Ανταπόκριση από το Βερολίνο, ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Το φθινόπωρο έφτασε βαρύ στο Βερολίνο. Η καταχνιά σκεπάζει τις προεκλογικές αφίσες των κομμάτων, η βροχή μουλιάζει τις αφίσες των Πράσινων, που επέλεξαν ανακυκλωμένο χαρτόν, και τους βγήκε κακής ποιότητας. Με εξαίρεση τις κεντρικές λεωφόρους, το αφισομάνι στις γειτονιές είναι πολύ περιορισμένο. Εκτός από τα κιόσκια των κομμάτων στους κεντρικούς πεζόδρομους, στη Γερμανία τίποτε δε θυμίζει εκλογές, όπως τις ξέρουμε.
«Εσείς ασχολείστε πολύ περισσότερο απο εμάς με τις εκλογές μας», έλεγε στην «Α» ένας συνεργάτης του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, δύο μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες. Πράγματι, αυτή την τελευταία προεκλογική εβδομάδα, υπήρξαν μέρες που οι εκλογές ήταν το πέμπτο ή το έκτο θέμα στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, ενώ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αφιέρωσαν πολύ περισσότερο χώρο στον θάνατο του «πάπα» της λογοτεχνικής κριτικής, Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, παρά στους Μέρκελ, Στάινμπρικ και σία.
Μια πρώτη εξήγηση στο γιατί το κλίμα είναι τόσο υποτονικό τη δίνει το πολιτικό καμπαρέ: «Η μαμά Μέρκελ μας διαβεβαιώνει ότι όλα πάνε καλά κι ότι αυτή θα φροντίσει να μην αλλάξει τίποτε. Ναρκωμένοι από τον καθησυχαστικό τόνο της φωνής της, βολεμένοι στην επίπλαστη σιγουριά και ευημερία μας, έχουμε πάψει να μαλώνουμε για τα πραγματικά ζητήματα της πολιτικής».
Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι... το ματς δεν είναι ντέρμπι. Κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να χάσει την πρωτιά η Μέρκελ, και δη με διαφορά από τον αντίπαλό της, το Σοσιαλδημοκράτη υποψήφιο, Πέερ Στάινμπρικ.
Μια τρίτη εξήγηση δίνει ένας Βερολινέζος ταξιτζής: «Τι νόημα έχει να πας να ψηφίσεις; Πάντα τα ίδια κάνει όποια κυβέρνηση κι αν βγει στο τέλος».
Η ερμηνεία του ταξιτζή είναι αυτή που ανησυχεί περισσότερο τόσο το πολιτικό σύστημα στη Γερμανία όσο και τους διανοούμενους της χώρας. Μια τελευταία κοινωνική έρευνα έδειξε ότι όσο πιο πολλούς φτωχούς και κοινωνικά αποκλεισμένους έχει μια εκλογική περιφέρεια τόσο μικρότερη είναι εκεί η εκλογική συμμετοχή. Σε κάποιες πόλεις, μάλιστα, οι αποκλίσεις στα ποσοστά της αποχής μεταξύ φτωχών και πλούσιων γειτονιών φτάνει ακόμη και το 45%.
Σήμερα, πολλοί φοβούνται ότι για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας, το ποσοστό συμμετοχής θα πέσει κάτω από το 70%, γι' αυτό και έχει ενταθεί η καμπάνια «πάτε να ψηφίσετε, αλλιώς αποφασίζουν άλλοι για σας», στην οποία συμμετέχουν όλα τα κόμματα, πρωτοστατεί ο πρόεδρος της δημοκρατίας και εμφανίζονται δεκάδες σταρ του σινεμά, της τηλεόρασης και των γηπέδων.
Επιπλέον, μέχρι και σήμερα το πρωί όλοι έδιναν τη μάχη να κερδίσουν την ψήφο των αναποφάσιστων -το ποσοστό των οποίων άγγιζε ακόμη και προχθές το 35%- με επισκέψεις σε σπίτια, με επιστολές, με μίνι χάπενινγκ.
