Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν έχει πολλά αναπάντεχα αποτελέσματα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Το βασικότερο ίσως σε αυτή τη φάση είναι πως η σύγκρουση αποσταθεροποιεί την παγκόσμια αγορά ενέργειας ενισχύοντας όμως ταυτόχρονα τη γεωπολιτική σημασία της Ρωσίας.
Με τη διέλευση πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ να έχει παραλύσει εξαιτίας των επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια και ενεργειακές υποδομές, μια μετά την άλλη οι χώρες του Κόλπου βάζουν φρένο στις εξαγωγές επαναφέροντας έτσι στο προσκήνιο τον ρόλο της Ρωσίας ως ενός από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ενέργειας στον κόσμο.
Η Μόσχα δεν άργησε να αξιοποιήσει τη συγκυρία. Σε ανάρτηση που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση, ο Κιρίλ Ντμιτρίεφ, ειδικός απεσταλμένος του Κρεμλίνου για θέματα ξένων επενδύσεων και οικονομικής συνεργασίας και ειδικός μεσολαβητής του Πούτιν για το ουκρανικό τονίζει πως την Τετάρτη συζήτησε την «τρέχουσα κρίση στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας» σε συνάντηση που είχε στη Φλόριντα με τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, στενούς συνεργάτες και απεσταλμένους του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Υποστηρίζει μάλιστα ότι οι ΗΠΑ και άλλες χώρες της Δύσης «αρχίζουν να κατανοούν καλύτερα τον καθοριστικό συστημικό ρόλο του ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου στη διασφάλιση της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας», προσθέτοντας βέβαια με νόημα ότι οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας αποδεικνύονται για πολλοστή φορά «αναποτελεσματικές και καταστροφικές».
Δεν είναι μια τυχαία παρέμβαση. Έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία οι δυτικές κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο μιας σοβαρής ενεργειακής κρίσης. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Reuters, αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης εξετάζουν ήδη το ενδεχόμενο χαλάρωσης ορισμένων περιορισμών στο ρωσικό πετρέλαιο, προκειμένου να αυξηθεί η παγκόσμια προσφορά και να περιοριστεί η άνοδος των τιμών.
Για τη Ρωσία, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή. Η άνοδος των τιμών ενισχύει άμεσα τα κρατικά έσοδα, τα οποία εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Παρά τις δυτικές κυρώσεις, η Μόσχα συνεχίζει να διοχετεύει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου προς αγορές όπως η Κίνα και η Ινδία. Όσο οι διεθνείς τιμές παραμένουν υψηλές, τα έσοδα αυτά αυξάνονται, περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό την οικονομική πίεση που επιδιώκουν να ασκήσουν οι κυρώσεις.
Ταυτόχρονα, η ενεργειακή αναταραχή ενισχύει το βασικό επιχείρημα του Κρεμλίνου. Οτι η πλήρης απομόνωση της Ρωσίας από τις διεθνείς αγορές ενέργειας είναι πρακτικά αδύνατη χωρίς σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Η διαταραχή των ροών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο καθιστά αυτό το επιχείρημα ακόμη πιο πειστικό για χώρες που ανησυχούν για την ενεργειακή τους ασφάλεια.
Πέρα όμως από τα οικονομικά οφέλη, η κρίση δημιουργεί και μια ευρύτερη γεωπολιτική ευκαιρία για τη Μόσχα. Η προσοχή των Ηνωμένων Πολιτειών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων μετατοπίζεται προς τη Μέση Ανατολή, ενώ οι αγορές ενέργειας βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης αστάθειας. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσία επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της όχι μόνο ως αναγκαίο προμηθευτή αλλά και ως παράγοντα σταθερότητας.
Έτσι, ο πόλεμος στο Ιράν δεν επηρεάζει μόνο τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Δημιουργεί ταυτόχρονα μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα στην οποία η Ρωσία, παρά τις κυρώσεις και τη διεθνή πίεση, υπενθυμίζει πως παραμένει αναντικατάστατος εταίρος για τη σταθερότητα της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.