Live τώρα    
Διακυβέρνηση Τραμπ / Ανεξέλεγκτοι δασμοί, θεσμικά όρια
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Διακυβέρνηση Τραμπ / Ανεξέλεγκτοι δασμοί, θεσμικά όρια

Για μια ακόμη φορά, η αμερικανική Δικαιοσύνη λειτουργεί ως καθοριστικός φραγμός απέναντι σε μια προεδρία που δεν περιορίζεται σε επιθετικές πολιτικές πρωτοβουλίες, αλλά συχνά ενσαρκώνει μια αντίληψη εξουσίας που θυμίζει περισσότερο μονάρχη παρά Πρόεδρο συνταγματικής Δημοκρατίας.

Από την πρώτη κιόλας θητεία τού Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Δικαιοσύνη είχε επανειλημμένως αναδειχτεί σε θεμελιώδες αντίβαρο της εκτελεστικής εξουσίας. Το τελευταίο παράδειγμα ήλθε μόλις αυτή την εβδομάδα. Ομοσπονδιακό δικαστήριο έκρινε παράνομη την πρακτική της μαζικής απέλασης μεταναστών σε λεγόμενες «τρίτες χώρες» με τις οποίες δεν είχαν κανένα δεσμό.

Κατά το πρόσφατο παρελθόν, τα ομοσπονδιακά δικαστήρια είχαν επίσης βάλει φρένο στην ανάπτυξη ομοσπονδιακών δυνάμεων της Εθνοφρουράς σε μεγάλες αμερικανικές πόλεις ή στην ανακατεύθυνση κονδυλίων για την κατασκευή του «μεγάλου, όμορφου» τείχους του Τραμπ στα σύνορα με το Μεξικό.

Καίριο πλήγμα στην πολιτική ατζέντα του Λευκού Οίκου

Παρά όμως τη βαρύτητα όλων αυτών των συγκρούσεων, καμία δεν άγγιξε τόσο άμεσα τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής ατζέντας του σημερινού Προέδρου όσο η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για την εμπορική πολιτική του. Το δικαστήριο έκρινε πως οι εκτεταμένοι δασμοί που επέβαλε κατά βούληση ο Τραμπ σε ξένες χώρες υπερέβαιναν κατά πολύ τις αρμοδιότητες που το σύνταγμα και η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει στον Πρόεδρο.

Ήταν ένα καίριο πλήγμα καθώς η αυθαίρετη και συχνά καθαρά εκβιαστική επιβολή δασμών σε φίλους και εχθρούς είχε αναδειχτεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της πολιτικής του Λευκού Οίκου. Ένα «όπλο» που υποτίθεται ότι θα προστάτευε την παραγωγή και την εργασία στις ΗΠΑ, θα έλυνε το πρόβλημα των εμπορικών ελλειμμάτων με βασικούς εμπορικούς εταίρους και θα έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα σε χώρες που ο Τραμπ θεωρούσε ότι «εκμεταλλεύονται την Αμερική».

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ωστόσο στις 20 Φεβρουαρίου πως ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν διέθετε σαφή νομοθετική εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο για να επιβάλλει αυτούς τους δασμούς με βάση το βασικό νομικό εργαλείο του, τον Νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) του 1977.

Οι ανώτατοι δικαστές υπενθύμισαν πως ο νόμος, που επιτρέπει στην εκτελεστική εξουσία να λαμβάνει μέτρα σε καταστάσεις εθνικών εκτάκτων αναγκών, δεν εξουσιοδοτεί τον Πρόεδρο να επιβάλει καθολικό φόρο εισαγωγών ούτε να υιοθετεί παρόμοια μέτρα χωρίς τη ρητή έγκριση του Κογκρέσου.

Έκριναν ότι από τη στιγμή που οι δασμοί λειτουργούν ουσιαστικά ως φόρος επί των εισαγωγών -και άρα επηρεάζουν άμεσα τα δημόσια έσοδα και τον προϋπολογισμό- μόνο το Κογκρέσο κατέχει την αποκλειστική εξουσία να θεσπίζει τέτοιου είδους φορολογικά μέτρα. Ήταν μια σημαντική υπενθύμιση του διαχωρισμού των εξουσιών, σύμφωνα με τον οποίο ακόμα και ο πιο ισχυρός πολιτικός θεσμός δεν μπορεί μονομερώς να υπερβαίνει τα θεσμικά όρια.

