Πραγματικά, δίχως να συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη ή παρόμοια κρίση στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, η υπόθεση Έπστιν έχει ήδη προκαλέσει απίστευτες «απώλειες» στα ανώτερα κλιμάκια της βρετανικής ελίτ.
Η σύλληψη την περασμένη εβδομάδα του Πίτερ Μάντελσον, του άλλοτε ευγενούς «αρχιτέκτονα» των Νέων Εργατικών και μέχρι πρόσφατα πρέσβη του Λονδίνου στην Ουάσιγκτον, σηματοδοτεί μια πολιτική πτώση ιλιγγιώδους ταχύτητας στη σύγχρονη βρετανική δημόσια ζωή. Σε μια συνέντευξή του στο BBC -μόλις τον Ιανουάριο- ο Μάντελσον είχε αρνηθεί να απολογηθεί για τη φιλία του με τον Έπστιν δηλώνοντας πως «δεν ήταν ένοχος» και ότι δεν γνώριζε την έκταση των εγκλημάτων του χρηματιστή. Μετά από τη δημόσια κατακραυγή που προκάλεσε αυτή η στάση του αναδιπλώθηκε και ζήτησε «συγγνώμη».
Η τελευταία παρτίδα emails από τους διαβόητους φακέλους Έπστιν που βγήκαν στη φόρα υποδηλώνει ότι ο Βρετανός διπλωμάτης διαβίβασε επίσης στον χρηματιστή ευαίσθητες κυβερνητικές πληροφορίες, ενώ υπηρετούσε στην κυβέρνηση του Γκόρντον Μπράουν ως υπουργός Εμπορίου. Μία από αυτές αφορούσε και το -τότε καυτό- ζήτημα των μπόνους των τραπεζιτών. Ήταν η εποχή που οι δυτικές κυβερνήσεις προσπαθούσαν να χαλιναγωγήσουν τις απαιτήσεις του τραπεζικού κατεστημένου προκειμένου να κατευνάσουν τη λαϊκή οργή για το κραχ του 2008 και την αλυσιδωτή οικονομική κρίση.
Άβολα ερωτήματα
Σε ένα email του 2009, ο Μάντελσον αποκάλυπτε στον Έπστιν ότι το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών βολιδοσκοπούσε την προοπτική επιβολής νέων φόρων στα μπόνους των τραπεζιτών. Δύο ημέρες αργότερα, ο Έπστιν ρώτησε τον Μάντελσον αν ο Τζέιμι Ντάιμον της J.P. Morgan θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον υπουργό Οικονομικών του Μπράουν, τον Άλιστερ Ντάρλινγκ, για να «συζητήσουν» το θέμα. Απαντώντας του, ο Μάντελσον τού συνέστησε ο τραπεζίτης να είναι «ήπια απειλητικός» προς τον υπουργό… «Η πρώτη παρτίδα των emails του Έπστιν κόστισε στον Μάντελσον τη δουλειά του. Η τελευταία μπορεί να του κοστίσει την ελευθερία του» σχολίασε δηκτικά ο Guardian.
Όμως, οι δονήσεις αυτού του σκανδάλου εκτείνονται πολύ πιο πέρα. Τώρα κλυδωνίζουν τους εξωτερικούς τοίχους του ίδιου του Παλατιού του Μπάκιγχαμ. Το ερώτημα που κάποτε σιγοψιθυριζόταν στους αντιμοναρχικούς κύκλους της Βρετανίας τίθεται ανοιχτά πλέον προς το κατεστημένο του Γουέστμινστερ: Μπορεί ο σάλος του σκανδάλου Έπστιν να συμπαρασύρει στο κενό και τη βρετανική μοναρχία;
Ο υπό διερεύνηση ρόλος του Μάντελσον στην εξασφάλιση για τον Άντριου μιας θέσης εμπορικού απεσταλμένου της βρετανικής κυβέρνησης το 2001, αν μη τι άλλο αποκαλύπτει τη «διαπερατότητα» μεταξύ πολιτικών και βασιλικών κύκλων. Αυτό που κάποτε θεωρείτο ίσως και προτέρημα, σίγουρα ένα διακριτό γνώρισμα της βρετανικής ήπιας ισχύος, τώρα εμφανίζεται ως καταδικαστέα παράβαση.
Διαφορετική περίπτωση
Προφανώς, η Βρετανία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα συνταγματικής κρίσης. Το Κοινοβούλιο παραμένει κυρίαρχος πυλώνας της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και η μοναρχία είναι νομικά διακριτή από την εκτελεστική εξουσία. Και όμως, η δημόσια εμπιστοσύνη -το πραγματικά εξαργυρώσιμο νόμισμα αποδοχής της μοναρχίας- έχει κλονιστεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά.
Οι δημοσκοπήσεις την τελευταία δεκαετία καταγράφουν σοβαρή γενεαλογική απόκλιση στον βαθμό αποδοχής της. Οι νεότεροι Βρετανοί είναι σημαντικά πιο ανοιχτοί στην ιδέα ενός δημοκρατικά εκλεγμένου ανώτατου ηγέτη απ’ ό,τι οι μεγαλύτεροι. Το στέμμα έχει ξεπεράσει κι άλλες υπαρξιακές καταιγίδες στο παρελθόν, όπως την παραίτηση του Εδουάρδου Η΄ το 1936 και τις συνέπειες του θανάτου της Νταϊάνα το 1997. Αλλά κάθε φορά, η προσαρμογή του και η δημόσια αποδοχή αυτής της προσαρμογής από το κοινό, εξασφάλιζαν την επιβίωσή του.
Ο «Έπστιν» όμως είναι πολύ διαφορετική περίπτωση. Πρόκειται για μια υπόθεση όπου στον πυρήνα της υπάρχει η εκμετάλλευση, η ατιμωρησία, η υποψία της αυτοπροστασίας της ελίτ.
Σε περίπτωση που το κοινό αρχίσει να βλέπει τις βρετανικές διασυνδέσεις του Έπστιν όχι ως μεμονωμένες ηθικές αποτυχίες, αλλά ως απόδειξη ενός αυτοπροστατευόμενου οικοσυστήματος που εκτείνεται από την πολιτική και την οικονομία έως τη βασιλική οικογένεια, η συζήτηση για την κατάργηση του θεσμού θα μπορούσε να μετατοπιστεί από τα περιθωριακά φυλλάδια στις κυρίαρχες πλατφόρμες.
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από γενικότερη δυσπιστία απέναντι στις ελίτ, στον συσσωρευμένο πλούτο και στα κληρονομημένα προνόμια, η παραμικρή δυσφορία μπορεί να γίνει τοξικά διαβρωτική.
