Αναλύσεις δορυφορικών εικόνων από ερευνητική ομάδα της Washington Post έδειξαν ότι τα από αέρος πλήγματα του Ιράν κατά αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε όλο τον Περσικό Κόλπο ήταν εκτεταμένα και πολύ σοβαρότερα των αρχικών εκτιμήσεων. Ταυτόχρονα, μυστική έκθεση της CIA που αποκαλύπτει η ίδια εφημερίδα, εκτιμά ότι το Ιράν μπορεί να αντέξει τον ναυτικό αποκλεισμό της Ουάσιγκτον για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρώντας παράλληλα την ικανότητά του να εκτοξεύει πυραύλους και drones.
Τις πρώτες εβδομάδες αφότου οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν την επιχείρηση “Επική Οργή” κατά του Ιράν, η εικόνα που καλλιεργούσε δημοσίως η Ουάσιγκτον ήταν ότι είχε τον απόλυτο έλεγχο και την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ο Πρόεδρος Τραμπ μιλούσε για έναν “διαλυμένο” ιρανικό στρατό, για μια οικονομία που “καταρρέει”, για έναν ασφυκτικό “αποκλεισμό” που θα ανάγκαζε την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό τους αμερικανικούς όρους. Οι ενημερώσεις του εκπροσώπων του Πενταγώνου τόνιζαν τις επιτυχημένες από αέρος επιθέσεις, την εξάντληση των ιρανικών αποθεμάτων πυρομαχικών και την ανωτερότητα της αμερικανο-ισραηλινής αεροπορικής ισχύος.
Όμως κάτω από την ρητορική αυτή, μια πολύ πιο περίπλοκη και δύσκολη κατάσταση είχε αναδυθεί, όχι “ορατή” στις συνεντεύξεις Τύπου και στα διθυραμβικά σχόλια των αξιωματούχων, αλλά φανερή στις δορυφορικές εικόνες, στις απόρρητες αξιολογήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών όπως και στην αθόρυβη μετεγκατάσταση αμερικανικού προσωπικού από ευάλωτες αμερικανικές βάσεις σε όλο τον Περσικό Κόλπο.
Μια εκτεταμένη και ενδελεχής ανάλυση της Washington Post, βασισμένη σε ελεγμένες και επαληθευμένες από Αμερικανούς ειδικούς δορυφορικές εικόνες που δημοσίευσαν ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, διαπίστωσε ότι οι ιρανικές επιδρομές προκάλεσαν ζημιές ή κατέστρεψαν τουλάχιστον 228 εγκαταστάσεις και στοιχεία εξοπλισμού σε στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ σε όλη τη Μέση Ανατολή. Οι στόχοι περιελάμβαναν στρατόπεδα, αποθήκες καυσίμων, συστήματα ραντάρ, υποδομές επικοινωνιών και αεροσκάφη σε βάσεις στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Παράδοξα και αντιφάσεις
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με άλλο αποκλειστικό δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας, το οποίο επικαλείται νυν και πρώην αξιωματούχους που έχουν γνώση εμπιστευτικής έκθεσης της CIA, το Ιράν μπορεί να αντέξει τον ναυτικό αποκλεισμό της Ουάσιγκτον για τουλάχιστον τρεις έως τέσσερις μήνες, διατηρώντας παράλληλα το μεγαλύτερο μέρος της ικανότητάς του να εκτοξεύει πυραύλους και να χρησιμοποιεί επιθετικά drones!
Συνολικά, τα ευρήματα αυτά παραπέμπουν σε ένα δυσάρεστο για την Ουάσιγκτον, ενδεχόμενο: Ακόμη και μετά την πρόκληση τεράστιας στρατιωτικής ζημιάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ίσως να μην έχουν κατορθώσει να επιτύχουν τους βασικούς στρατηγικούς στόχους που είχαν θέσει όταν εξαπέλυαν από κοινού την “Επική Οργή”.
Αν μη τι άλλο, αυτή η “κλασική” αντίφαση μεταξύ τακτικής επιτυχίας και στρατηγικής αποτυχίας, στοιχειώνει τον αμερικανικό ηγεμονισμό εδώ και δεκαετίες, από τον πόλεμο στο Βιετνάμ στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου, ως εκείνους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, κατά την μεταψυχροπολεμική εποχή, υπό το “δόγμα” του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Όλο και περισσότερο, οι αναλυτές εκτιμούν πως ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να “καταλήξει” στην ίδια κατηγορία.
Το στοιχείο του παράδοξου είναι έντονο και στην τρέχουσα σύγκρουση. Η ανώτερη ηγεσία του Ιράν έχει υποστεί πράγματι πλήγμα, η οικονομία της χώρας βρίσκεται υπό τεράστια πίεση, η ιρανική στρατιωτική υποδομή έχει χτυπηθεί ανελέητα. Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να φαίνεται ικανή να επιβάλει σημαντικό κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες για όσο διάστημα η σύγκρουση δεν διευθετείται, επιβιώνοντας οικονομικά περισσότερο από το αναμενόμενο και διατηρώντας επαρκή στρατιωτική ικανότητα για να αποτρέψει ολοκληρωτική ήττα. Και ίσως το πιο σημαντικό: Η Τεχεράνη έχει δείξει ότι μπορεί ακόμα να επηρεάσει και να διαμορφώσει την “ψυχολογία” της σύγκρουσης σε πολιτικό επίπεδο.
Λανθασμένοι υπολογισμοί
«Οι ιρανικές επιθέσεις (κατά των αμερικανικών βάσεων) ήταν ακριβείς. Δεν υπάρχουν κρατήρες σε τυχαία σημεία που να υποδηλώνουν αστοχίες», δήλωσε στην Washington Post ο Μαρκ Καντσιάν, συνταγματάρχης του Σώματος των Πεζοναυτών και ανώτερος σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών αφού εξέτασε τις δορυφορικές εικόνες.
Αυτή η δήλωση είναι σημαντική όχι μόνο σε επίπεδο απολογισμού. Αναδεικνύει ένα καίριο στοιχείο: Την αποτελεσματικότητα των ιρανικών αντεπιθέσεων που οι σχεδιαστές του Πενταγώνου μάλλον αγνοούσαν.
Για χρόνια, οι Αμερικανοί επιτελείς υπέθεταν πως οποιαδήποτε ευθεία σύγκρουση με το Ιράν θα κρίνονταν πρωτίστως από την συντριπτική αεροπορική υπεροχή των ΗΠΑ. Όμως ο πόλεμος ανέδειξε μια καθοριστικής σημασίας ευπάθεια για τις μεγάλες στρατιωτικές συγκεντρώσεις σταθερής βάσης. Οι ειδικοί είχαν προειδοποιήσει για την αυξανόμενη αποτελεσματικότητα και προσιτότητα των φθηνών drones και πυραύλων ακριβείας που καθιστούν τις αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή ολοένα και πιο εκτεθειμένες και απροστάτευτες ενώ αντικειμενικά είναι δύσκολο να αμυνθούν.
Οι δορυφορικές εικόνες τις οποίες ανέλυσε η ερευνητική ομάδα της Post, δεν αποκάλυψαν απλώς μεμονωμένες ζημιές. Υποδήλωναν μια συστηματική ιρανική από αέρος επιχείρηση που στόχευε το υλικοτεχνικό νευρικό σύστημα της περιφερειακής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των ΗΠΑ.
Στη διοίκηση Υποστήριξης Ναυτικής Δραστηριότητας, ουσιαστικά το αρχηγείο του Πέμπτου Στόλου, οι ιρανικές επιθέσεις φαίνεται ότι προκάλεσαν τόσο εκτεταμένες ζημιές σε συστήματα δορυφορικών επικοινωνιών και υποδομές που οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν στην αεροπορική βάση MacDill, στη Τάμπα της Φλόριντα, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται η εφημερίδα. Στην αεροπορική βάση Ali al-Salem και στο στρατόπεδο Arifjan στο Κουβέιτ, επλήγησαν συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας Patriot, ραντάρ και στρατώνες. Στη Σαουδική Αραβία, οι δορυφορικές εικόνες επιβεβαίωσαν την καταστροφή ενός αεροσκάφους διοίκησης E-3 Sentry το οποίο είχε σταθμεύει επανειλημμένα στην ίδια εκτεθειμένη τοποθεσία.
Ο συμβολικός αντίκτυπος αυτών των πληγμάτων μπορεί να είναι εξίσου σημαντικός με τον στρατιωτικό. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό ήταν δομημένη γύρω από την αίσθηση της μονιμότητας και του άτρωτου. Τώρα, ακόμη και ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχονται κατ' ιδίαν πως οι αμερικανικές δυνάμεις μπορεί να μην επιστρέψουν ποτέ σε ορισμένες περιφερειακές βάσεις τους, τουλάχιστον όχι στην ίδια κλίμακα με την προηγούμενη παρουσία τους.
