Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στις αρχές του μήνα έδειχναν να αποτελούν τον προάγγελο μιας ευρύτερης επέμβασης στη Συρία. Μια σειρά, όμως, απρόσμενες εξελίξεις και επικοινωνικές ήττες υποχρέωσαν την αμερικανική κυβέρνηση και τους συμμάχους της να αναθεωρήσουν προς το παρόν τα σχέδιά τους, με την έμφαση να δίνεται πλέον στη διεθνή διάσκεψη που προγραμματίζεται για τις αρχές του επόμενου μήνα.
Το πρώτο νέο στοιχείο ήταν οι νίκες που πέτυχαν στα πεδία των μαχών οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακτώντας έτσι τον έλεγχο περιοχών στρατηγικής σημασίας. Στη συνέχεια η απεσταλμένη του ΟΗΕ Κάρλα Ντελ Πόντε σμπαράλιασε με δήλωσή της την προσπάθεια προετοιμασίας του κλίματος για μια διεθνή "ανθρωπιστική επέμβαση" με πρόσχημα τη σωτηρία του συριακού λαού από τα "χημικά όπλα του Ασαντ".
Η Ντελ Πόντε δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι τα συγκεκριμένα όπλα χρησιμοποιήθηκαν από τους αντικαθεστωτικούς και όχι από τα κυβερνητικά στρατεύματα προκαλώντας πανικό στα επικοινωνιακά επιτελεία της Ουάσιγκτον. Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας το BBC επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο με μια μάλλον εξασθενημένη εκδοχή του.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τον γύρο του κόσμου άρχισαν να κάνουν και διάφορα βίντεο με εικόνες ασύλληπτης αγριότητας. Σε ένα από αυτά, ο Αμπού Σακάρ, διοικητής της ταξιαρχίας Φαρούκ, ξερίζωνε και έτρωγε την καρδιά ενός νεκρού στρατιώτη. Η δημοσιοποίηση του βίντεο ήταν ένα ακόμη επικοινωνιακό πλήγμα για την Ουάσιγκτον μιας και αφορούσε έναν από τους προστατευόμενούς της. Δυτικοί διπλωμάτες εκτιμούσαν μάλιστα μέχρι πρότινος ότι η ταξιαρχία Φαρούκ πρόσκειται σε "μετριοπαθείς ισλαμιστές" και όχι σε "πιο ακραίες δυνάμεις", όπως το Μέτωπο Αλ Νούσρα το οποίο φέρεται να συνδέεται με την Αλ Κάιντα.
Η διεθνής ανησυχία για το πραγματικό πρόσωπο και τις προθέσεις των Σύρων ανταρτών αποτυπώθηκε ακόμη και στο τελευταίο ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Το ψήφισμα που προταθηκε από το Κατάρ ήταν μεν καταδικαστικό για το καθεστώς Άσαντ, αλλά το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν ενδεικτικό της αλλαγής στους συσχετισμούς: 107 χώρες ψήφισαν υπέρ, 12 κατά και 59 απείχαν. Τον περασμένο Αύγουστο, αντίστοιχο ψήφισμα είχε υποστηριχτεί από 133 χώρες με μόλις 31 αποχές.
Ανθρωπιστικές αμφιβολίες
Οι δισταγμοί βρήκαν τη θέση τους και σε μερίδα του διεθνούς Τύπου, που μέχρι πρότινος υποστήριζε σθεναρά μια δυτική επέμβαση στη Συρία. Το πρόσφατο εντιτόριαλ των Financial Times ήταν ενδεικτικό του κλίματος: "Πώς ξέρουμε ότι με το να συνεχίσουμε να δίνουμε όπλα στους αντάρτες δεν προκαλούμε απλώς περισσότερη αιματοχυσία... Σε πιο πρόσφατους πολέμους με το Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους υπερεκτίμησαν σε τεράστιο βαθμό τις γνώσεις τους για τις κοινωνίες στις οποίες επενέβησαν".
Η New York Times ήταν ακόμη πιο συγκεκριμένη αναγνωρίζοντας πως "πουθενά στις περιοχές που ελέγχονται από τους αντάρτες δεν υπάρχει μια στρατιωτική δύναμη που να μην κυριαρχείται από ισλαμιστές".
