«Όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, βγάζουμε πολλά λεφτά». Η φράση του Ντόναλντ Τραμπ, διατυπωμένη με τη συνηθισμένη του ωμότητα εν μέσω βομβαρδισμών στο Ιράν, δεν αφορά βέβαια μόνο την αμερικανική οικονομία. Περιγράφει με κυνική ακρίβεια κάτι γενικότερο: σε έναν κόσμο όπου η κρίση γίνεται πια μόνιμη συνθήκη, η άνοδος των τιμών, η αναστάτωση των αγορών και η γεωπολιτική αστάθεια δεν σημαίνουν μόνο απώλειες. Σημαίνουν και τεράστιες ευκαιρίες κερδοφορίας για κάποιους.
Ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, μια περιφερειακή σύγκρουση μετατράπηκε σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ με επιπτώσεις που διαχέονται: από τις ενεργειακές αγορές μέχρι τα χρηματιστήρια και την καθημερινότητα των πολιτών σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι τιμές του πετρελαίου αντέδρασαν, όπως θα περίμενε κανείς, άμεσα και βίαια. Το αμερικανικό αργό εκτινάχθηκε από περίπου 65 δολάρια το βαρέλι σε πάνω από 110 μέσα σε έναν μήνα, ενώ το Brent άγγιξε κάποια στιγμή τα 125 δολάρια. Η άνοδος αυτή μεταφέρθηκε στους καταναλωτές, όπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις με τις τιμές να κινούνται πλέον σε επίπεδα που δοκιμάζουν τα όρια των νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές συνέπειες βαθαίνουν. Η αύξηση του κόστους ενέργειας μετακυλίεται σε ολόκληρη την αλυσίδα της οικονομίας: από τις μεταφορές και τη βιομηχανία μέχρι τα τρόφιμα. Στις φτωχότερες χώρες και κυρίως στην Ασία, η άνοδος των τιμών απειλεί να μετατραπεί σε επισιτιστική κρίση, καθώς το κόστος παραγωγής λιπασμάτων και διακίνησης αγαθών εκτοξεύεται. Η κρίση δεν παραμένει επομένως μόνο ενεργειακή, γίνεται κοινωνική.
Ενέργεια: η κρίση ως μηχανισμός υπερκερδών
Για τις μεγάλες εταιρείες ενέργειας όλα αυτά μεταφράζονται όμως σε εκρηκτική αύξηση κερδών. Η BP ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα κέρδη 3,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το πρώτο τρίμηνο του έτους - υπερδιπλάσια δηλαδή κέρδη από τα 1,38 δισ. της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Με το πετρέλαιο να κυμαίνεται πλέον σταθερά στο επίπεδο των 100 δολαρίων το βαρέλι, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες αναμένεται να αποκομίσουν επιπλέον 234 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στο 2026 - δηλαδή περίπου 30 εκατομμύρια δολάρια την ώρα. Η σαουδαραβική Aramco εκτιμάται ότι θα αυξήσει τα κέρδη της κατά 25,5 δισ., οι ρωσικοί ενεργειακοί όμιλοι κατά 23,9 δισ., ενώ εταιρείες όπως οι ExxonMobil, Chevron και Shell θα προσθέσουν δισεκατομμύρια στα έσοδά τους. Τα κέρδη αυτά έρχονται να προστεθούν σε μια ήδη τεράστια βάση. Η παγκόσμια βιομηχανία πετρελαίου αποκομίζει πλέον κέρδη που αγγίζουν το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνει σημαντικές κρατικές επιδοτήσεις. Παράλληλα, η χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών αυξάνεται: η κεφαλαιοποίηση της ExxonMobil έχει ενισχυθεί κατά 118 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ της Shell κατά 34 δισεκατομμύρια.
Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο. Το ίδιο μοτίβο είχε καταγραφεί και το 2022, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, όταν η τότε αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές οδήγησε σε εκρηκτική άνοδο των τιμών. Εκείνη τη χρονιά οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου κατέγραψαν παγκόσμια κέρδη που έφτασαν τα 916 δισεκατομμύρια δολάρια - περισσότερα από τριπλάσια σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο, οι ενεργειακοί όμιλοι αποκόμισαν περίπου 281 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε λίγους μήνες, ενώ η τιμή της βενζίνης εκτοξεύτηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας τα 5 δολάρια το γαλόνι και τροφοδοτώντας πληθωρισμό που έφτασε το 9%. Σημαντικά κέρδη καταγράφουν και οι εταιρείες εμπορίας εμπορευμάτων. Οίκοι που δραστηριοποιούνται σε πετρέλαιο, τρόφιμα και μέταλλα αξιοποιούν τη μεταβλητότητα των τιμών για να ενισχύσουν τα έσοδά τους. Η ελβετική Gunvor, για παράδειγμα, ανακοίνωσε ότι στο πρώτο τρίμηνο πέτυχε κέρδη αντίστοιχα με ολόκληρο το προηγούμενο έτος, όταν είχε καταγράψει 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Μόνιμη ζήτηση για την πολεμική βιομηχανία
Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί έναν δεύτερο μεγάλο νικητή του πολέμου. Από την πρώτη κιόλας μέρα της σύγκρουσης, οι μεγάλες εταιρείες όπλων κατέγραψαν αύξηση της χρηματιστηριακής τους αξίας έως και 30 δισεκατομμύρια δολάρια. Η κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι επόμενο να δημιουργεί άμεση ζήτηση για οπλικά συστήματα, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνει και την υπογραφή νέων συμβολαίων. Πολυετείς συμφωνίες μεταξύ του αμερικανικού Πενταγώνου και εταιρειών όπως οι Boeing και Lockheed Martin στοχεύουν στον τριπλασιασμό της παραγωγής κρίσιμων εξαρτημάτων πυραυλικών συστημάτων. Ταυτόχρονα, νέα προγράμματα -όπως τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας και οι διαστημικές υποδομές- κατανέμουν συμβόλαια δισεκατομμυρίων σε ένα ευρύ φάσμα εταιρειών. Και η πολεμική οικονομία δεν περιορίζεται πλέον στην παραγωγή όπλων· επεκτείνεται σε τομείς όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα δορυφορικά δίκτυα και συστήματα δεδομένων - από κέντρα αποθήκευσης μέχρι πλατφόρμες ανάλυσης πληροφοριών. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο, όπου η κρίση δεν δημιουργεί απλώς πρόσκαιρη ζήτηση αλλά σταθερές και μακροχρόνιες ροές εσόδων.
Χρηματοπιστωτικός τομέας: η αναστάτωση ως πηγή κέρδους
Η πιο σύνθετη -και συχνά λιγότερο ορατή- διάσταση αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η αναστάτωση στις αγορές δεν αποτελεί απλώς παρενέργεια της κρίσης· αποτελεί βασικό πεδίο κερδοφορίας. Η αυξημένη μεταβλητότητα -οι έντονες δηλαδή διακυμάνσεις των τιμών- δημιουργεί ευκαιρίες για συναλλαγές υψηλής απόδοσης. Οι μεγάλες τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια δραστηριοποιούνται έντονα στις αγορές παραγώγων, δηλαδή σε προϊόντα που βασίζονται σε μελλοντικές τιμές ή σε συμφωνίες που επιτρέπουν αγορές και πωλήσεις σε προκαθορισμένες τιμές. Σε περιόδους κρίσης, η αξία αυτών των συναλλαγών αυξάνεται, καθώς οι επενδυτές επιδιώκουν είτε να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο είτε να επωφεληθούν από τις διακυμάνσεις.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά κέρδη 47,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο του έτους, μεγάλο μέρος των οποίων προήλθε από δραστηριότητες συναλλαγών. Η JPMorgan σημείωσε αύξηση κερδών κατά 13%, φτάνοντας τα 16,5 δισ. δολάρια. Η Goldman Sachs κατέγραψε άνοδο 19% στα 5,6 δισ., η Citigroup αύξηση 42% (σε επίπεδα άνω των 5 δισ. δολαρίων), ενώ η Morgan Stanley ενίσχυσε τα κέρδη της κατά 29%, ξεπερνώντας τα 5,5 δισ. δολάρια. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αύξηση κερδών από δραστηριότητες συναλλαγών των τελευταίων 12 ετών. Τα τμήματα συναλλαγών των τραπεζών αξιοποιούν τη μεταβλητότητα ως βασικό εργαλείο: οι διαφορές τιμών, οι απότομες μεταβολές και η αβεβαιότητα δημιουργούν συνθήκες για κερδοφόρες τοποθετήσεις. Παράλληλα, οι τράπεζες χρησιμοποιούν αυτά τα κέρδη για επαναγορές μετοχών, ύψους 33 δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο στο πρώτο τρίμηνο, ενισχύοντας τα χαρτοφυλάκια των μεγάλων επενδυτών. Οι αγορές συναλλάγματος και εμπορευμάτων λειτουργούν επίσης ως πεδία κερδοσκοπίας, με αυξημένους όγκους συναλλαγών σε περιόδους κρίσης. Η δυναμική αυτή επεκτείνεται πέρα από τις τράπεζες. Μεγάλες εταιρείες εμπορίας εμπορευμάτων, hedge funds και επενδυτικοί οργανισμοί αξιοποιούν τις διακυμάνσεις για να ενισχύσουν τα κέρδη τους. Η κρίση δεν διαταράσσει απλώς τις αγορές - τις ενεργοποιεί.
Η κερδοφορία μέσα από την καταστροφή
Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το μέγεθος των κερδών ή την έκταση των επιπτώσεων, αλλά τη φύση του ίδιου του συστήματος μέσα στο οποίο αυτά παράγονται. Η εικόνα που προκύπτει από τον πόλεμο στο Ιράν -όπως και από προηγούμενες κρίσεις- δεν είναι απλώς ότι κάποιοι κερδίζουν και κάποιοι χάνουν. Είναι ότι η ίδια η δομή της καπιταλιστικής οικονομίας επιτρέπει -και σε πολλές περιπτώσεις ενθαρρύνει- τη μετατροπή της καταστροφής σε πεδίο κερδοφορίας. Από την Ουκρανία μέχρι το Ιράν, η άνοδος των τιμών ενέργειας αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η κρίση στην προσφορά οδηγεί σε εκτίναξη τιμών, η οποία με τη σειρά της αυξάνει τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών. Το ίδιο ισχύει για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπου η αστάθεια μετατρέπεται από πρόβλημα σε βασική προϋπόθεση κερδοφορίας. Όσο μεγαλύτερες οι διακυμάνσεις, τόσο περισσότερες οι ευκαιρίες για συναλλαγές, αντιστάθμιση κινδύνου και κερδοσκοπία.
Η κρίση δεν εισβάλλει επομένως ως εξωτερικός παράγοντας που «διαταράσσει» την οικονομία. Ενσωματώνεται πλήρως στη λειτουργία της. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι κρίσεις πάντα κατασκευάζονται. Σημαίνει, όμως, ότι όπως και αν προκύπτουν, ενεργοποιούν μηχανισμούς που κατευθύνουν πόρους και κεφάλαια προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Η οικονομία δεν παραμένει ουδέτερη απέναντι στην καταστροφή· την αξιοποιεί. Έτσι την ώρα που οι κοινωνίες ασφυκτιούν λόγω του εξοντωτικού κόστους ζωής, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι. Σε έναν κόσμο όπου η λεγόμενη «πολυκρίση» τείνει να γίνει μόνιμη κατάσταση, το μοτίβο έχει ιδιαίτερη σημασία. Η κρίση παύει να αποτελεί μόνο πεδίο σύγκρουσης μεταξύ κρατών και γίνεται πεδίο ανακατανομής πλούτου μέσα στο ίδιο το οικονομικό σύστημα.