Τα μέτρα αλλάζουν, η πολιτική όχι

Για την αμερικανική κυβέρνηση, η νομική ήττα δεν σήμανε υποχώρηση. Στον Λευκό Οίκο, αντίθετα, αντιμετωπίστηκε ως σήμα για άμεση ανασύνταξη και πολιτική αντεπίθεση. Όπως ξεκαθάρισαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, «το νομικό εργαλείο μπορεί να αλλάξει, αλλά η πολιτική δεν αλλάζει». Επειδή η στρατηγική των δασμών εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός άσκησης γεωπολιτικής πίεσης και διαπραγματευτικής ισχύος.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου, η κυβέρνηση επιδιώκει τώρα να ανασυνθέσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα το δασμολογικό πλέγμα που ακυρώθηκε. Για να το πετύχει επιστρατεύει μηχανισμούς οι οποίοι επιτρέπουν την επιβολή δασμών όχι μέσω της επίκλησης «έκτακτης ανάγκης» αλλά κατόπιν συγκεκριμένης αιτιολόγησης και τεκμηρίωσης.

Η νέα προσέγγιση αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Οι δασμοί δεν θα επιβάλλονται πλέον με ένα απλό προεδρικό διάταγμα αλλά θα απαιτούν ολόκληρη διοικητική διαδικασία: έρευνες, αξιολογήσεις, διαβουλεύσεις. Η χρήση τους θα γίνει, επομένως, πιο αργή, πιο σύνθετη και λιγότερο απρόβλεπτη.

Η μετάβαση έχει ήδη δημιουργήσει, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εσωτερικές εντάσεις στο κυβερνητικό επιτελείο. Αρκετά δημοσιεύματα αναφέρονται στον εντεινόμενο ανταγωνισμό μεταξύ του Γραφείου του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) και του υπουργείου Εμπορίου, σχετικά με το ποια θα είναι η υπηρεσία που θα ηγηθεί της νέας εμπορικής πολιτικής.

Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, το νέο σχέδιο προβλέπει πως οι δασμοί θα διαφοροποιούνται πλέον όχι μόνο ανά χώρα, αλλά και ανά προϊόν, κλάδο ή εμπορική πρακτική, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που πολλοί αναλυτές περιγράφουν ως «ρυθμιστικά ασταθές».

Η αβεβαιότητα έχει ήδη αρχίσει να αντανακλάται στις αγορές. Επιχειρήσεις που επί μήνες προσπαθούσαν να προσαρμοστούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο δασμολογικό πλαίσιο βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες με έναν νέο κύκλο αστάθειας. Γιατί, φυσικά, ο σχεδιασμός επενδύσεων, η αναδιάρθρωση εφοδιαστικών αλυσίδων και η τιμολογιακή πολιτική επηρεάζονται άμεσα από την αδυναμία πρόβλεψης των μελλοντικών εμπορικών φραγμών.

Διεθνείς αναταράξεις

Η δικαστική ανατροπή της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ ήταν επόμενο να μην κλονίσει μόνο τις εσωτερικές ισορροπίες στις ΗΠΑ αλλά να προκαλέσει παγκόσμια αναταραχή. Οι αγορές αντέδρασαν με νευρικότητα, ενώ κυβερνήσεις που επί μήνες διαπραγματεύονταν με την Ουάσιγκτον βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια θεσμική πραγματικότητα που μεταβάλλει ξανά τους όρους του παιχνιδιού.

Κράτη που έσπευσαν να συνάψουν συμφωνίες με την κυβέρνηση Τραμπ, προσφέροντας πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις με στόχο ευνοϊκότερη μεταχείριση, βρίσκονται τώρα σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που είχαν πριν τις διαπραγματεύσεις. Η επιβολή ενός ενιαίου δασμού σε μεγάλο μέρος των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ  -ως μεταβατικό αποτέλεσμα της νέας προσέγγισης- συμπιέζει τις προηγούμενες διαφοροποιήσεις και αναδιατάσσει τις ισορροπίες.

Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία εμφανίζονται, τουλάχιστον προς το παρόν, να επωφελούνται από αυτή τη μεταβολή. Τα προηγούμενα συχνά πολύ υψηλότερα δασμολογικά βάρη μειώνονται, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη διαπραγματευτική παραχώρηση. Αντίθετα, παραδοσιακοί σύμμαχοι και στενοί εμπορικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ αυτών ευρωπαϊκές χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετωπίζουν ένα λιγότερο ευνοϊκό καθεστώς σε σχέση με το προηγούμενο πλαίσιο.

Η εξέλιξη έχει προκαλέσει εμφανή δυσφορία σε διεθνές επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη παγώσει διαδικασίες επικύρωσης εμπορικών ρυθμίσεων, ζητώντας «πλήρη σαφήνεια» ως προς τη μελλοντική δασμολογική αρχιτεκτονική των ΗΠΑ. Διπλωματικοί και οικονομικοί κύκλοι κάνουν λόγο για ένα περιβάλλον «θεσμικής ομίχλης», όπου ακόμη και συμφωνίες που θεωρούνταν κλειδωμένες επανέρχονται σε κατάσταση διαπραγμάτευσης.

Η αβεβαιότητα αυτή δεν αφορά μόνο τους κρατικούς σχεδιασμούς. Επιχειρήσεις και επενδυτές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα πλαίσιο αυξημένου ρίσκου, καθώς η δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ μετατρέπεται πλέον σε μεταβλητή υψηλής αστάθειας. Η αδυναμία πρόβλεψης των μελλοντικών εμπορικών φραγμών επηρεάζει άμεσα τον σχεδιασμό παραγωγής, επενδύσεων και εφοδιαστικών αλυσίδων.

Παράλληλα, εντείνονται οι συζητήσεις για την πραγματική οικονομική αποτελεσματικότητα της δασμολογικής στρατηγικής. Μελέτες της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους των δασμών μετακυλίεται σε αμερικανικές επιχειρήσεις και καταναλωτές. Την εικόνα ενισχύουν στοιχεία που δείχνουν διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, παρά την επιθετική εμπορική πολιτική.

Το διεθνές σκηνικό, ωστόσο, παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ορισμένες από τις χώρες που αποτέλεσαν στόχους της δασμολογικής πίεσης των ΗΠΑ φαίνεται να προσαρμόζονται με σχετική επιτυχία. Η ανακατεύθυνση εμπορικών ροών, η διαφοροποίηση αγορών και η ενίσχυση περιφερειακών συνεργασιών λειτουργούν ως μηχανισμοί απορρόφησης των κραδασμών.

Η Κίνα, για παράδειγμα, καταγράφει αύξηση εξαγωγών σε εναλλακτικές αγορές, αντισταθμίζοντας τη μείωση των ροών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίστοιχα, η Ινδία και η Ιαπωνία εμφανίζουν ανθεκτικότητα, αξιοποιώντας τη δυναμική άλλων εμπορικών εταίρων. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο σύνθετη εικόνα από εκείνη που περιγράφει η ρητορική Τραμπ με απλοϊκά σχήματα του τύπου «βάζουμε τους ξένους να πληρώσουν».

Η αστάθεια ως νέα πραγματικότητα

Πίσω απ’ όλα αυτά, αναδεικνύεται μια ευρύτερη εικόνα. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα, οι μονομερείς εμπορικές πιέσεις δεν παράγουν πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντίθετα, συχνά προκαλούν νέες ισορροπίες και απρόβλεπτες συνέπειες.

Από αυτή την άποψη, η δικαστική απόφαση λειτουργεί ως καταλύτης γενικότερων αλλαγών. Δεν αφορά μόνο τη νομιμότητα των δασμών ή τα όρια της προεδρικής εξουσίας στις ΗΠΑ. Αγγίζει τον πυρήνα της διεθνούς οικονομικής σταθερότητας και της αξιοπιστίας των εμπορικών συμφωνιών.

Για δεκαετίες, η  σταθερότητα των κανόνων υπήρξε το συγκολλητικό υλικό της παγκόσμιας οικονομίας. Οι κανόνες παραμένουν πάντα αμετάβλητοι. Σήμερα είναι αυτή η παραδοχή που κλονίζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Με την αβεβαιότητα να αναδεικνύεται στο πιο σταθερό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0