«Έχουμε περάσει από μια εποχή μυστικότητας σε μια νέα όπου ολόκληρος ο χώρος μάχης είναι ορατός και ολοένα πιο διαφανής», δήλωσε χαρακτηριστικά στην Post ο Μαξιμίλιαν Μπρέμερ, απόστρατος ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας και μέλος του Κέντρου Stimson.
Η νέα πραγματικότητα
Αυτή η διαπίστωση αποτυπώνει και το κεντρικό δίδαγμα του πολέμου από στρατιωτικής πλευράς. Η παλιά αρχιτεκτονική προβολής της αμερικανικής ισχύος, δηλαδή οι μεγάλες κεντρικές βάσεις, τα ακριβά αεροσκάφη υψηλής τεχνολογίας και η συντριπτική αεροπορική κυριαρχία, έρχονται σε έντονη αντίθεση με την νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, την ικανότητα δορυφορικής παρακολούθησης και τα σχετικά φθηνά, όπλα ακριβείας.
Το Ιράν δεν χρειαζόταν να καταστρέψει ολόκληρες βάσεις για να κλονίσει την αμερικανική αυτοπεποίθηση. Έπρεπε απλά να αποδείξει ότι μπορούσε επανειλημμένα να διεισδύσει στην άμυνα των ΗΠΑ και να επιβάλει στις δυνάμεις τους δυσβάστακτο κόστος.
Τα στοιχεία για τις απώλειες υπογραμμίζουν τη σοβαρότητα της ικανότητας αυτής. Από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, επτά Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 400 έχουν τραυματιστεί σε επιθέσεις σε όλη την περιοχή, σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό.
Για την ώρα, οι αριθμοί αυτοί είναι πολιτικά διαχειρίσιμοι. Ωστόσο, αποτελούν μια ξεκάθαρη προειδοποίηση για τη δυναμική που θα αναπτυχθεί σε περίπτωση κλιμάκωσης. Οι Αμερικανοί διοικητές φαίνονται ολοένα και πιο παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο μη ελκυστικές επιλογές: Να διασπείρουν ή να αναδιπλώσουν τις δυνάμεις τους μειώνοντας την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά τους, ή να διατηρήσουν τις τρέχουσες αναπτύξεις τους αποδεχόμενοι την αυξανόμενη ευπάθεια τους στις ιρανικές επιθέσεις. Το συγκεκριμένο πρόβλημα εκτείνεται πέραν του πεδίου της μάχης και του επιχειρησιακού σχεδιασμού.
Η εμπιστευτική έκθεση της CIA, που φέρνει στο φως η Post, φαίνεται να αμφισβητεί ορισμένους από τους κεντρικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ. Ενώ ο πρόεδρος υποστηρίζει πως το πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν είναι «ως επί το πλείστων αποδεκατισμένο», αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών φέρονται να εκτιμούν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί περίπου το 70% του πυραυλικού αποθέματός της και το 75% των κινητών εκτοξευτών της.
Η δύναμη της προσαρμογής
Ακόμα πιο ανησυχητικό για την Ουάσιγκτον είναι το γεγονός ότι οι αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών πιστεύουν πως το Ιράν έχει ήδη αποκαταστήσει την πρόσβαση του σε πολλές υπόγειες εγκαταστάσεις και έχει αρχίσει εκ νέου την συναρμολόγηση πυραύλων.
Αυτό έχει σημασία για έναν όχι τόσο πρόδηλο λόγο: Η στρατηγική του Λευκού Οίκου δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος ή τη σοβαρότητα του πλήγματος που μπορεί να καταφέρει. Εξαρτάται και από την ικανότητά της να κάνει την ιρανική ηγεσία να πειστεί, ή να συμπεράνει, πως η συνεχιζόμενη αντίσταση δεν έχει νόημα. Βέβαια, το “κόλπο” αυτό πιάνει μόνο όταν ο “στόχος”, το Ιράν δηλαδή, έχει πειστεί πως ο χρόνος τρέχει εις βάρος του. Αλλά όλο και περισσότερο η Τεχεράνη φαίνεται σήμερα να πιστεύει το αντίθετο.
Η έκθεση της CIA καταλήγει στο συμπέρασμα πως το Ιράν μπορεί να επιβιώσει από τον ναυτικό αποκλεισμό των ΗΠΑ για τουλάχιστον 90 έως 120 ημέρες πριν αντιμετωπίσει σημαντικά αυξημένη οικονομική πίεση. Ορισμένοι άλλοι αξιωματούχοι εντός των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών πιστεύουν ότι το καθεστώς θα μπορούσε να αντέξει την πίεση για πολύ περισσότερο
Το Ιράν φαίνεται να προσαρμόζεται. Σύμφωνα με πληροφορίες, το πετρέλαιο που αντλείται αποθηκεύεται σε δεξαμενόπλοια. Η εγχώρια πετρελαϊκή βιομηχανία επιβραδύνει τους ρυθμούς εξόρυξης προκειμένου να κάνει εξοικονόμηση στα υπό εκμετάλλευση κοιτάσματα. Οι αναλυτές των υπηρεσιών πληροφοριών πιστεύουν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να επεκτείνει τις διαδρομές του πετρελαίου που εξάγει μέσω της Κεντρικής Ασίας χρησιμοποιώντας σιδηροδρομικά, ακόμη και οδικά δίκτυα.
Βέβαια, τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι το Ιράν ευημερεί. Ο πληθωρισμός αυξάνεται, η οικονομική δυσπραγία είναι εκτεταμένη. Όμως, στην Ισλαμική Δημοκρατία όπου η αίσθηση της “πολιορκίας” αποτελεί τη σταθερά της εσωτερικής πολιτικής αφήγησης, η επιβίωση μετριέται σε διαφορετική κλίμακα. Αξιωματούχος τον οποίο επικαλείται ανώνυμα η Post, έκανε μια ιδιαίτερα απογοητευτική εκτίμηση. «Η ιρανική ηγεσία έχει γίνει πιο ριζοσπαστική, πιο αποφασιστική και πιο σίγουρη ότι μπορεί να κατανικήσει την πολιτική βούληση των ΗΠΑ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πράγματι, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η σύγκρουση θα μπορούσε τελικά να ενισχύσει το Ιράν εσωτερικά εντείνοντας το εθνικιστικό αίσθημα και “επικυρώνοντας” τη μακροχρόνια αφήγηση της αποτελεσματικής αντίστασης ενάντια στην ξένη επιθετικότητα.
Ο Ντάνι Σιτρίνοβιτς, πρώην αξιωματούχος των ισραηλινών στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών παραδέχθηκε πως το “πρόβλημα” είναι πως οι Ιρανοί δεν δείχνουν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν. Ακόμα και μετά από μήνες πίεσης «το πρόβλημα είναι ότι δεν πιστεύουν ότι χρειάζεται να συνθηκολογήσουν», είπε χαρακτηριστικά.
Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο τυφλό σημείο στη αμερικανική στρατηγική απέναντι στα αντίπαλα κράτη: Την πεποίθηση ότι ο οικονομικός στραγγαλισμός μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική υποταγή.
Αλλαγή πρόσληψης
Υπάρχει ένα ακόμη επίπεδο στο πρόβλημα, όχι τόσο ορατό αυτή τη στιγμή, αλλά δυνητικά σοβαρό σε βάθος χρόνου. Ο πόλεμος μπορεί να επιταχύνει την αλλαγή πρόσληψης της αμερικανικής ισχύος παγκοσμίως και περιφερειακά. Για τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Περσικό, η σύγκρουση αυτή έχει αναδείξει δυσάρεστες αλήθειες. Οι αμερικανικές βάσεις αποδείχθηκαν ευάλωτες, οι αεροπορικές άμυνες διάτρητες. Η αμερικανική προστασία στοχοποίησε τους ίδιους. Αρκετά κράτη της περιοχής φέρεται να περιόρισαν τη χρήση του εδάφους τους για επιθετικές επιχειρήσεις ακριβώς λόγω του φόβου των ιρανικών αντιποίνων.
Αυτή η διστακτικότητα έχει τεράστια σημασία. Η αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή συναρτάται διαχρονικά όχι μόνο από τη στρατιωτική ικανότητα αλλά και από την πεποίθηση πως η ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον ενισχύει την ασφάλεια περισσότερο από ό,τι την θέτει σε κίνδυνο.
