Ένας λόγος για τον οποίο η Τεχεράνη διστάζει να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ουάσιγκτον είναι η διαβόητη πια αναξιοπιστία του σημερινού Αμερικανού προέδρου. Κανείς δεν ξεχνά ότι και οι δύο τελευταίοι πόλεμοι στο Ιράν ξεκίνησαν την ώρα που διεξάγονταν συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.
Η διαπραγματευτική στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ βασίζεται στην αντίληψη ότι η καλλιέργεια της αβεβαιότητας —το να μην γνωρίζει ο συνομιλητής αν απέναντί του έχει έναν πραγματιστή διαπραγματευτή ή έναν ηγέτη έτοιμο να τινάξει τα πάντα στον αέρα— λειτουργεί τελικά ως μοχλός πίεσης.
Το ενδιαφέρον όμως είναι το πως η υπόλοιπος κόσμος αρχίζει να προσαρμόζεται στην τόσο ιδιοσυγκρασιακή αυτή διπλωματία. Όλο και περισσότερες χώρες φαίνεται να έχουν μεταβάλλει τη δική τους προσέγγιση, επιχειρώντας να εκμεταλλευτούν ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό του Τραμπ, την περίφημη ματαιοδοξία του.
Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το 2018, η Πολωνία πρότεινε τη δημιουργία αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στο έδαφός της, βαφτίζοντάς την εκ των προτέρων «Φορτ Τραμπ». Δεν επρόκειτο απλώς για μια επικοινωνιακή χειρονομία, αλλά για μια συνειδητή προσπάθεια να ευθυγραμμιστεί ένα στρατηγικό αίτημα με την προσωπική εικόνα του προέδρου.
Ανάλογη λογική ακολουθήθηκε και στον Καύκασο. Όταν η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν υπέγραψαν συμφωνία για έναν νέο ασφαλή διάδρομο για τις μετακινήσεις αμάχων, επέλεξαν να τον ονομάσουν «Δρόμος Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία»
Το τελευταίο, και πιο χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα έρχεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με πληροφορίες από τις διαπραγματεύσεις, Ουκρανοί αξιωματούχοι πρότειναν —έστω και ανεπίσημα— να ονομαστεί μια διαφιλονικούμενη περιοχή του Ντονμπάς ως «Ντόνιλαντ» με στόχο να δημιουργηθεί μια συμβολική σύνδεση ανάμεσα σε μια πιθανή συμφωνία και το όνομα του Τραμπ. Με την ελπίδα φυσικά ότι κάτι τέτοιο θα ωθούσε τον Αμερικανό πρόεδρο να πιέσει περισσότερο τη Ρωσία.
Ακόμη και προτάσεις όπως το λεγόμενο «μοντέλο Μονακό» —μια ημιαυτόνομη ζώνη με οικονομικά προνόμια— εντάσσονται σε αυτή τη λογική: η διαμόρφωση ενός αποτελέσματος που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως προσωπική επιτυχία του Αμερικανού προέδρου.
Το γεγονός ότι τέτοιες ιδέες πέφτουν στο τραπέζι, ακόμη και ανεπίσημα, αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη φύση της διπλωματίας στα χρόνια του Τραμπ. Οι διαπραγματεύσεις δεν διεξάγονται πλέον μόνο με όρους κανόνων, ισχύος, ασφάλειας ή οικονομίας, αλλά και με όρους προσωπικότητας. Η εικόνα του ηγέτη γίνεται μέρος της εξίσωσης.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο. Η στρατηγική του Τραμπ δεν βασίζεται μόνο στην ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά στην προσωπική του προβολή ως απρόβλεπτου και κυρίαρχου παίκτη. Μια διαπραγμάτευση που, σε άλλες συνθήκες, θα περιστρεφόταν γύρω από σύνορα, εγγυήσεις και ισορροπίες, μετατρέπεται σε μια διαδικασία όπου το ζητούμενο είναι ποιος θα καταφέρει να επηρεάσει περισσότερο τον ίδιο.
Οι συνομιλητές του το έχουν αντιληφθεί. Δεν προσπαθούν απλώς να τον αποτρέψουν ή να τον πιέσουν — προσπαθούν να τον «κερδίσουν». Να του προσφέρουν μια αφήγηση στην οποία θα εμφανίζεται ως ο ηγέτης που λύνει συγκρούσεις, που δίνει ονόματα σε συμφωνίες, που αφήνει αποτύπωμα.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο τι συμφωνία θα προκύψει. Είναι αν η ίδια η διαδικασία παραμένει διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών ή αν μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση με έναν άνθρωπο. Και όσο η απάντηση γέρνει προς το δεύτερο, τόσο η διεθνής πολιτική θα μοιάζει λιγότερο με σύστημα κανόνων και περισσότερο με αντανάκλαση ενός χαρακτήρα που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασταθής.