Οι πυροβολισμοί που διέλυσαν την τελετουργική ευθυμία του δείπνου του Τραμπ προς τιμήν των δημοσιογράφων του προεδρικού ρεπορτάζ το περασμένο Σάββατο -στο Χίλτον της Ουάσιγκτον- ήταν κατά μία έννοια «παρέκκλιση». Μια βίαιη εισβολή, προφανώς πολιτικά υποκινούμενη, σε μια χαλαρή βραδιά εθιμοτυπίας. Όμως, υπό μια άλλη ανάγνωση το περιστατικό παραπέμπει σε κάτι που γίνεται ολοένα και πιο ζοφερά οικείο στη σημερινή Αμερική. Το τελευταίο «σημείο στίξης» σε μια ιστορία που οι περισσότεροι Αμερικανοί πιστεύουν πως γράφεται πλέον στη γλώσσα της πολιτικής βίας.
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν καθαρά την αίσθηση αυτή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνονται όλο και πιο επικίνδυνες - τουλάχιστον πολιτικά. Η συντριπτική πλειονότητα σε ποσοστό 85% -μοιρασμένο περίπου στο μισό για Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους- θεωρούν, αντιλαμβάνονται και παραδέχονται πως η πολιτικά υποκινούμενη βία βρίσκεται σε ανησυχητική άνοδο. Σημειώνεται ότι σύγκλιση απόψεων αυτού του μεγέθους είναι σπάνια στην αμερικανική δημόσια ζωή σήμερα. Εδώ όμως υπάρχει και το δύσκολο σημείο: Ενώ όλοι συμφωνούν πως το φαινόμενο της πολιτικής βίας βρίσκεται σε έξαρση, διαφωνούν κάθετα για τους λόγους που αυτό συμβαίνει: για το ποιος ευθύνεται, για το πόσο σοβαρή είναι πραγματικά η απειλή. Έτσι διαμορφώνεται μια παράδοξη συνθήκη «κανονικοποίησης». Δηλαδή, το πρόβλημα γίνεται αντιληπτό, καταγγέλλεται, αλλά την ίδια στιγμή θεωρείται όλο και περισσότερο «φυσιολογικό».
Βία πιο ορατή από ποτέ
Η επίθεση στο δείπνο των δημοσιογράφων έρχεται να προστεθεί στην αυξανόμενη λίστα ανάλογων περιστατικών που καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ πολιτικής ρητορικής και βίαιης δράσης. Ενδεικτικά, τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι απειλές κατά αξιωματούχων του εκλογικού μηχανισμού, μέλη του Κογκρέσου έχουν δεχθεί επιθέσεις μέσα στα σπίτια τους και δημόσιοι υπάλληλοι ή ασχολούμενοι με τα κοινά -από διοικητικούς των υπηρεσιών Υγείας έως μέλη σχολικών συμβουλίων-έχουν αντιμετωπίσει διαφόρων μορφών παρενόχληση, η οποία πριν από μία δεκαετία θα ήταν αδιανόητη. Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι μόνο η συχνότητα των πράξεων· είναι και η εμβέλεια του αντικτύπου τους, η «ορατότητά» τους στον ευρύτερο ορίζοντα της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, η πολιτική βία δεν περιορίζεται σήμερα σε οργανωμένες εξτρεμιστικές ομάδες ή μυστικούς πυρήνες. Ασκείται από άτομα που λειτουργούν αυτοβούλως αλλά είναι συνδεδεμένα σε ένα κοινό ψηφιακό οικοσύστημα πολιτικής αλληλεπίδρασης και ιδεολογικής αυτο-ενίσχυσης. Οι ερευνητές περιγράφουν το φαινόμενο ως «απο-ομαδοποίηση». Δηλαδή, μετατόπιση της βίαιης δράσης από ιεραρχικά οργανωμένες ομάδες σε διάχυτα δίκτυα αυτο-ριζοσπαστικοποιημένων δρώντων.
Οι διαδικτυακές πλατφόρμες όπου κυκλοφορούν ελεύθερα τα μιμίδια, τα συνθήματα και η κωδικοποιημένη γλώσσα έχουν χαμηλώσει το κατώφλι εισόδου για τους «ενδιαφερόμενους». Αφηγήσεις που κάποτε υποβιβάζονταν στο περιθώριο τώρα διεισδύουν στον κυρίαρχο λόγο, συχνά μεταμφιεσμένες σε ειρωνεία ή χιούμορ, καθιστώντας πιο δύσκολη την αντιμετώπισή τους και πιο εύκολη την αφομοίωσή τους. Λειτουργώντας αθροιστικά, τα στοιχεία αυτά μετατρέπουν τελικά την πολιτική βία σε κάτι λιγότερο απαράδεκτο, λιγότερο σοκαριστικό· εν μέρει πιο φαντασιακό και υπό ορισμένες προϋποθέσεις πιο δικαιολογημένο.
Από το παρελθόν στο παρόν
Αλίμονο, η πολιτική βία δεν είναι κάτι καινούριο στην Αμερική. Από τη δολοφονία του Λίνκολν το 1865 και εκείνες των Κένεντι και των Αφροαμερικανών αγωνιστών της δεκαετίας του 1960 έως τα κινήματα των δεξιών-αντι-ομοσπονδιακών «πολιτοφυλακών» της δεκαετίας του ΄90, η χώρα έχει γνωρίσει ισχυρά κύματα πολιτικής βίας. Ιστορικά όμως, το τοπίο ήταν μέχρι πρότινος αναγνωρίσιμο, ο διαχωρισμός δεδομένος: αριστεροί «ριζοσπάστες» τη μια εποχή, δεξιοί εξτρεμιστές την άλλη. Το σημερινό τοπίο είναι διαφορετικό. Ενώ τα δεδομένα εξακολουθούν να δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της φονικής πολιτικής βίας προέρχεται από την Ακροδεξιά, πρόσφατα περιστατικά σε όλο το ιδεολογικό φάσμα έχουν αναδιαμορφώσει την αντίληψη του κοινού. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πλέον ότι οι Αμερικανοί είναι σχεδόν ισομερώς διχασμένοι ως προς το αν η δεξιά ή η αριστερή ριζοσπαστικοποίηση αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή. Σε μια σχετική έρευνα το 44% κατηγόρησε τις δεξιές ομάδες για το μεγαλύτερο μέρος της βίας, ενώ το 41% επέμεινε ότι η Αριστερά είναι υπεύθυνη. Πρόκειται για μια «ισοπαλία» που αντικατοπτρίζει μεταβαλλόμενες αφηγήσεις όσο και υποκείμενες πραγματικότητες. Παράλληλα, υποδηλώνει κάτι άλλο: Η πολιτική βία δεν θεωρείται πλέον πρόβλημα που προκαλεί η «άλλη πλευρά»· είναι μια συστημική κατάσταση, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ίδιας της αμερικανικής πολιτικής πραγματικότητας.
Blame game
Οι ειδικοί παρατηρούν ένα ακόμη φαινόμενο: Η κάθε πλευρά βλέπει τον εαυτό της ως θύμα, ποτέ ως θύτη. Η κομματική περιχαράκωση έχει βαθύνει, η πόλωση κινείται στην κόκκινη περιοχή. Οι κομματικές-ιδεολογικές διαιρέσεις έχουν σκληρύνει, σε σημείο που υπονοούν αντιπαράθεση πάνω σε ηθικά απόλυτες θέσεις, όπου οι αντίπαλοι δεν θεωρούνται πια ως διαφωνούντες συμπολίτες αλλά ως υπαρξιακή απειλή.
Εξίσου εμφανής αλλά και αντιληπτή είναι η κατάρρευση της συνοχής. Ανεξαρτήτως κομματικών γραμμών, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται την απώλεια του κοινωνικού διαλόγου, την απώλεια της τέχνης του συμβιβασμού, ακόμα και της ικανότητας να ακούσει η μία πλευρά τι λέει η άλλη. «Δεν βλέπουμε πλέον ο ένας τον άλλον ως ανθρώπους. Βλέπουμε εχθρούς» δήλωσε χαρακτηριστικά ένας από τους συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση.
