Ένα μήνα μετά την εκεχειρία ανάμεσα στο Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η εικόνα που αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ουάσιγκτον απέχει όλο και περισσότερο από τη θριαμβευτική ρητορική των πρώτων ημερών του πολέμου. Όταν Ντόναλντ Τραμπ και Πεντάγωνο διαβεβαίωναν μέρα παρά μέρα ότι η αμερικανο-ισραηλινή εκστρατεία είχε «διαλύσει» το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα.
Τώρα, και τη στιγμή που η εύθραυστη εκεχειρία δοκιμάζεται από την έλλειψη προόδου στις διαπραγματεύσεις, νέα απόρρητα πορίσματα των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν ότι το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα όχι μόνο δεν καταστράφηκε, όπως υποστήριζαν τόσο καιρό οι αμερικανοί αξιωματούχοι, αλλά παραμένει αξιόμαχο.
Για ολόκληρες εβδομάδες, ο Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ μιλούσαν για αποφασιστική νίκη που είχε «αποδεκατίσει» το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν και είχε αφήσει την Τεχεράνη χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες απάντησης. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωνε τον Μάρτιο ότι το Ιράν «δεν έχει απομείνει με τίποτα στρατιωτικά», ενώ ο Χέγκσεθ τόνιζε πως η επιχείρηση "Επική Οργή" είχε καταστήσει τη χώρα «στρατιωτικά ανίκανη» για χρόνια.
Οι τελευταίες εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών έρχονται τώρα να δώσουν μια πολύ διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τα πορίσματα πολλών υπηρεσιών που επικαλείται η εφημερίδα New York Times, το Ιράν έχει ήδη αποκαταστήσει πρόσβαση στη μεγάλη πλειονότητα των υπόγειων πυραυλικών εγκαταστάσεών του.
Από τις 33 βασικές πυραυλικές θέσεις κατά μήκος των Στενών του Ορμούζ, οι 30 θεωρούνται πλέον ξανά λειτουργικές σε διαφορετικό βαθμό. Παράλληλα, οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι η Τεχεράνη διατηρεί περίπου το 70% των κινητών εκτοξευτών πυραύλων της, καθώς και το 70% του προπολεμικού αποθέματος βαλλιστικών και πυραύλων πλεύσης.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστούν με έναν άλλο παράγοντα. Το Πεντάγωνο δεν διέθετε επαρκή αποθέματα διατρητικών βομβών καταφυγίων για να καταστρέψει ολοκληρωτικά τις υπόγειες ιρανικές εγκαταστάσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αμερικανικές δυνάμεις επέλεξαν να σφραγίσουν εισόδους και σημεία πρόσβασης αντί να επιχειρήσουν πλήρη καταστροφή των βάσεων.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος κατανάλωσε τεράστιες ποσότητες αμερικανικών πυρομαχικών. Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν πάνω από 1.000 πυραύλους Tomahawk και περισσότερους από 1.300 αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot -αριθμούς που αντιστοιχούν σε χρόνια παραγωγής της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Η ανάγκη αναπλήρωσης αυτών των αποθεμάτων προκαλεί ήδη ανησυχία τόσο στο Πεντάγωνο όσο και στους ευρωπαίους συμμάχους της Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα σε σχέση με τις προγραμματισμένες παραδόσεις όπλων προς την Ουκρανία.
Αυτό είναι και το βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα που αρχίζει πλέον να αναδύεται πίσω από τις διαρροές των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Η Ουάσιγκτον δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με το γεγονός ότι το Ιράν αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτικό απ’ όσο υπολογιζόταν. Βρίσκεται αντιμέτωπη και με το ενδεχόμενο η επιστροφή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις να απαιτήσει ακόμη μεγαλύτερη κατανάλωση πυρομαχικών και στρατιωτικών πόρων σε μια περίοδο όπου οι αμερικανικές αποθήκες πυρομαχικών έχουν αρχίσει να αδειάζουν.
Και το χειρότερο για τον Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι η αποδόμηση του αφηγήματος περί «νίκης». Είναι ότι η βασική υπόθεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική στρατηγική -ότι μια σύντομη και συντριπτική επίδειξη ισχύος θα αρκούσε για να κάμψει στρατιωτικά το Ιράν- αμφισβητείται όλο και περισσότερο ακόμα και μέσα στους κόλπους του αμερικανικού Πενταγώνου και των υπηρεσιών πληροφοριών. Γιατί ο πόλεμος όχι μόνο δεν συνέτριψε το Ιράν αλλά φέρνει την στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ στα όρια της, όρια που γίνονται πλέον αντιληπτά από ολόκληρο τον πλανήτη.