Το κυνήγι της δεύτερης ψήφου
Τη μάχη όλων των μαχών έδωσε την τελευταία εβδομάδα το FDP, το κόμμα των Φιλελευθέρων, που τρέμει μήπως βρεθεί σήμερα εκτός κοινοβουλευτικού νυμφώνος. Μετά την καταβαράθρωσή τους στις τοπικές κάλπες της Βαυαρίας, οι Φιλελεύθεροι πρακτικά εκβιάζουν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους να τους δώσουν τη δεύτερη ψήφο τους (το γερμανικό εκλογικό σύστημα προβλέπει μία ψήφο για το πρόσωπο που θα εκλεγεί σε μία από τις 299 μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και μία δεύτερη ψήφο για την κομματική λίστα, απ' την οποία εκλέγονται τουλάχιστον άλλοι 299 βουλευτές). Το δίλημμα που θέτουν είναι: ψηφίστε μας για να συνεχίσει να κυβερνά μαζί μας η Μέρκελ, αλλιώς θα βγει ένας συνασπισμός Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Πράσινων και Αριστεράς που θα σας ταράξει στους φόρους και θα διαλύσει την οικονομία. Μόνο, «ψηφίστε μας γιατί αλλιώς θα ρθουν οι κομμουνιστές να σας πάρουν τα σπίτια» δεν λένε ξεκάθαρα.
Η Μέρκελ, όμως, φοβάται πολύ μήπως ο εκβιασμός αυτός λειτουργήσει και ουσιαστικά τις τελευταίες μέρες κάνει προεκλογικό αγώνα ενάντια στο FDP. «Με τη δεύτερη ψήφο σας εκλέγομαι καγκελάριος, μη μου τη στερήσετε», είναι το μήνυμα που στέλνει.
Εάν το FDP καταφέρει να πάρει πολλές «δανεικές» ψήφους από τους Χριστιανοδημοκράτες, θα εξασφαλίσει μεν την είσοδό του στη νέα Βουλή -στο όριο του 5%, το δίνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις- αλλά μπορεί να αποδυναμώσει επικίνδυνα το κόμμα της Μέρκελ, κι αυτό η καγκελάριος προσπαθεί να το αποτρέψει πάση θυσία. Άλλωστε, μπορεί αύριο να χρειαστεί να συγκυβερνήσει με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), σε μια νέα εκδοχή του μεγάλου συνασπισμού, και δεν θέλει να μπει με ψαλιδισμένα τα φτερά σ' αυτήν τη μετεκλογική διαπραγμάτευση.
Η προσδοκία του θαύματος
Οι Σοσιαλδημοκράτες, πάλι, ελπίζουν στο θαύμα. Ποιο θα μπορούσε να είναι αυτό; Αφενός, να ενισχυθεί το ποσοστό τους -το ανώτερο που τους δίνουν οι δημοσκοπήσεις είναι 28%- από την κινητοποίηση των αναποφάσιστων, αφετέρου να έχει δραματικές απώλειες η Δεξιά από... καραμπόλες. Δηλαδή, να μην καταφέρουν να μπουν στη Βουλή οι Φιλελεύθεροι και το νέο ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία», αλλά με ποσοστά μια ανάσα κάτω από το 5%. Ελπίζουν δε αυτό το πέντε παρά λίγο της «Εναλλακτικής» να βγει από τη δεξαμενή των Χριστιανοδημοκρατών.
Σε μια τέτοια περίπτωση, θα υπάρχει μια πέραν της Δεξιάς πλειοψηφία στη νέα Βουλή. Ωστόσο, οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν θέλουν να συνεργαστούν με την Αριστερά, οπότε κυβέρνηση χωρίς το κόμμα της Μέρκελ δεν θα μπορούν να σχηματίσουν. Εάν όμως το SPD μπει και πάλι ως μικρότερος εταίρος σε έναν μεγάλο συνασπισμό, θα πάθει μεγάλη ζημιά. Εκτός κι αν τα σενάρια που κυκλοφόρησαν ότι στο μέσο της τετραετίας το SPD θα μπορούσε να πάρει τη στροφή και να βρεθεί επικεφαλής μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης, αρχίσουν να παίρνουν σάρκα και οστά.
Το όνειρο του Στάινμπρικ, πάντως, να γίνει καγκελάριος σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με τους Πράσινους είναι... θερινής νυκτός. Στην τελική ευθεία του προεκλογικού αγώνα οι Πράσινοι χάνουν συνεχώς δυνάμεις, κυρίως διότι η καμπάνια που έκαναν υπέρ της αύξησης της φορολογίας έδιωξε ένα μέρος από την εκλογική πελατεία τους. Αντίθετα, στην τελική ευθεία άρχισε να ενισχύεται η Αριστερά, κυρίως επειδή ήταν για καιρό στην επικαιρότητα το θέμα της Συρίας, οπότε οι πολίτες έτειναν πιο ευήκοον ους στο μόνο κόμμα που τάσσεται ξεκάθαρα ενάντια σε κάθε στρατιωτική επέμβαση, αλλά και ζητεί να σταματήσουν οι εξαγωγές όπλων από τη Γερμανία.