Όταν δεν μπορείς να βολτάρεις ούτε στην πάλε ποτέ "πίσω αυλή" σου, τότε μάλλον τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Τη στιγμή που άλλοι ξένοι ηγέτες εκλιπαρούν για να σταθούν έστω και για λίγα λεπτά στο πλευρό του Μπαράκ Ομπάμα, η πρόεδρος της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρούσεφ, ανέβαλε τη συνάντηση που είχε προγραμματίσει μαζί του για τις 23 Οκτωβρίου.
Είναι ακόμη μια ένδειξη της φθίνουσας επιρροής των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική μετά την αριστερή στροφή των τελευταίων ετών αλλά και επιβεβαίωση του γεγονότος ότι η υπόθεση Σνόουντεν και οι αποκαλύψεις για το εκτεταμένο δίκτυο κατασκοπείας της NSA ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια ενός νέου "ψυχρού πολέμου" μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας.
Παρά τις έντονες προσπάθειες της αμερικανικής διπλωματίας, η προεδρία της Βραζιλίας ανακοίνωσε ότι αυτή τη στιγμή το "πολιτικό περιβάλλον" δεν είναι ευνοϊκό για την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στη Βραζιλία. Βασικός λόγος, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είναι το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει πραγματοποιήσει μέχρι τώρα καμία αξιόπιστη έρευνα για την αποκάλυψη ότι οι μυστικές υπηρεσίες της παρακολουθούσαν τις συνομιλίες της Ρούσεφ καθώς και πολλών συνεργατών της. Από τους αμερικανικούς "κοριούς" δεν ξέφυγε ούτε η μεγαλύτερη εταιρεία της χώρας, η πετρελαϊκή Petrobras.
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία που η βορειαμερικανική πλευρά αποδίδει στη σχέση με τη Βραζιλία, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρούσεφ ήταν η μοναδική ξένη ηγέτης που κλήθηκε φέτος σε δείπνο εργασίας στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, οι πρόσφατες αποκαλύψεις της Guardian και της βραζιλιανικής Globo για τις παρακολουθήσεις εξόργισαν την κοινή γνώμη στη Βραζιλία και ξύπνησαν επώδυνες μνήμες, καθώς σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 50 χρόνια από το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα του 1964.
Ο τέως πρόεδρος της Βραζιλίας, Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι ο Ομπάμα οφείλει να ζητήσει συγγνώμη από τη διεθνή κοινότητα, ενώ ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ζοζέ Εντουάρντο Καρντόσο, έκανε λόγο για "σαφή παραβίαση της βραζιλιανικής κυριαρχίας". Από την πλευρά τους, οι υπουργοί Άμυνας της Βραζιλίας και της Αργεντινής υπέγραψαν στις 13 Σεπτεμβρίου σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας που, μεταξύ άλλων, προβλέπει ενιαίες κινήσεις για την αποτροπή κυβερνοεπιθέσεων.
Στην όλο και στενότερη συνεργασία μεταξύ των χωρών του αμερικανικού Νότου πρέπει ίσως να αναζητηθεί και ο λόγος για τη διπλωματική ταπείνωση της Ουάσιγκτον. Γιατί μπορεί οι ΗΠΑ να φλερτάρουν έντονα τη Βραζιλία θεωρώντας την ως χώρα-κλειδί για τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά η στάση τους απέναντι στις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου παραμένει απαράλλακτη. Όταν το καλοκαίρι η Ουάσιγκτον καθήλωνε για ώρες στο έδαφος το αεροσκάφος που μετέφερε τον Έβο Μοράλες προκειμένου να διαπιστώσει αν μετέφερε και τον φυγάδα Έντουαρντ Σνόουντεν, οι ΗΠΑ δεν εξόργισαν μόνο τους κατοίκους της Βολιβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής.
Η αδυναμία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αποδεχτεί ή έστω να κατανοήσει τις θεμελιακές αλλαγές που προκάλεσε σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής το "κύμα" των αριστερών κυβερνήσεων της τελευταίας 15ετίας βρίσκεται πίσω από τη σημερινή διπλωματική αποτυχία. Και όσο οι αμερικανικές κυβερνήσεις αδυνατούν να καταλάβουν ότι δεν αντιμετωπίζουν πλέον μεμονωμένες κυβερνήσεις, αλλά μια συγκροτημένη ομάδα, τόσο και θα βλέπουν την επιρροή τους στην περιοχή να υποχωρεί.