Πολεμική οικονομία για όλους
Το 2025 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν τα 2,887 τρισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ και η ενδέκατη συνεχόμενη χρονιά αύξησης

Η εικόνα που προκύπτει από τον πόλεμο στο Ιράν μοιάζει να εντάσσεται σε μια παγιωμένη τάση: τη συστηματική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) αποτυπώνουν ανάγλυφα αυτή τη μετατόπιση. Το 2025, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν τα 2,887 τρισεκατομμύρια δολάρια - το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ και η ενδέκατη συνεχόμενη χρονιά αύξησης. Η εξέλιξη δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις συγκρούσεις που αυτή τη στιγμή παραμένουν ανοιχτές. Αντίθετα, αντανακλά μια βαθύτερη αναδιάταξη προτεραιοτήτων στο διεθνές σύστημα. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται πλέον από γεωπολιτική ένταση, ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων και διαρκή αβεβαιότητα, οι κυβερνήσεις επενδύουν όλο και περισσότερο στην άμυνα, συχνά σε βάρος άλλων τομέων.
Οι ΗΠΑ προηγούνται με διαφορά στην κούρσα με στρατιωτικές δαπάνες που ανήλθαν στα 954 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου συνόλου. Η τάση όμως δεν περιορίζεται εκεί. Οι ευρωπαϊκές χώρες καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση δαπανών από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με συνολική άνοδο 14% και συνολικό ποσό που αγγίζει τα 864 δισεκατομμύρια δολάρια. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι αυξήσεις σε επιμέρους χώρες: το Βέλγιο αύξησε τις δαπάνες του κατά 59% μέσα σε ένα έτος, η Ισπανία κατά 50%, η Νορβηγία κατά 49% και η Δανία κατά 46%. Η Γερμανία, από την πλευρά της, κατέγραψε αύξηση 24%, φτάνοντας τα 114 δισεκατομμύρια δολάρια και καταλαμβάνοντας πλέον την τέταρτη θέση παγκοσμίως. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική. Στην Ευρώπη χώρες που για δεκαετίες διατηρούσαν σχετικά περιορισμένους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς προχωρούν πλέον σε εκτεταμένα προγράμματα επανεξοπλισμού. Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, 23 από τα 32 κράτη-μέλη έχουν ήδη φτάσει ή ξεπεράσει το όριο του 2% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες, ενώ έχει τεθεί στόχος αύξησης στο 5% έως το 2035.
Παρόμοιες τάσεις καταγράφονται και στην Ασία. Οι στρατιωτικές δαπάνες στην περιοχή αυξήθηκαν κατά 8,1%, φτάνοντας τα 681 δισεκατομμύρια δολάρια - η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το 2009. Η Κίνα συνεχίζει να ενισχύει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της, ο οποίος εκτιμάται στα 336 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Ιαπωνία κατέγραψε αύξηση 9,7%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο -ως ποσοστό του ΑΕΠ- από το 1958. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται και χώρες με άμεση εμπλοκή σε πολεμικές συγκρούσεις. Η Ουκρανία δαπανά το 40% του ΑΕΠ της για στρατιωτικούς σκοπούς, το υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίως, ενώ η Ρωσία αφιερώνει το 7,5% του ΑΕΠ της στην άμυνα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «πολεμική οικονομία» αποκτά την πιο κυριολεκτική εκδοχή της. Όμως, και η συνολική εικόνα δείχνει ότι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών δεν αποτελεί προσωρινή αντίδραση σε συγκεκριμένες κρίσεις. Αντίθετα, διαμορφώνει μια μακροπρόθεσμη τάση. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές του SIPRI, η συνέχιση των συγκρούσεων και η ύπαρξη μακροπρόθεσμων εξοπλιστικών στόχων καθιστούν σχεδόν βέβαιο ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Και η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες. Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συνεπάγεται αναπόφευκτα ανακατανομή πόρων. Σε πολλές χώρες η ενίσχυση των αμυντικών προϋπολογισμών συνοδεύεται από περιορισμό κοινωνικών δαπανών, επηρεάζοντας τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια. «Δεν μπορούμε να χρηματοδοτούμε παιδικούς σταθμούς όταν πολεμάμε», όπως ξεκαθαρίζει και ο Τραμπ.
