Για την Τουρκία, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η βάναυση καταστολή μιας ειρηνικής διαδήλωσης για την προστασία του πάρκου Γκεζί. Στην περίπτωση της Βραζιλίας, η αφορμή για το ξέσπασμα ήταν μια αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων για τα μέσα μαζικής μεταφοράς που με τα δικά μας μέτρα μοιάζει απειροελάχιστη: 20 σεντίμος του ρεάλ, κάτι δηλαδή λιγότερο από επτά λεπτά του ευρώ.
Οι πρώτες κινητοποιήσεις για την αύξηση στις αρχές Ιουνίου πέρασαν αρχικά απαρατήρητες εξαιτίας της μικρής συμμετοχής. Κινητήρια δύναμη των διαδηλώσεων ήταν το Movimento Passe Livre (Κίνημα Ελεύθερης Διακίνησης), μια αριστερή ομάδα με τον "ουτοπικό" στόχο -σύμφωνα με τη μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου και τύπου- για δωρεάν μετακινήσεων με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Να σημειώσουμε πάντως ότι τον ουτοπικό αυτό στόχο περιελάμβανε στο πρόγραμμα του και το κυβερνών σήμερα Εργατικό Κόμμα (ΡΤ) όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση και οι δεσμοί του με τα πολυάριθμα κοινωνικά κινήματα της χώρας ήταν πολύ ισχυρότεροι από ό,τι σήμερα.
Οι λιγοστοί διαδηλωτές του κινήματος MPL έγιναν μέσα σε μερικές ώρες δεκάδες χιλιάδες όταν, στις 13 Ιουνίου, οι ειδικές δυνάμεις της βραζιλιάνικης αστυνομίας -ένα πλήρως στρατιωτικοποιημένο σώμα ασφαλείας το οποίο έχει κάνει ελάχιστα βήματα εκδημοκρατισμού από την εποχή της χούντας και συστηματικά επιδράμει στις φαβέλες σαν δύναμη κατοχής- διέλυσαν με ασύλληπτη αγριότητα μια ειρηνική κινητοποίηση.
Έπειτα από αυτό, οι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους κατά εκατοντάδες χιλιάδες: Ρίο, Σάο Πάολο, Μπραζίλια, Πόρτο Αλέγκρε, Φορταλέσα, Σαλβαντόρ, Βιτόρια, Μπελέμ ήταν μερικές από τις πόλεις τις οποίες πλημμύρισαν. Οργανωμένες και πάλι από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι κινητοποιήσεις είχαν τη μορφή ενός αυθόρμητου κύματος διαμαρτυρίας με μια πληθώρα διεκδικήσεων. Κάτι που αποτυπωνόταν και στα πλακάτ των νεαρών, στην πλειονότητα τους, διαδηλωτών. "Δεν είναι τα σεντίμος, είναι τα δικαιώματα", "συγγνώμη για την ενόχληση, αλλάζουμε τη χώρα", "οι μετακινήσεις δεν είναι εμπόρευμα", "Αν τα σεντίμος πήγαιναν στην εκπαίδευση δεν θα ήμουν εδώ", "μην έρθετε στο Μουντιάλ".
Η αναφορά του Μουντιάλ δεν ήταν φυσικά τυχαία. Οπως τυχαίο δεν ήταν και το γεγονός ότι το κύμα διαμαρτυρίας ξέσπασε τις ημέρες που η Βραζιλία φιλοξενεί το Κύπελλο Συνομοσπονδιών της Fifa, την πρόβα τζενεράλε για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του επόμενου καλοκαιριού. Οι διοργανωτές έχουν ήδη ξοδέψει 7 δισεκατομμύρια ρεάλ, δηλαδή το τετραπλάσιο από όσο δαπάνησαν οι Νοτιοαφρικανοί πριν από τρία χρόνια. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών έξω από το στάδιο Μαρακανά που ανακαινίστηκε πρόσφατα με κόστος 1 δισεκατομμύριο ρεάλ, έξι μόλις χρόνια μετά την τελευταία πολυδάπανη ανακαίνιση του. "Στάδια πρώτου κόσμου, σχολεία και νοσοκομεία τρίτου κόσμου" έγραφε ένα πλακάτ.
Το ρεύμα διεκδικήσεων έρχεται στο τέλος μιας δεκαετίας που κατά γενική ομολογία συνοδεύτηκε από τη μεγαλύτερη αύξηση στο επίπεδο ζωής στην ιστορία της χώρας, χωρίς η ανάπτυξη να αγνοήσει τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Ορισμένοι αναλυτές βρίσκουν την εξήγηση για το ξέσπασμα της λαϊκής οργής ακριβώς σε αυτό. "Οι φτωχοί που κατάφεραν να ενταχθούν σε μια νέα μεσαία τάξη, συνειδητοποίησαν ότι έκαναν ένα ποιοτικό άλμα στη σφαίρα της κατανάλωσης και τώρα θέλουν περισσότερα" σημειώνει ο αρθρογράφος της El Pais, Χουάν Αρίας.
Στην πραγματικότητα όμως φαίνεται να πρόκειται για γενικευμένη ανασφάλεια. Η νέα μεσαία τάξη της Βραζιλίας, περίπου 40 εκατομμύρια άνθρωποι, ξέφυγαν από τη φτώχεια στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας -κυρίως χάρη στον δανεισμό- αλλά εξακολουθούν να απέχουν μια ανάσα από αυτή. Και φυσικά ζουν σε μια χώρα με ένα από τα μεγαλύτερα χάσματα πλούσιων και φτωχών στον κόσμο. Τα μέλη της νέας μεσαίας τάξης πληρώνουν ασύλληπτα υψηλούς φόρους για λατινοαμερικανικά δεδομένα και παρόλα αυτά απολαμβάνουν υπηρεσίες και κοινωνικές παροχές εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου.
Η πρόσφατη είδηση για τον θάνατο 25 νεογέννητων μέσα σε δύο εβδομάδες σε νοσοκομείο του Μπέλεμ έκανε να ακουστούν απίστευα κούφιοι οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για τις διοργανώσεις (Μουντιάλ 2014, Ολυμπιακοί 2016) που θα φέρουν στη Βραζιλία "χαρά, ομορφιά και πλήθη τουριστών". Χαρά, ομορφιά και πανάκριβα στάδια τη στιγμή που ένας εργαζόμενος του Σάο Πάολο που λαμβάνει τον κατώτατο μισθό πρέπει κάθε μήνα να δαπανά το ένα πέμπτο του εισοδήματός του για να πηγαίνει στη δουλειά με το λεωφορείο. Και φυσικά υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια: 37 εκατομμύρια άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς εξαιτίας του υψηλού εισιτηρίου.
Τόσο η πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ όσο και ο προκάτοχος της και ιστορικός ηγέτης του ΡΤ, Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα εμφανίστηκαν εξαιρετικά προσεκτικοί απέναντι στους διαδηλωτές εκφράζοντας την κατανόηση τους για τις διεκδικήσεις "μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε κίνηση αναζητώντας νέες κατακτήσεις". Ακολούθησε η μείωση της τιμής των εισιτηρίων σε πολλούς δήμους, κάτι που σε πρώτη τουλάχιστον φάση δεν έδειξε να εκτονώνει την ένταση. O κυβερνητικός εκπρόσωπος Ζιλμπέρτο Καρβάλιο αναγνώρισε ότι η κοινωνία της Βραζιλίας αμφισβητεί την απόφαση της κυβέρνησης να επιλέξει τις μεγάλες διοργανώσεις σαν όχημα οικονομικής ανάπτυξης. "Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με το Παγκόσμιο Κύπελο" τόνισε. Έχουμε μπροστά μας ένα χρόνο για να διαπιστώσουμε αν το μήνυμα έφτασε τελικά στον παραλήπτη του.