Μόλις μία εβδομάδα μετά την ιστορική εμπορική συμφωνία με την Ε.Ε., η Ινδία έκλεισε ακόμη ένα μεγάλο ντιλ. Αυτή τη φορά με τον απαιτητικό Ντόναλντ Τραμπ, ύστερα από διελκυστίνδα μηνών για το θέμα των δασμών. Είναι μια συμφωνία που αναμφίβολα δίνει ισχυρότερη ώθηση στην αναδυόμενη ασιατική οικονομία να πετύχει τον στόχο της: να γίνει ο παγκόσμιος «αναπληρωματικός» στο γήπεδο του μεγάλου ντέρμπι Δύσης-Κίνας.
Οι λεπτομέρειες ακόμη αναζητούνται στα ψιλά του κειμένου και στις πανηγυρικές διακηρύξεις του Ντόναλντ Τραμπ και του Ινδού πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι, αλλά οι αναλυτές είναι βέβαιοι πως η διευθέτηση εκκρεμοτήτων ανάμεσα σε δύο τεράστιες σε μέγεθος οικονομίες μπορεί να σηματοδοτήσει μία από τις πιο καθοριστικές αλλά και περίπλοκες οικονομικές ανακατατάξεις της δεκαετίας.
Στον πυρήνα της η συμφωνία είναι απλή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μειώσουν τους δασμούς στα ινδικά προϊόντα στο 18% από το τιμωρητικό 50%, ενώ η Ινδία δεσμεύεται να μειώσει τα εμπορικά εμπόδια για τις αμερικανικές εισαγωγές, να αυξήσει την προμήθεια ενέργειας από τις ΗΠΑ και να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου. Ωστόσο, η συμφωνία δεν εξαντλείται στο διμερές εμπόριο. Αγγίζει ουσιαστικά όλη την αρχιτεκτονική των παγκόσμιων ενεργειακών ροών, των αλυσίδων εφοδιασμού, των γεωπολιτικών συμμαχιών.
Χαιρετίζοντας την «εκεχειρία»
Οι πρώτες αντιδράσεις στις αγορές ήταν θετικές. Οι μετοχές των μεγάλων ινδικών εταιρειών σημείωσαν άνοδο, οι αμερικανικοί δείκτες επίσης και οι επενδυτές χαιρέτισαν την «εκεχειρία». Με το διμερές εμπόριο να ξεπερνά ήδη τα 129 δισ. δολάρια ετησίως, οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών της Ινδίας την οποία το Νέο Δελχί δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει.
Οι σημαντικότερες οικονομικές επιπτώσεις της συμφωνίας αφορούν την ενέργεια. Η δέσμευση της ινδικής κυβέρνησης να προμηθευτεί ενέργεια από τις ΗΠΑ αξίας 500 δισ. δολ. μειώνοντας παράλληλα τις ρωσικές εισαγωγές σηματοδοτεί δυνητική αναδιάρθρωση των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αν τελικά υλοποιηθεί, θα ενισχύσει τις εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ, θα μειώσει τα έσοδα της Μόσχας από το πετρέλαιο και θα ενσωματώσει περαιτέρω την Ινδία σε ενεργειακά δίκτυα που είναι ευθυγραμμισμένα με τη Δύση. Θα εμβαθύνει, επίσης, την κεντρική θέση του δολαρίου στο ενεργειακό εμπόριο ενισχύοντας την οικονομική αρχιτεκτονική που στηρίζει επί δεκαετίες την αμερικανική ισχύ.
Συναλλακτική αντίληψη
Για την Ουάσιγκτον η συμφωνία αντιπροσωπεύει τόσο μια οικονομική νίκη όσο και έναν μοχλό γεωπολιτικής μόχλευσης. Οι ΗΠΑ έχουν δείξει την προθυμία τους να χρησιμοποιήσουν την πρόσβαση στην αγορά τους ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Αυτή η συναλλακτική προσέγγιση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη εξέλιξη στην εμπορική πολιτική της Ουάσιγκτον με εστίαση πλέον όχι στην ελεύθερη αγορά, αλλά στη αναδιαμόρφωση των αλυσίδων εφοδιασμού και των συμμαχιών που σχετίζονται με αυτές.
Πάντως, τα γεωπολιτικά οφέλη της συμφωνίας δεν είναι καθόλου εγγυημένα για την Αμερική. Αναλυτές και στις δύο χώρες περιγράφουν τη συμφωνία ως σταθεροποιητική αλλά όχι μετασχηματιστική. Η διμερής εμπιστοσύνη έχει πληγεί από τις αμερικανικές θέσεις για τη μετανάστευση, την τεχνολογία, τους μακροχρόνιους δεσμούς με τη Ρωσία. Ενώ η συμφωνία μπορεί να μειώσει τις άμεσες εντάσεις, δεν επιλύει βαθύτερα ζητήματα που σχετίζονται με τη στρατηγική ευθυγράμμιση της ινδικής υποηπείρου σε ένα από τα ανταγωνιζόμενα μπλοκ του σημερινού πολυπολικού κόσμου.
Αντισταθμιστική λογική
Η Ινδία, από την πλευρά της, έχει ενστερνιστεί την αντισταθμιστική λογική. Ακόμα και καθώς πλησιάζει οικονομικά την Ουάσιγκτον, το Νέο Δελχί συνεχίζει να καλλιεργεί σχέσεις με την Ευρώπη, τις χώρες του Περσικού και βέβαια με τη Ρωσία. Αυτή η πολυδιάστατη προσέγγιση αντανακλά τόσο τη διαχρονική στρατηγική αυτονομία όσο και τους εσωτερικούς πολιτικούς περιορισμούς. Το άνοιγμα ευαίσθητων τομέων όπως η γεωργία στον ανταγωνισμό των ΗΠΑ κινδυνεύει να πυροδοτήσει κοινωνική αναταραχή από τον τεράστιο αγροτικό πληθυσμό της Ινδίας, ενός τμήματος του εκλογικού σώματος που παραμένει πολιτικά καθοριστικό.
Για την παγκόσμια οικονομία η συμφωνία αναδεικνύει την καθοριστική τάση της δεκαετίας του 2020: τη συμπόρευση εμπορίου και γεωπολιτικής. Η πρόσβαση στην αγορά, οι ενεργειακές ροές, η τεχνολογική συνεργασία δεν είναι πλέον απλώς εμπορικά ζητήματα, είναι εργαλεία πολιτικο-διπλωματικής μόχλευσης. Το τελευταίο ντιλ ΗΠΑ-Ινδίας, με τον συνδυασμό δασμολογικής ελάφρυνσης και στρατηγικών όρων, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού του νέου τοπίου.
