόμμα στη Γερμανία μετά την ενοποίηση. Επιπλέον είναι ένα ποσοστό που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο πρόσωπο της Μέρκελ, αφού αυτό ήταν το μοναδικό προεκλογικό όπλο της CDU...
Ένα κόμμα "λίγο απ' όλα"
Οι Γερμανοί ψηφοφόροι ψήφισαν «σύνεση και σταθερότητα», ψήφισαν τη γυναίκα που τους υποσχέθηκε ότι «θα αγρυπνά για τους πολίτες όταν αυτοί κοιμούνται», όπως έγραφε στο χθεσινό Spiegel η κοινωνιολόγος Κριστιάνε Χόφμαν. Ουσιαστικά ψήφισαν ένα «μεταμοντέρνο» κόμμα, όπως έκανε τη CDU η Μέρκελ, που είναι λίγο συντηρητικό ("ζήτω η οικογένεια"), λίγο σοσιαλδημοκρατικό ("ζήτω οι συλλογικές συμβάσεις") και λίγο οικολογικό ("τέλος με την πυρηνική ενέργεια"). Ψήφισαν μια καγκελάριο που τους έχει πείσει ότι αγωνίζεται για τα συμφέροντα της χώρας τους, που είναι διαλλακτική στο εσωτερικό και «σιδηρά» στο εξωτερικό.
Ένας Γερμανός σχολιαστής προχθές υπογράμμιζε πολύ εύστοχα ότι η Μέρκελ αποδεικνύεται η καλύτερη μαθήτρια του Μακιαβέλι, καλύτερη κι από τον ίδιο τον δάσκαλο. Στη μακιαβελική συμβουλή, "εάν δεν μπορεί ο ηγεμόνας να κάνει τους υπηκόους να τον αγαπούν, είναι καλύτερα να τους κάνει να τον φοβούνται", η Μέρκελ βρήκε τη φόρμουλα να την αγαπάνε πολλοί στο εσωτερικό και να τη φοβούνται ακόμη περισσότεροι στο εξωτερικό.
Αυτό που έκανε ακόμη μεγαλύτερο τον θρίαμβο της Μέρκελ- και προς στιγμή την φόβισε- ήταν το εξαιρετικά ασυνήθιστο για τη Γερμανία γεγονός ότι το 41,5% στην κάλπη έδωσε πάνω από 49% στη Βουλή, 311 έδρες στις 630. Κι αυτό διότι ένα 15% των ψήφων δεν έχει πλέον κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αν μετρήσει κανείς το 4,8% του FDP, το 4,7% των ευρωφοβικών της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», το 2,2% των "Πειρατών" και το 4% των λοιπών.
Η ήττα της κοκκινοπράσινης πρότασης
Οι Σοσιαλδημοκράτες, αν και κατάφεραν να… αναρρώσουν από το καταστροφικό εκλογικό αποτέλεσμα που έφεραν το 2009, απέτυχαν παταγωδώς να πετύχουν τον στόχο τους, να σχηματίσουν τη δική τους κυβέρνηση με τους Πράσινους. Το 25,7% που έφεραν, σε συνδυασμό με το μίζερο 8,4% των Πράσινων, ήταν πολύ κατώτερο των προσδοκιών τους, αλλά πολύ κοντά στα ποσοστά που έδιναν στα δύο κόμματα οι δημοσκοπήσεις. Θεωρητικά θα μπορούσαν να τολμήσουν τον σχηματισμό μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης μαζί με τους βουλευτές της Αριστεράς, αλλά έχουν δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι δεν θα το κάνουν.
Ηττημένοι βγήκαν από την κάλπη και οι Πράσινοι, οι οποίοι μόλις ένα χρόνο πριν φλέρταραν τόσο δημοσκοπικά όσο και σε πολλές τοπικές εκλογές με ποσοστά που άγγιζαν το 20%. Η στροφή που έκαναν προς τα αριστερά (κάνοντας σημαία τους την αύξηση της φορολογίας για τους πλούσιους και το εγγυημένο κατώτατο μεροκάματο) τρόμαξε τους ψηφοφόρους τους, οι οποίοι στο μεταξύ ανήκουν στην καλά μορφωμένη μεσαία τάξη.
Οι αντοχές της Αριστεράς…
Η Αριστερά, πάλι, αν και έχασε ένα μέρος από την εκλογική της δύναμη του 2009, κατάφερε να ανεβάσει τους τελευταίους μήνες τα ποσοστά της, που είχαν στο μεταξύ κατρακυλήσει, και με το 8,6% που έφερε είναι η τρίτη δύναμη στη νέα Βουλή. Για τους… αποσυνάγωγους του γερμανικού πολιτικού συστήματος ο συμβολισμός αυτός είναι εξαιρετικά σημαντικός, ενώ οι 64 βουλευτές που εξελέγησαν θα αποτελούν στην πορεία της τετραετίας έναν συνεχή… πειρασμό για το SPD και τους Πράσινους να τολμήσουν μια άλλη πολιτική.
…και το επίτευγμα των ευρωσκεπτικιστών
Τέλος, το κόμμα που έσπειρε τον φόβο, παρά το γεγονός ότι τελικά δεν κατάφερε να πιάσει το όριο του 5%, ήταν η «Εναλλακτική για τη Γερμανία». Οι ευρωσκεπτικιστές καθηγητές, που φλερτάρουν και με την ακροδεξιά ατζέντα, κατάφεραν να πάρουν από τους Φιλελεύθερους σχεδόν μισό εκατομμύριο ψηφοφόρους και να τους πετάξουν έξω από τη Βουλή. Σύμφωνα με τις ποιοτικές αναλύσεις του αποτελέσματος, μάλιστα, κατάφεραν να πάρουν ψήφους από παντού, ακόμη κι από την Αριστερά. Το αν ήρθαν για να μείνουν δεν είναι ακόμη βέβαιο. Πάντως, είναι το πρώτο κόμμα στη Γερμανία που πέτυχε μέσα σε τέσσερις μήνες να εκτοξευθεί από το πουθενά στο κατώφλι της Βουλής.
Ο γρίφος του κυβερνητικού συνασπισμού ή το φιλί της γυναίκας αράχνης
Το βράδυ των εκλογών, στον οίκο «Κόνραντ Αντενάουερ στο στρατηγείο των Χριστιανοδημοκρατών, οι πανηγυρισμοί δεν είχαν τέλος. Μέχρι και η Μέρκελ άφησε προς στιγμή, κατά μέρος την παροιμιώδη αταραξία της και αντέδρασε όπως με τις νίκες της Εθνικής Γερμανίας στα Μουντιάλ. Όμως, όταν άρχισε να φαίνεται ότι μπορεί και να πετύχει την αυτοδυναμία, το χαμόγελό της μαράθηκε. Η καγκελάριος δεν θα ήθελε να κυβερνήσει αυτοδύναμα -πάντα σε συνεργασία με το ζόρικο αδελφό κόμμα των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας- με μια ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία δύο ή τριών εδρών. Μπορεί τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα να μην έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον γερμανικό προεκλογικό αγώνα, ωστόσο περιμένουν στη γωνία και η Μέρκελ ξέρει ότι χρειάζεται στιβαρή πλειοψηφία για να τα διαχειριστεί. Οπότε, μπορεί και να ένοιωσε ανακούφιση που δεν της βγήκαν τα κουκιά.
Βέβαια, από σήμερα αρχίζουν τα δύσκολα, η αναζήτηση κυβερνητικού εταίρου. Η διαδικασία αυτή θα είναι μακρά και προβληματική, πρωτίστως για τους δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους, Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους, που εμφανίζονται εξαιρετικά απρόθυμοι, αλλά και για την ίδια τη Μέρκελ, η οποία θα παίξει μεν από θέση ισχύος, αλλά ακριβώς επειδή είναι τόσο ισχυρή θα ζοριστεί να εξηγήσει στο κόμμα της γιατί πρέπει να κάνει συμβιβασμούς.
Να σημειωθεί, πάντως, ότι στη Γερμανία η πολιτική συναίνεση και οι συμβιβασμοί θεωρούνται αρετές, ότι ένα κόμμα δεν χαρακτηρίζεται «ξεπουλημένο» όταν κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και κάνει υποχωρήσεις ανάλογα με την εκλογική του δύναμη.