Πίσω από αυτές τις τάσεις κρύβεται ένας βαθύτερος μετασχηματισμός της αμερικανικής πολιτικής ταυτότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες η κομματική ένταξη έχει ευθυγραμμιστεί -σχεδόν απόλυτα- με άλλες πτυχές της αμερικανικής ταυτότητας: τη φυλή, τη θρησκεία, τον τόπο κατοικίας, τις πολιτισμικές καταβολές. Οι Δημοκρατικοί είναι πιο πιθανό να ανήκουν στον αστικό πληθυσμό, να προέρχονται από ποικιλόμορφο κοινωνικό ή εθνοτικό υπόβαθρο, να είναι φιλελεύθεροι και «κοσμικοί». Οι Ρεπουμπλικάνοι είναι πιο πιθανό να προέρχονται από τον πληθυσμό της υπαίθρου, να είναι λευκοί και χριστιανοί. Αυτές οι προσλήψεις έχουν μειώσει την ταυτοτική ώσμωση που κάποτε γεφύρωνε το πολιτικό χάσμα.
Η πολιτική τοποθέτηση μοιάζει σήμερα πιο πολύ με προσωπική υπόθεση. Έτσι, όταν οι πολιτικές διαμάχες βιώνονται ως επιθέσεις στην ταυτότητα ή τον τρόπο ζωής του «άλλου», η ιδεολογία μετατρέπεται σε συναισθηματικό διακύβευμα. Ο θυμός, ο φόβος, η δυσαρέσκεια, γίνονται κίνητρα.
Υπάρχει επίσης η αυξανόμενη αίσθηση ότι η πολιτική βία «κανονικοποιείται». Περίπου ένας στους δέκα Αμερικανούς το παραδέχεται αυτό ρητά, αλλά το συναίσθημα είναι βαθύτερο. Η έκθεση στην πολιτική βία -είτε μέσω ειδησεογραφικών ροών, μέσων κοινωνικής δικτύωσης ή πολιτικής ρητορικής- έχει αμβλύνει το σοκ που κάποτε προκαλούσε.
Το περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης παίζει επίσης ρόλο. Τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θεωρούνται ευρέως ότι ενισχύουν τον διχασμό, ανταμείβουν την οργή και θολώνουν τη γραμμή μεταξύ πληροφόρησης και πρόκλησης. Για πολλούς Αμερικανούς, η συνεχής ανακίνηση περιεχομένου γύρω από πολιτικές συγκρούσεις ενισχύει την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται μονίμως στο χείλος του γκρεμού.
Πολιτικοί, περσόνες των media, διαδικτυακοί influencers, συνδιαμορφώνουν όλο αυτό το τοξικό περιβάλλον. Σε ένα πολωμένο οικοσύστημα διαμεσολαβημένης επικοινωνίας και αλληλόδρασης, η εμπρηστική γλώσσα είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει τα πάντα: Προσελκύει την προσοχή, κινητοποιεί τους οπαδούς, συσπειρώνει, διευρύνει την εμβέλεια του μηνύματος. Προφανώς, σε αυτό το «θορυβώδες» περιβάλλον ο μετριοπαθής λόγος δεν μπορεί να ακουστεί.
Για ορισμένους, ιδιαίτερα για εκείνους που αισθάνονται ότι η κοινωνική θέση τους ή αυτό που αντιλαμβάνονται ως πολιτισμική πρωτοκαθεδρία στο πολυφυλετικό μωσαϊκό διαβρώνεται ή απαξιώνεται, η αίσθηση της απειλής μπορεί να γίνει έντονη. Οι αφηγήσεις περί απώλειας ή περιθωριοποίησης -οικονομικής, δημογραφικής, ηθικής- μπορούν να οδηγήσουν στην υιοθέτηση αμυντικής στάσης· έτσι η βία εμφανίζεται αυτόματα ως μορφή προστασίας.