Αν οι μοναρχίες του Περσικού θεωρήσουν πως η φιλοξενία αμερικανικών βάσεων στις επικράτειες τους μπορεί να πυροδοτήσει καταστροφικά αντίποινα, η εμπιστοσύνη στην αμερικανική ισχύ μπορεί να διαβρωθεί και σταδιακά το περιφερειακό στρατιωτικό δίκτυο της Ουάσιγκτον ίσως καταστεί μη ευπρόσδεκτο. Δεν αποκλείεται αυτή η διαδικασία να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Η Post αναφέρει ενδεικτικά ότι το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ δέχθηκαν μερικές από τις πιο καταστροφικές ιρανικές αντεπιθέσεις, πιθανώς επειδή επέτρεψαν επιθετικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ από το έδαφός τους. Τέτοιες εμπειρίες είναι απίθανο να ξεχαστούν γρήγορα από τους ηγέτες της περιοχής που προσπαθούν να εξισορροπήσουν τις σχέσεις των χωρών τους μεταξύ Ουάσιγκτον, Τεχεράνης και Πεκίνου.
Δυσάρεστες επαναξιολογήσεις
Ήδη, η σύγκρουση επιβάλλει δυσάρεστες επαναξιολογήσεις εντός του Πενταγώνου. Οι επιτελείς του αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο ότι η εποχή των βάσεων-καταφυγίων έχει παρέλθει. Η ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών σε όλο τον Περσικό θα απαιτήσει τεράστιες επενδύσεις. Η επέκταση της παραγωγής πυραυλικής άμυνας θα διαρκέσει χρόνια. Τα αποθέματα αναχαιτιστικών συστημάτων καταναλώνονται ραγδαία.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται η Post, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν τουλάχιστον 190 αναχαιτιστικά βλήματα THAAD και περισσότερους από 1.000 πυραύλους Patriot μέσα σε λίγες εβδομάδες. Πρόκειται για εκπληκτικά ποσοστά κατανάλωσης για συστήματα που είναι πολύ ακριβά και αργούν να αντικατασταθούν.
Αντίθετα, το Ιράν μπορεί να παράγει μη επανδρωμένα αεροσκάφη με σχετικά μικρό κόστος σε διάσπαρτες εγκαταστάσεις στο έδαφός του. Αυτή η ασυμμετρία δημιουργεί ένα μακροπρόθεσμο πρόβλημα βιωσιμότητας για την Ουάσιγκτον. Κάποια στιγμή, τα επιχειρησιακά οικονομικά του πολέμου αρχίζουν να ευνοούν τον αμυνόμενο. Αυτό το στοιχείο μπορεί τελικά να διαμορφώσει την έκβαση του πολέμου πολύ περισσότερο από ό,τι οι αεροπορικές επιδρομές.
Το κεντρικό ερώτημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ουάσιγκτον γίνεται όλο και πιο επιτακτικό. Τι θα συμβεί αν η συντριπτική αμερικανική υπεροχή δεν θα είναι πλέον αρκετή, ή ικανή, για να μετατρέψει μια τακτική επικράτηση σε στρατηγική νίκη;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ακόμη σε θέση να αναγκάσουν το Ιράν να αποδεχθεί παραχωρήσεις. Το καθεστώς μπορεί να υποχωρήσει “στα σημεία”, εφόσον συνεχιστεί η πίεση. Αλλά ο πόλεμος έχει ήδη αποκαλύψει μια βαθύτερη αλήθεια, την έχουν επισημάνει αρκετοί ψύχραιμοι αναλυτές: Στην εποχή των ασύμμετρων αντιπαραθέσεων, οι ασθενέστερες δυνάμεις δεν χρειάζεται να νικήσουν με την κλασική έννοια για να επιβάλλουν στρατηγικό κόστος στις ισχυρότερες. Το κάνουν, απλώς, επιβιώνοντας…
Στο τέλος, γράφει χαρακτηριστικά ο Σιτρίνοβιτς σε πρόσφατη ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, το αποτέλεσμα του πολέμου θα μπορούσε να είναι μια στρατηγική αποτυχία. «Αυτό που ξεκίνησε ως ένας πόλεμος που υποτίθεται ότι στόχευε στην ανατροπή του καθεστώτος και στην αποδόμηση των πυρηνικών και βαλλιστικών δυνατοτήτων του, μπορεί αντίθετα να το αφήσει ισχυρότερο. Πιο δυνατό από πριν χάρη στην άρση των κυρώσεων, διατηρώντας ακόμα σημαντικές πυραυλικές δυνατότητες, συνεχίζοντας την υποστήριξη προς τους πληρεξούσιούς του και σχεδόν σίγουρα, διατηρώντας τον εμπλουτισμό ουρανίου».