Στη πολιτική νεκρολογία του Λιονέλ Ζοσπέν, του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας και ιστορικής φυσιογνωμίας των Γάλλων Σοσιαλιστών που πέθανε χθες σε ηλικία 88 ετών στο Παρίσι, αποτραβηγμένος χρόνια από τον πολιτικό στίβο και τη δημοσιότητα, δεν θα μπορούσε να μην συμπεριληφθεί ένα καίριο ερώτημα.
Ως ένας από τους σοσιαλιστές ηγέτες της Γαλλίας, αριστερών καταβολών, υιοθέτησε και ακολούθησε αυτό που, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, φάνταζε ακόμη παράδοξο: Ρεφορμιστική πολιτική προσανατολισμένη στον τεχνοκρατισμό και τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης.
Η κυβέρνησή του -υπό την προεδρία του «θεματοφύλακα» της γκωλικής δεξιάς Ζακ Σιράκ- υλοποίησε τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από οποιονδήποτε άλλον προκάτοχό του σε μια εποχή που το δόγμα μεταρρύθμιση-απελευθέρωση-ελαστικοποίηση γινόταν οικείο συστατικό στοιχείο του πολιτικού και οικονομικού τοπίου της ηπειρωτικής Ευρώπης (στη Βρετανία είχε γίνει λίγο νωρίτερα με τον Τόνι Μπλερ).
Η ρεφορμιστική πολιτική και ο τεχνοκρατισμός του Ζοσπέν επηρέασαν και τελικά άλλαξαν την ιδεολογική θεώρηση ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου στη δυτική Ευρώπη, το οποίο ιστορικά εξέφραζε και «οπτικοποιούσε» το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο κεφαλαιοκρατίας-εργατικής τάξης κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η σταδιακή μετατόπιση προς τον συντηρητικό ορίζοντα αποξένωσε και απομάκρυνε τους προοδευτικούς ψηφοφόρους από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα οποία άρχισαν να θεωρούνται εκπρόσωποι των επιχειρηματικών συμφερόντων και του οικονομικού κατεστημένου.
Η ήττα του Ζοσπέν το 2002 από τον (πατέρα) Λεπέν, αν όχι «εγκαινίασε», σίγουρα συμβάδισε με τις απαρχές του πολιτικού μαρασμού, της ιδεολογικής φθοράς και της εκλογικής συρρίκνωσης των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων σε αυτό που καταγράφηκε στη συνέχεια ως μια αναπόφευκτη πολιτική αποσύνθεση. Ακόμη περισσότερο μπορεί να ιδωθεί ως ένα πρώιμο «σχεδιάγραμμα» της δυναμικής που θα αναπτυσσόταν αργότερα, καθώς η Ακροδεξιά θα επεκτείνονταν πολιτικά καταλαμβάνοντας τον χώρο των παραδοσιακών συστημικών κομμάτων.
Μπορεί,, επομένως να θεωρηθεί η πολιτική προσωπικότητα του Ζοσπέν καταλύτης αυτού του φαινομένου; Με άλλα λόγια, φέρει -και- ο Λιονέλ Ζοσπέν μερίδιο ευθύνης για τον θάνατο της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας;
Η αρχή του τέλους
Τον Απρίλιο του 2002, οι Γάλλοι ψηφοφόροι προκάλεσαν σοκ στη χώρα τους και στην Ευρώπη. Ο Λιονέλ Ζοσπέν, ο τότε πρωθυπουργός και σημαιοφόρος της γαλλικής Αριστεράς, δεν κατόρθωσε να προχωρήσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Ηττήθηκε από τον Ζαν-Μαρί Λεπέν σ’ ένα αποτέλεσμα τόσο απροσδόκητο που πυροδότησε κρίση εμπιστοσύνης σε όλο το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης. Ο Ζοσπέν αποσύρθηκε από την πολιτική σχεδόν αμέσως. Όμως, τα ερωτήματα που έβαλε στο τραπέζι η ήττα του αναφορικά με την πολιτική κατεύθυνση, την ιδεολογική ταυτότητα και το μέλλον της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, έγιναν επίμονα και πιεστικά στα χρόνια που ακολούθησαν.
Σήμερα, με τα παραδοσιακά κεντροαριστερά κόμματα να έχουν… φύγει από το πλάνο σε όλη την Ευρώπη, με την Ακροδεξιά να έχει γίνει κεντρική φιγούρα στην πολιτική σκηνή -και τη Δεξιά να φλερτάρει επίμονα μαζί της- με τον λαϊκισμό να σερβίρεται ως αντισυστημισμός και τους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς να γεννούν τη μία κρίση μετά την άλλη, είναι όντως δελεαστικό να θεωρηθεί ο Ζοσπέν ο κεντρικός ήρωας της παρακμής τής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Ένας ηγέτης τού οποίου η ρεφορμιστική πολιτική, η τεχνοκρατική διακυβέρνηση και η πολιτική «αχρωμία» συνέβαλαν στην αποξένωση -και τελικά στο άδειασμα- της εκλογικής δεξαμενής που κάποτε τροφοδοτούσε με λαϊκή στήριξη το σοσιαλιστικό εγχείρημα στις δυτικές κοινωνίες.
Ωστόσο, το να χρεωθεί ένας μόνο πολιτικός τον «θάνατο» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ισοδυναμεί με παρερμηνεία, τόσο της κλίμακας των μετασχηματιστικών αλλαγών που συντελέστηκαν στην Ευρώπη στην αυγή της χιλιετίας όσο και των δυνάμεων που τις προκάλεσαν, λένε οι αναλυτές. Ο Ζοσπέν δεν ήταν τόσο ο αρχιτέκτονας της παρακμής της σοσιαλδημοκρατίας όσο ένας συμμετέχων σε μια ευρύτερη, πανευρωπαϊκή αναμόρφωση που τελικά άλλαξε θεαματικά τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά. Μια αλλαγή με την οποία η ίδια δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί πλήρως.
Σοσιαλιστές στην εποχή των αγορών
Ο Ζοσπέν έγινε πρωθυπουργός το 1997 σε μια στιγμή που οι παλιές βεβαιότητες του μεταπολεμικού δυτικοευρωπαϊκού μοντέλου κοινωνικής συναίνεσης είχαν ήδη αρχίσει να ξεθωριάζουν. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές εκείνης της δεκαετίας, η επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης και οι εγγενείς «ατέλειες» στο σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είχαν περιορίσει το εύρος των βιώσιμων οικονομικών πολιτικών. Η κεϋνσιανή συναίνεση που είχε στηρίξει την επί δεκαετίες επέκταση του κοινωνικού κράτους έδινε τη θέση της σε μια νέα ορθοδοξία με επίκεντρο τη δημοσιονομική πειθαρχία, την ανταγωνιστικότητα, τις αγορές.
Η απάντηση του Ζοσπέν σε αυτό δεν ήταν ούτε μια ολοκληρωτική υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, ούτε μια νοσταλγική επιστροφή στις παλιές σοσιαλδημοκρατικές νόρμες. Αναζήτησε τη μέση οδό. Η κυβέρνησή του ιδιωτικοποίησε τις περισσότερες κρατικές επιχειρήσεις συγκριτικά με τους συντηρητικούς προκατόχους του δείχνοντας ότι αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα της αγοράς. Ταυτόχρονα, εισήγαγε εμβληματικές μεταρρυθμίσεις, κυρίως το 35ωρο στην εργασία, την επέκταση της δημόσιας περίθαλψης και την αναγνώριση ίσων δικαιωμάτων για τα άγαμα ζευγάρια, ετερόφυλα και ομόφυλα, με εκείνα των έγγαμων.
Αυτή η εξισορροπητική πολιτική τακτική συνοψιζόταν στο γνωστό σλόγκαν τού «ναι στη οικονομία της αγοράς, όχι στη κοινωνία της αγοράς». Η συμφιλίωση του οικονομικού εκσυγχρονισμού-πραγματισμού με την κοινωνική δικαιοσύνη ήταν η νέα «σύνθεση» που αντηχούσε υπό διαφορετικές «ενορχηστρώσεις» σε όλη την Ευρώπη εκείνη την εποχή.
Στη Βρετανία, οι «Νέοι Εργατικοί» του Τόνι Μπλερ επιχείρησαν να «μετονομάσουν» την Κεντροαριστερά ως «concept» που ξεπερνούσε τους παραδοσιακούς ιδεολογικούς διαχωρισμούς Δεξιάς-Αριστεράς. Στη Γερμανία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ άνοιξε τον δρόμο στην ελαστικοποίηση της απασχόλησης με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ακόμη και με κόστος την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους.
Προφανώς, ο Ζοσπέν δεν ήταν μόνος του σε όλο αυτό. Ήταν σίγουρα λιγότερο «επαναστατικός» σε σύγκριση με τους ιδεολογικούς συγγενείς του σε Βρετανία και Γερμανία και περισσότερο μια αντιπροσωπευτική φιγούρα σε ένα ευρύτερο δράμα.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν αποσυναρμολογούνταν εκ των έσω από έναν μόνο ηγέτη. Αποδιοργανώνονταν καθώς ήθελε να προσαρμοστεί· μερικές φορές με έκδηλο άγχος, σε ένα οικονομικό και πολιτικό τοπίο που δεν ήταν «δικό» της. Έτσι, για πολλούς, αυτή η προσαρμογή δεν ήταν παρά μια συνθηκολόγηση στις νέες απαιτήσεις που έθετε -επιτακτικά πλέον- το σύστημα.
Η μεγάλη στροφή
Με τις πολιτικές του να βρίσκονται σε συγχρονισμό με τις τάσεις της εποχής, το πολιτικό στιλ του Ζοσπέν μαρτυρούσε παράλληλα μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Αριστερά κατανοούσε τον ρόλο της. Η εποχή των μαζικών κομμάτων που ήταν «γειωμένα» στην ταξική ταυτότητα έδινε τη θέση της σε αποκεντρωμένους σχηματισμούς που αποθέωναν τις τεχνοκρατικές αξίες. Η εμπειρογνωμοσύνη, η διοικητική ικανότητα και η πολιτική αξιοπιστία υπερίσχυαν της ιδεολογικής σαφήνειας και της μαζικότητας.
Ο Ζοσπέν ενσάρκωνε αυτή τη μετατόπιση. Τέκνο της ελίτ του διοικητικού συστήματος της Γαλλίας κυβέρνησε με επίκεντρο τις ρεαλιστικές λύσεις και τη θεσμική σταθερότητα. Ενώ αυτή η προσέγγιση καθησύχασε τις αγορές και τους διεθνείς εταίρους της Γαλλίας, ενίσχυσε τη διάχυτη αίσθηση ότι η Αριστερά είχε αποσπαστεί από την κοινωνική βάση της. Η γλώσσα της ταξικής πάλης αντικαταστάθηκε από αυτή του εκσυγχρονισμού· η υπόσχεση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού από αυτή της αποτελεσματικής διοίκησης.
Ήταν ένας σιωπηλός μετασχηματισμός που δεν έγινε χωρίς πολιτικό κόστος. Για πολλούς ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, οι διαφορές μεταξύ κεντροαριστερών και κεντροδεξιών κομμάτων είχαν γίνει πια δυσδιάκριτες. Οι ιδιωτικοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν από σοσιαλιστικές κυβερνήσεις ήταν δύσκολο να διακριθούν στην πράξη από εκείνες που έκαναν οι αντίστοιχες δεξιές.
Η έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην πολυδιαφημισμένη «ευελιξία» της απασχόλησης έρχονταν σε χτυπητή αντίθεση με τη παραδοσιακή δέσμευση της Αριστεράς για προστασία της εργασίας και του κοινωνικού κράτους.
Η κυβέρνηση Ζοσπέν προσπάθησε να μετριάσει αυτές τις αντιφάσεις με στοχευμένα κοινωνικά μέτρα, αλλά η ουσία δεν άλλαζε: Στη προσπάθειά τους να προσαρμοστούν στις επιταγές της παγκοσμιοποίησης, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες υπέκυψαν στον πειρασμό να αλλάξουν την ίδια την ταυτότητά τους, αυτή που άλλοτε τους διαφοροποιούσε από τη Δεξιά, τον συντηρητισμό, τον νεοφιλελευθερισμό.
Αντιμετωπίζοντας το σοκ
Η πολιτική «εξάλειψη» του Ζοσπέν στις προεδρικές εκλογές του 2002 αποκρυστάλλωσε την υπαρξιακή μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας με δραματικό τρόπο. Η ήττα του δεν ήταν απλώς μια προσωπική αποτυχία. Ήταν σύμπτωμα ενός ευρύτερου κατακερματισμού της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Η δεξαμενή των προοδευτικών ψηφοφόρων εξανεμίστηκε και η αποχή αυξήθηκε μεταξύ ομάδων που ιστορικά υποστήριζαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Ταυτόχρονα, η Ακροδεξιά εκμεταλλεύτηκε τη δυσαρέσκεια για τη μετανάστευση, την έλλειψη ασφάλειας και την οικονομική ανασφάλεια για να αποσπάσει την προσοχή και να την εξαργυρώσει σε πολιτικό και εκλογικό κέρδος.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας πολιτικός σεισμός. Για πολλούς αναλυτές, οι γαλλικές εκλογές του 2002 σηματοδότησαν το τέλος ενός μοντέλου που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή για δεκαετίες. Αν ένας εν ενεργεία σοσιαλιστής πρωθυπουργός μπορούσε να αποκλειστεί στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών από έναν ακροδεξιό υποψήφιο, τι μπορούσε να σημαίνει αυτό για τη δύναμη της Αριστεράς γενικότερα;
Για άλλους πάντως, δεν μπορούν να θεωρηθούν οι γαλλικές εκλογές του 2002 σημείο καμπής για την ταυτοτική μετάλλαξη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Παρόμοια μοτίβα ιδεολογικής και πολιτικής μετατόπισης εμφανίζονταν και αλλού, σημειώνουν.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, οι μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ προκάλεσαν αργότερα αντιδράσεις που διέσπασαν τη βάση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Στη Βρετανία, η εκλογική επιτυχία του Μπλερ μπορεί να κάλυψε επιφανειακά αλλά δεν απέτρεψε τη σταδιακή διάβρωση της εμπιστοσύνης των αριστερών ψηφοφόρων προς τους Εργατικούς. Σε όλη την Ευρώπη, τα κεντροαριστερά κόμματα βρέθηκαν αντιμέτωπα με παρόμοιες αντιφάσεις καθώς προσπαθούσαν να προσαρμοστούν και να πετύχουν αυτό που πίστευαν πως θα τους εξασφάλιζε παραμονή στην εξουσία, καθώς οι καιροί άλλαζαν.
Κινούμενα προς το πολιτικό κέντρο, πράγματι κατάφεραν για ένα διάστημα να διευρύνουν την απήχησή τους και να κερδίσουν εκλογές. Αλλά με αυτόν τον τρόπο απεμπόλησαν την ιδεολογική ταυτότητά τους. Όταν ξέσπασαν οι οικονομικές κρίσεις της παγκοσμιοποίησης, κυρίως το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρέθηκε απογυμνωμένη: Όχι απλά θεωρήθηκε ανίκανη να αποτρέψει την καταστροφή, αλλά στο συλλογικό υποσυνείδητο αντιμετωπίστηκε ως «συνεργός» στις πολιτικές που οδήγησαν στο κραχ και την ύφεση.
Τα χρόνια που ακολούθησαν την απόσυρση του Ζοσπέν από την ενεργό πολιτική σήμαναν όχι τόσο τη πολιτική εξαφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας όσο τον ασύστολο κατακερματισμό της: νέα κόμματα, σχηματισμοί, πρόσωπα, αφηγήσεις, επιδιώξεις. Η περίπτωση Μακρόν είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Αυτός ο «θρυμματισμός» υποδηλώνει ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει αυτός ο ιδεολογικός χώρος δεν είναι απλά θέμα ηγεσίας ή στρατηγικής· είναι θέμα κατευθυντήριων επιλογών, μοντέλου πολιτικής οικονομίας. Σίγουρα, το παραδοσιακό μοντέλο εθνικής οικονομικής διαχείρισης, ισχυρού κράτους πρόνοιας και ισχυρού εργατικού κινήματος έχει υπονομευτεί από δυνάμεις που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να ελέγξει.
Αλλά τα κυρίαρχα ζητήματα και τα θεμελιώδη επίδικα που ήταν κάποτε ταγμένη να αντιμετωπίσει η σοσιαλδημοκρατία ως η κατ’ εξοχήν πολιτική δύναμη κοινωνικής δικαιοσύνης -ανισότητα, απασχόληση, κοινωνική πρόνοια, περίθαλψη, οικονομική ασφάλεια- δεν έχουν εξαφανιστεί. Αν μη τι άλλο, έχουν γίνει πιο πιεστικά στις μέρες μας.
Μέσα από αυτή τη θεώρηση, η εποχή του Ζοσπέν ίσως τελικά δεν ήταν εκείνη που σηματοδότησε τον θάνατο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας αλλά τη μετάβασή της: Από την παρακμή του παραδοσιακού μοντέλου σε μια ρευστή, αμφιλεγόμενη πολιτική θεώρηση και ταυτότητα. Επομένως, η πολιτική κληρονομιά του Γάλλου σοσιαλιστή ηγέτη δεν είναι εκείνη ενός «νεκροθάφτη» αλλά μιας γέφυρας που συνδέει το παρελθόν με ένα μέλλον τού οποίου το περίγραμμα παραμένει ακόμη ασαφές.
Το να αναρωτηθούμε αν ο Λιονέλ Ζοσπέν ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι, τελικά, το λάθος ερώτημα, λένε οι αναλυτές. Το σωστό θα ήταν να αναρωτηθούμε γιατί μια πολιτική και ιδεολογική παράδοση που κάποτε φαινόταν τόσο ισχυρή και ανθεκτική έχει δυσκολευτεί τόσο πολύ να προσαρμοστεί σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο - και τι θα χρειαζόταν για να το πετύχει αυτό.