Ωστόσο, η Μέρκελ απέδειξε ότι εξοντώνει τους κυβερνητικούς εταίρους της, ακόμη κι όταν υιοθετεί τις απόψεις τους. Απέδειξε ότι κερδίζει τα εύσημα των κοινών επιτυχιών και καταφέρνει να τους φορτώσει το κόστος των κοινών αποτυχιών. Αυτό το ξέρουν καλά οι Σοσιαλδημοκράτες -κόντεψαν να πέσουν στο 20% μετά το τέλος του προηγούμενου μεγάλου συνασπισμού- κι ακόμη καλύτερα οι Φιλελεύθεροι, που εκπαραθυρώθηκαν την Κυριακή από τη Βουλή.
Πιθανότερη εκδοχή ο μεγάλος συνασπισμός
Από αύριο η Μέρκελ θα αρχίσει να κάνει προτάσεις. Πιθανότατα πρώτα στους Σοσιαλδημοκράτες και μετά στους Πράσινους. Η ίδια θα προτιμούσε τον μεγάλο συνασπισμό χρειάζεται τόσο τις ψήφους όσο και τα στελέχη του SPD για την ευρωπαϊκή της πολιτική. Άλλωστε όλες τις δύσκολες αποφάσεις, για την Ελλάδα, για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και κυρίως για την τραπεζική ένωση, τις πήρε και με τις ψήφους του SPD. Επιπλέον, ο καλύτερος τρόπος να «πουλήσει» στο γερμανικό ακροατήριο την επόμενη κωλοτούμπα που ενδέχεται να κάνει στα ευρωπαϊκά είναι ότι το κάνει για το καλό της χώρας, και η απόδειξη είναι ότι συναινούν και οι Σοσιαλδημοκράτες.
Με τους Πράσινους, πάλι, μια κυβερνητική συνεργασία θα είναι περιπέτεια. Όχι ότι δεν υπάρχουν σημεία τομής των δύο πολιτικών συνόλων, όχι ότι δεν υπάρχουν στελέχη των Πρασίνων που εδώ και καιρό φλερτάρουν με έναν συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες -έκαναν άλλωστε το πείραμα πριν από μερικά χρόνια σε τοπικό επίπεδο, στο κρατίδιο του Αμβούργου- αλλά σε κάποιους τομείς οι διαφορές τους είναι αγεφύρωτες. Επιπλέον, τρέμουν κι αυτοί το φιλί της γυναίκας αράχνης. Ξέρουν ότι, ακόμη κι αν βρεθεί μια κομματική πλειοψηφία υπέρ της συνεργασίας με τη Μέρκελ και την… τολμήσουν, σε τέσσερα χρόνια δεν θα βρουν ούτε την ψήφο των στελεχών τους στις κάλπες. Ελπίζουν, λοιπόν, το SPD να αναγκαστεί να μπει στον μεγάλο συνασπισμό κι αυτοί να γλυτώσουν ακόμη και το βάσανο της απόφασης.
Εάν το SPD δεν υποχωρήσει και αρνηθεί τη συνεργασία με τη Μέρκελ -κάτι που δεν είναι τόσο απλό- τότε μπορεί η Γερμανία να ζήσει άλλη μια ανατροπή. Αφού ειδικά σ' αυτή τη φάση της ευρωκρίσης θα είναι αδύνατον να λειτουργήσει στο Βερολίνο μια κυβέρνηση μειοψηφίας για ένα εύλογο χρονικό διάστημα κι έτσι υπάρχει η -αδιανόητη από το 1949 μέχρι τώρα- πιθανότητα να προκηρυχθούν αργά ή γρήγορα νέες εκλογές. Αυτό δε θα αρέσει στους Γερμανούς ψηφοφόρους, οι οποίοι πιθανότατα θα τιμωρήσουν το SPD και τους Πράσινους επειδή δεν προσπάθησαν αρκετά. Άλλωστε στις περισσότερες δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων η πλειονότητα των Γερμανών δήλωνε ότι προτιμά έναν μεγάλο συνασπισμό.