Προφανώς, αυτή η δυναμική δεν περιορίζεται στη μία πλευρά, σε αυτό που η Αμερική αποκαλεί «Αριστερά»· οι αντιλήψεις περί συστημικής αδικίας και υπαρξιακών απειλών κατά της Δημοκρατίας μπορούν εξίσου να καλλιεργήσουν την αίσθηση επείγουσας ηθικής ανάγκης αντίδρασης - όχι απαραίτητα δράσης. Αυτό με τη σειρά του μπορεί -αν όχι να δημιουργήσει προθυμία για ανοχή σε ακραίες συμπεριφορές- να συμβάλλει περαιτέρω στην αποδυνάμωση του μετριοπαθούς λόγου.
Ανησυχητική τάση
Όπως επισημαίνουν οι πολιτικοί επιστήμονες, η πιο ανησυχητική εξέλιξη δεν είναι η ίδια η άνοδος της πολιτικής βίας· είναι η ορατή αλλαγή στάσης των Αμερικανών απέναντι στη νομιμοποίησή της. Μέχρι τώρα, στις περισσότερες δημοσκοπήσεις, οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν εκείνοι που ήταν πιο πιθανό να εκφράσουν οικειότητα στην ιδέα ότι η πολιτική βία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί υπό ορισμένες συνθήκες. Αυτό το χάσμα έχει τώρα μειωθεί σημαντικά. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν σχεδόν ίσα ποσοστά Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων που συμφωνούν -αν και εξακολουθούν να αποτελούν μειοψηφία- ότι η βία μπορεί να είναι απαραίτητη για να «σωθεί η χώρα». Αυτή η σύγκλιση δεν σημαίνει βέβαια ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί ασπάζονται τη βία. Αντίθετα, οι μεγάλες πλειοψηφίες και στα δύο κόμματα την απορρίπτουν κατηγορηματικά. Όμως, η χαλάρωση του ταμπού, ακόμη και όταν αφορά το πολιτικό περιθώριο, μπορεί τελικά να έχει δυσανάλογα αυξημένα, αρνητικά αποτελέσματα.
Δημιουργεί ένα περιβάλλον ανοχής μέσα στο οποίο ένας μικρός κύκλος ατόμων αισθάνεται πως έχει την εξουσία να δράσει. Και όταν το κάνει, οι συνέπειες δεν περιορίζονται σε αυτό τον μικρό κύκλο, εξαπλώνονται. Η βία είναι βλαπτική και καταστροφική όχι μόνο για τα άμεσα θύματά της. Εκφοβίζει τους άλλους, αποθαρρύνει την πολιτική συμμετοχή, υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Παρά τις ανησυχητικές τάσεις θα ήταν λάθος να συμπεράνουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βυθίζονται σε γενικευμένη πολιτική βία, επισημαίνουν οι ερευνητές. Ειδικά καθώς το φαινόμενο τείνει να εμφανίζεται κατά κύματα και όχι υπό το μοτίβο μιας σταθερής κλιμάκωσης. Φάσεις αυξημένης έντασης μπορούν κάλλιστα να ακολουθήσουν περίοδοι σχετικής ηρεμίας, εφόσον οι συνθήκες αλλάξουν.
Όμως, τα πράγματα στην ιδιάζουσα τρέχουσα συγκυρία είναι επισφαλή. Η πόλωση, η σύγκρουση ταυτοτήτων, η δυναμική των μέσων ενημέρωσης, και βέβαια η σκληρή αντιπαράθεση σε επίπεδο θεσμών, έχουν συνθέσει ένα ασταθές μείγμα. Η επίθεση στο δείπνο των δημοσιογράφων, όπως και άλλα παρόμοια περιστατικά που προηγήθηκαν, χρησιμεύουν τόσο ως προειδοποίηση όσο και ως αφορμή για αναστοχασμό.
Το ρίσκο του Ορμούζ και η ασταθής ισορροπία
της αναγκαστικής αυτοσυγκράτησης

Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα πιο παρακινδυνευμένα στοιχήματα στην τοπική και παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Μπορεί να ανασυνθέσει τη δυναμική της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν αλλά και την αρχιτεκτονική του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος και της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό το σενάριο δεν είναι πλέον υποθετικό.
Τα Εμιράτα έφυγαν από τον ΟΠΕΚ (μετά το Κατάρ που αποχώρησε το 2019) και οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύτηκαν στα 120 δολάρια το βαρέλι. Ήταν αυτό μια μηχανική αντίδραση του καρτέλ; Ήταν μια κούρσα που διατήρησε την ορμή της εξ αδρανείας; Από τα οργιώδη ασιατικά βιομηχανικά κέντρα που τροφοδοτούν τις ροές του παγκόσμιου εμπορίου έως τα βενζινάδικα της Αμερικής, ο αντίκτυπος του πλήγματος που δέχθηκε ένα από τα ισχυρότερα καρτέλ του πλανήτη, αν όχι το ισχυρότερο, απομένει να φανεί. Τα Εμιράτα εγκαταλείπουν τον οργανισμό, ο οποίος εδώ και καιρό κυριαρχείται από το Ριάντ και χρησιμοποιείται ως μέσο επιρροής της Σαουδικής Αραβίας στην περιοχή και ευρύτερα. Το Άμπου Ντάμπι είναι πλέον ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει με το πετρέλαιό του. Γίνεται ένας ακόμη «άγνωστος» στην πολυπαραγοντική εξίσωση των τοπικών ισορροπιών. Αν επιλέξει να αυξήσει την παραγωγή πηγαίνοντας κόντρα στο Ριάντ και τον ΟΠΕΚ, θα μπορούσε, θεωρητικά, να ασκήσει καθοδική πίεση στις τιμές μόλις ξαναρχίσουν οι αποστολές μέσω του Ορμούζ. Αλλά με τους παίκτες πάνω στο τραπέζι αποφασισμένους για το ο,τιδήποτε, το άμεσο ερώτημα δεν είναι... πότε θα έρθει το φθηνότερο πετρέλαιο αλλά πώς όλη αυτή η αβεβαιότητα καθορίζει το τι θα ακολουθήσει.
Άλυτο ζήτημα
Παρά το ότι ο Τραμπ χαιρέτισε την κίνηση των ΗΑΕ, γνωρίζοντας πως αυτό πολύ πιθανόν να στενοχωρήσει τους στενούς φίλους του στο Ριάντ, το κεντρικό ζήτημα που τον απασχολεί μένει άλυτο: Αναδύεται το Ιράν από αυτή την αντιπαράθεση πιο αδύναμο ή παράδοξα ισχυρότερο; Στην Ουάσιγκτον η επικρατούσα υπόθεση είναι εδώ και καιρό ότι η Τεχεράνη, ύστερα από τα αμερικανο-ισραηλινά πλήγματα, πρέπει να είναι εσωτερικά διασπασμένη και στρατηγικά στριμωγμένη. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βασιστεί σε αυτή την υπόθεση εργασίας, υπονοώντας ότι το Ιράν δεν διαθέτει συνεκτική ηγεσία ικανή να διαπραγματευτεί μία συμφωνία. Οι απειλές του για παρατεταμένο ναυτικό αποκλεισμό και οι προσπάθειές του να «φράξει» τις εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν αντανακλούν την πεποίθηση ότι η πίεση τελικά θα οδηγήσει σε συνθηκολόγηση.
Αλλά αυτή η ερμηνεία κινδυνεύει να υποτιμήσει τις δυνατότητες της Τεχεράνης. Φαινομενικά, οι πληροφορίες για κόντρα μεταξύ ΥΠΕΞ Αραγτσί και Προέδρου Πεζεσκιάν μπορεί να υποδηλώνουν ρωγμές στο καθεστώς· όμως το πολιτικό σύστημα παραμένει άτρωτο. Υπό τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ, η ηγεσία έχει μετατοπιστεί από ένα μοντέλο εξισορρόπησης ανταγωνιστικών παρατάξεων σε ένα μοντέλο στενά ενσωματωμένων δικτύων που εκτείνονται στον κλήρο, στον στρατό, στις πολιτικές ελίτ. Το σύστημα δίνει έμφαση στον συντονισμό έναντι της συναίνεσης, στην ταχύτητα απόκρισης έναντι του εσωτερικού πολιτικού παζαριού. Έχει αποδειχθεί ανθεκτικό στην πίεση και -το πιο σημαντικό- έχει φανεί ικανό στην ενίσχυση της εθνικής συσπείρωσης - πέρα από την παραδοσιακή βάση υποστήριξης του καθεστώτος. Η εσωτερική συνοχή περιπλέκει την αφήγηση της ιρανικής αδυναμίας. Ακόμα και όταν οι υποδομές έχουν υποστεί ζημιές και η στρατιωτική ικανότητα έχουν υποβαθμιστεί, η ικανότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας να ενεργεί αποφασιστικά και να αντέχει παραμένει άθικτη. Σε αυτό το πλαίσιο η επιβίωση δεν είναι απλώς αμυντική· είναι στρατηγική. Ταυτόχρονα, η πιο παρακινδυνευμένη κίνηση της Τεχεράνης -το κλείσιμο του Ορμούζ- αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ένα στοίχημα υψηλού ρίσκου. Αν η φυγή των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ δρομολογήσει εκτόνωση των πετρελαϊκών τιμών, όπως προφανώς ελπίζει ο Τραμπ, η μόχλευση της Τεχεράνης χάνει τη δυναμική της. Ωστόσο, η έκπληξη και η απρόβλεπτη φύση των αντιπάλων της διελκυστίνδας μπορεί για μία ακόμη φορά να οδηγήσει τα πράγματα προς άλλη κατεύθυνση.
Παράδοξα και αβεβαιότητες
Υπάρχει επίσης ένα ακόμη παράδοξο: Περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ, το Ιράν κινδυνεύει να βυθίσει τη δική του σανίδα οικονομικής σωτηρίας. Οι εξαγωγές πετρελαίου του παραμένουν μια κρίσιμη πηγή εσόδων, ειδικά τώρα με τον πόλεμο και την περιορισμένη πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδότηση. Μια παρατεταμένη αναστάτωση θα μπορούσε να επιβάλει τόσο πόνο στην Τεχεράνη όσο και στους αντιπάλους της, αν όχι περισσότερο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από την άλλη αντιμετωπίζουν τις δικές τους αβεβαιότητες που αναμφισβήτητα είναι πιο επικίνδυνες, επειδή είναι πολιτικές και όχι στρατιωτικές. Η συνοχή που είναι ορατή στην Τεχεράνη έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον κατακερματισμό στην Ουάσιγκτον. Η κατάθεση του Χέγκσεθ στο Κογκρέσο και η πίστωση χρόνου -που ουσιαστικά ζήτησε από τους νομοθέτες- αποτυπώνουν αυτή την κατάσταση. Οι στρατηγικοί στόχοι των ΗΠΑ παραμένουν ασαφείς, συνεχίζουν να «παίζουν» μεταξύ διαπραγμάτευσης και αλλαγής καθεστώτος. Η απειλή ενός μακροπρόθεσμου αποκλεισμού, που προωθεί ο Τραμπ, εισάγει περαιτέρω πολυπλοκότητα σε μια ήδη δύσκολη εξίσωση. Τα πράγματα περιπλέκονται περαιτέρω από την αθόρυβη εμπλοκή άλλων παγκόσμιων παικτών. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει ανοιχτή γραμμή με τον Τραμπ, τοποθετώντας τη Ρωσία τόσο ως συνομιλητή όσο και ως ευκαιριακό διαμεσολαβητή, ενώ η Κίνα αξιοποιώντας τους δεσμούς της με το Πακιστάν διασφαλίζει ότι παραμένει ενσωματωμένη σε οποιοδήποτε πλαίσιο διαπραγμάτευσης που μπορεί να προκύψει. Πάνω απ’ όλα, η παράταση της κρίσης φέρνει στο φως τη θεμελιώδη ασυμμετρία που τη χαρακτηρίζει. Η στρατηγική του Ιράν βασίζεται στην αντοχή και στην υπολογισμένη αναστάτωση. Η Αμερική υπακούοντας σε πολιτικά χρονοδιαγράμματα επιδιώκει άμεσα και δραστικά αποτελέσματα. Σε μια τέτοια αναμέτρηση, ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να μην είναι η δραματική κλιμάκωση αλλά τα σταδιακά λάθη. Το ένα πίσω από το άλλο μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα, χειρότερη κλιμάκωση.