Ενδεικτική των δισταγμών ενδεχομένως να είναι και η αμερικανορωσική προσέγγιση που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε έπειτα από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η διεθνής διάσκεψη που προγραμματίζεται για τις αρχές του επόμενου μήνα αποτελεί προσπάθεια αξιοπρεπούς απεμπλοκής του προέδρου Ομπάμα από την κρίση. Θα μπορούσε, όμως, να είναι ακριβώς το αντίθετο, μια συνάντηση τύπου Ραμπουγέ, η αποτυχία της οποίας θα έδινε το πρόσχημα για την επέμβαση.
Όλα θα κριθούν επομένως από τις πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ να εμπλακούν σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε σχεδόν αυτόματα να επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και από την αποφασιστικότητα της Ρωσίας να υπερασπιστεί τον στενότερο σύμμαχό της στην περιοχή, είτε με τον Άσαντ στο τιμόνι είτε με κάποιον άλλο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι Ουάσιγκτον και Μόσχα προετοιμάζονται για τη διάσκεψη προσπαθώντας να ενισχύσουν τις θέσεις τους. Οι ΗΠΑ επιστράτευσαν το φόβητρο του Ισραήλ και η Ρωσία απάντησε με την απειλή εξοπλισμού της Συρίας με αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα S-300, τα οποία θα μπορούσαν να θέσουν σοβαρά εμπόδια σε μια αεροπορική εκστρατεία εναντίον της.
Για να αποφέρει όμως αποτελέσματα, η διεθνής διάσκεψη για τη Συρία θα πρέπει να ασχοληθεί με δύο ιδιαίτερα ακανθώδη ζητήματα που μέχρι τώρα αποφεύγονται. Ποια θα είναι η τύχη του προέδρου Άσαντ σε μια μεταβατική κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές και πόσο αντιπροσωπευτική είναι τελικά η "νόμιμη" κυβέρνηση με την οποία συνδιαλέγεται σήμερα η Δύση; "Η πολιτική ηγεσία της συριακής αντιπολίτευσης που περιπλανάται σήμερα από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα για να συμμετάσχει σε διασκέψεις και να να εκφωνήσει ομιλίες δεν ηγείται κανενός. Είναι αμφίβολο αν ελέγχει καν τους αντιπροσώπους που βρίσκονται στο δωμάτιο. Πόσο μάλλον τους μαχητές στο πεδίο της μάχης" σημειώνει το BBC.
Συγκοινωνούντα δοχεία
Το παζλ κάνουν ακόμη πιο δυσεπίλυτο διάφορες άλλες εξελίξεις στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι στην πρόσφατη συνάντηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Τζον Κέρι και του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν το συριακό συζητήθηκε μαζί με το κουρδικό. Και ήταν επόμενο. Στο Ιράκ οι Κούρδοι απολαμβάνουν εδώ και χρόνια μια αυτονομία στα όρια της ανεξαρτησίας. Η εξέγερση και ο επακόλουθος εμφύλιος στη Συρία τούς επέτρεψε να αποκτήσουν τον έλεγχο νέων εδαφών ενώ στην Τουρκία η συμφωνία για την απόσυρση των μαχητών του ΡΚΚ αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι 30 χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου η Άγκυρα αναγνωρίζει πως δεν μπορεί να συνεχίσει να αποφεύγει μια πολιτική λύση. Και φυσικά Κούρδοι υπάρχουν και στο Ιράν, την επόμενη, κατά τα φαινόμενα, εστία έντασης στη Μέση Ανατολή.
Η συνεννόηση στην οποία κατέληξαν οι νικητές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου φαίνεται σήμερα να βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, με τα σύνορα που χαράχτηκαν τότε να προβάλλουν όλο και πιο ισχνά. Ακόμη άλλωστε και αν η Συρία βγει από την σημερινή σύγκρουση διατηρώντας ανέπαφη την εδαφική της ακεραιότητα, θα θυμίζει λιγότερο τον ισχυρό περιφερειακό παράγοντα του παρελθόντος και περισσότερο τα συντρίμμια του μεταπολεμικού Ιράκ.
Αρκετές ομοιότητες υπάρχουν και με την περίπτωση της Λιβύης, που ενάμιση χρόνο μετά την "απελευθέρωσή" της προβάλλει σαν το χαρακτηριστικότερο, ίσως, μεσανατολικό τοπίο στις αρχές του 21ο αιώνα: Μια αδύναμη κυβέρνηση η οποία τελικά ελέγχει μόνο την πρωτεύουσα, μια χώρα μοιρασμένη σε φέουδα αντιμαχόμενων πολεμάρχων και, καταμεσής της ερήμου, πετρελαιοπηγές περιτριγυρισμένες από ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα.