Live τώρα    
Κοσμοδρόμιο / Ξαναχτίζοντας τον κόσμο «μετά την Αμερική»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κοσμοδρόμιο / Ξαναχτίζοντας τον κόσμο «μετά την Αμερική»

Η δεύτερη θητεία Τραμπ έχει αλλάξει άρδην δεδομένα και παραδοχές στον δυτικό κόσμο, και όχι μόνο. Για μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής εποχής, η αμερικανική ισχύς λειτουργούσε κάπως σαν τη βαρύτητα. Ήταν μια αόρατη δύναμη που επιδρούσε με καθοριστικό τρόπο στο διεθνές σύστημα και στη μεταψυχροπολεμική εποχή· κυριάρχησε απόλυτα έναντι οποιασδήποτε άλλης αντίρροπης. Με βραχίονα το Νατοϊκό οικοδόμημα και με αποκλειστικό αντιπρόσωπο ισχύος -πέραν της αμερικανικής ηπείρου- τον βορειοατλαντισμό έθετε την ατζέντα στον στρατηγικό προσανατολισμό της Δύσης και όριζε σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα την ιδεολογική αφήγηση, με κατευθυντήριες γραμμές τον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό, τα δημοκρατικά ιδεώδη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ελεύθερο εμπόριο, τον πολυμερισμό, την παγκοσμιότητα. Ήταν μια περίοδος αναμφίβολα στιγματισμένη από παρεμβατισμό, μονομέρεια, ωμή προβολή ισχύος, υποκρισία και μια λογική αυτόκλητου σωτήρα ή χωροφύλακα. Αντικειμενικά ωστόσο αυτή η εποχή προσέφερε την αίσθηση ότι η ιστορία έκλινε προς την προβλεψιμότητα. Αυτή η υπόθεση τώρα διαλύεται.

Η πιθανότητα οι ΗΠΑ να αποσυρθούν μερικώς από το ΝΑΤΟ και από τον ευρύτερο ρόλο τους ως ντε φάκτο ρυθμιστές της παγκόσμιας τάξης, δεν είναι πλέον θεωρητική. Έχει περάσει σε φάση δοκιμών, ρητορικά, στρατηγικά και ψυχολογικά μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Από την απερίφραστη υιοθέτηση πολιτικής σιδηράς πυγμής και τις επεκτατικές βλέψεις του στην Αρκτική ως μια ανοιχτά συναλλακτική προσέγγιση σε συμμαχίες και στρατηγικές συμπράξεις που κάποτε θεωρούνταν ιερές, οι συνέπειες γίνονται ήδη αισθητές.

Για πολλούς αναλυτές, αυτή η αμερικανική υποχώρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύο φαινομενικά αντιφατικά αποτελέσματα. Αφενός, μπορεί να επιταχύνει την άνοδο των λεγόμενων «μεσαίων δυνάμεων», δηλαδή χωρών αρκετά ισχυρών για να παίξουν ρόλο και να ασκήσουν επιρροή αλλά όχι για να κυριαρχήσουν - ωθώντας τες στην αναζήτηση μορφών σύμπραξης και αυτοεπιβεβαίωσης. Αφετέρου, μπορεί να παρακινήσει την Ευρώπη, που παραμένει εδώ και οκτώ δεκαετίες υπό την ομπρέλα προστασίας των ΗΠΑ, να ξανακοιτάξει με πιο αποφασιστική ματιά παλιές και άβολες ιδέες για έναν ευρωπαϊκό στρατό. Αυτές οι πιθανές εξελίξεις δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους· αποτυπώνουν δύο όψεις της ίδιας ιστορικής ρήξης.

Βολικός μύθος

Για δεκαετίες, η διατλαντική συμμαχία βασιζόταν σε έναν βολικό μύθο: Ότι η αμερικανική ηγεμονία ήταν ταυτόχρονα μόνιμη και καλοπροαίρετη. Ακόμα και όταν η Ουάσιγκτον «τροποποίησε» τους μεταπολεμικούς κανόνες που η ίδια συνέταξε για μια τάξη βασισμένη στο Δίκαιο και όχι στην ισχύ, επεμβαίνοντας στη Γουατεμάλα, την Ινδοκίνα, τη Χιλή, τη Γρενάδα, τον Παναμά, μετέπειτα στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, οι Ευρωπαίοι προσλάμβαναν σε μεγάλο βαθμό την ισχύ των ΗΠΑ ως πέπλο προστασίας· όχι ως δύναμη επιβολής. Το ΝΑΤΟ θεωρείτο μηχανισμός ασφάλειας· όχι έκθεσης σε κινδύνους.

Αυτή η ψευδαίσθηση έχει τώρα διαλυθεί. Οι ευθείες απειλές του Τραμπ με στόχο τα κυριαρχικά δικαιώματα της Δανίας στη Γροιλανδία, η δημόσια περιφρόνησή του για τους Ευρωπαίους συμμάχους της Αμερικής και η ρητή προθυμία της κυβέρνησής του να χρησιμοποιήσει δασμούς, κυρώσεις και ψυχολογική πίεση για να προωθήσει την ατζέντα της έχουν απομακρύνει κάθε εναπομείνασα αμφιβολία ή συναισθηματισμό και έχουν οδηγήσει σε μια απρόσμενη αφύπνιση. Όπως προειδοποίησε ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ στην ομιλία-ορόσημο που απηύθυνε από το βήμα του Φόρουμ του Νταβός, ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια φάση όπου «αν δεν είσαι στο τραπέζι (της διαπραγμάτευσης), είσαι στο μενού».

Αυτό που διαφοροποιεί την τρέχουσα συγκυρία από άλλες προηγούμενες περιόδους αμερικανικής μονομερούς δράσης δεν είναι ότι η Ουάσιγκτον ενεργεί εγωκεντρικά· αυτό έκανε πάντα. Είναι ότι τώρα λειτουργεί διεκδικητικά και απαιτητικά και προς τους δικούς της συμμάχους. Ευρωπαίοι και Καναδοί ανακαλύπτουν έκπληκτοι εκείνο που μεγάλο μέρος του παγκόσμιου Νότου γνωρίζει εδώ και καιρό: Ότι η αμερικανική ισχύς, χωρίς φρένο από θεσμικούς περιορισμούς, μπορεί να είναι αυθαίρετη και αμείλικτη.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση για μια πιθανή υποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ έχει λιγότερο σημασία από τυπικής άποψης και περισσότερο από ψυχολογικής. Μια πλήρης αμερικανική αποχώρηση, λογικά, παραμένει απίθανη. Μια μερική αποδέσμευση με μικρότερο στρατιωτικό αποτύπωμα, υπό όρους, εγγυήσεις και στρατηγική ασάφεια, όχι και τόσο. Όμως, στη γεωπολιτική δυναμική, η αβεβαιότητα είναι συχνά πιο αποσταθεροποιητική από την απουσία.

Το δίλημμα των «μεσαίων»

Πουθενά αλλού αυτή η αβεβαιότητα δεν γίνεται πιο έντονα αισθητή από ό,τι μεταξύ των μεσαίων δυνάμεων: Καναδάς, Αυστραλία, Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Βραζιλία και μεγάλο μέρος της ίδιας της Ευρώπης. Αυτό το «περιφερειακό» τμήμα του δυτικού κόσμου που αναπτύχθηκε και ενδυναμώθηκε εντός της μεταπολεμικής τάξης υπογεγραμμένη από την Αμερική, αντιλαμβάνεται τώρα ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στρατηγική του “Πρώτα η Αμερική” είναι δημοφιλής στη βάση των οπαδών του Τραμπ. Συμμερίζονται την άποψή του ότι ο ελεύθερος κόσμος εκμεταλλεύτηκε την αμερικανική γενναιοδωρία για πολύ καιρό. Και οι Ευρωπαίοι ηγέτες, συμφωνώντας να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, αποδέχθηκαν ουσιαστικά ότι ο Τραμπ είχε δίκιο, η ανισορροπία δεν ήταν πλέον δίκαιη ή βιώσιμη», υπογραμμίζει ο αναλυτής του BBC Άλαν Λιτλ.

Καθώς επιστρέφει ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας από τη μία, μεταξύ Ρωσίας-Ευρώπης από την άλλη, οι μεσαίες δυνάμεις αντιμετωπίζουν μια άβολη επιλογή: Είτε να στοιχηθούν πίσω από ένα από τα ανταγωνιζόμενα μπλοκ, διακινδυνεύοντας περαιτέρω την απώλεια της αυτονομίας τους, είτε να επιχειρήσουν συλλογική δράση συγκεντρώνοντας την επιρροή τους για να αντισταθμίσουν την υποχώρηση του προστατευτικού πλέγματος κανόνων.

Η ομιλία του Κάρνεϊ στο Νταβός αποτυπώνει αυτή την αφύπνιση. Θα μπορούσε να είναι ένα μανιφέστο. Σε έναν κόσμο που καθορίζεται και κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο από την ωμή ισχύ, οι μεσαίες δυνάμεις οφείλουν να δράσουν από κοινού, διαφορετικά κινδυνεύουν να «εξαφανιστούν» και αυτές. Δεν πρόκειται για ιδεαλισμό, αλλά για στρατηγική επιβίωσης.

Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε δυνητικά να αναδιαμορφώσει το παγκόσμιο γεωπολιτικό τοπίο και να επαναφέρει τη διπλωματία στην πρώτη γραμμή. Οι μεσαίες δυνάμεις θα μπορούσαν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους, να συντονίσουν την εμπορική άμυνά τους, να προστατεύσουν καλύτερα τα συμφέροντά τους από τους κραδασμούς. Δεν είναι δεδομένο πια ότι η Ουάσιγκτον θα είναι πάντα εκεί, στο πλευρό τους, ή ότι θα είναι πάντα δίκαιη μαζί τους.

Σχετικά με την Ευρώπη…

Ωστόσο, το τμήμα του δυτικού κόσμου που αντιμετωπίζει πιο έντονα από όλους την υπαρξιακή δοκιμασία της μετα-αμερικανικής τάξης είναι η Ευρώπη. Η ευημερία και η ασφάλειά της από το 1945 έχουν οικοδομηθεί πάνω σε μια συνειδητή παραίτηση - εκείνη της απόκτησης πλεονεκτήματος ισχύος και ηγεμονισμού. 

Η στρατιωτική εξάρτηση από τις ΗΠΑ ήταν μια ηθική και πολιτική επιλογή, απόρροια της πρόσφατης αιματοβαμμένης ευρωπαϊκής ιστορίας. Αυτή η επιλογή φαίνεται τώρα ότι βρίσκεται στον αέρα. Έχοντας μάλιστα να αντιμετωπίσει και τον «αφορισμό» του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, ο οποίος επέμεινε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να προστατευτεί μόνη της δίχως την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. «Το να πιστεύουν ορισμένοι το αντίθετο, είναι μια φαντασίωση» συμπλήρωσε χαρακτηριστικά. Για να γίνει αυτό είπε, θα χρειάζονταν οι αμυντικές δαπάνες της Ε.Ε. να φτάσουν στο 10% του ΑΕΠ, μια κλίμακα αδιανόητη για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Ίσως ο Ρούτε έχει δίκιο στους αριθμούς. Η Ευρώπη δεν διαθέτει στρατηγική ικανότητα αερομεταφοράς δυνάμεων, δεν έχει ολοκληρωμένες δομές διοίκησης, αντιπυραυλική άμυνα και, το πιο σημαντικό, ένα αξιόπιστο, δικό της, πυρηνικό αποτρεπτικό μέσο. Αυτή η «προειδοποίησή» του όμως αποκάλυψε το βάθος της ευρωπαϊκής ανησυχίας, ειδικά αν παρατηρήσει κάποιος την οργισμένη αντίδραση της Γαλλίας. Το Παρίσι υποστηρίζει εδώ και καιρό την «στρατηγική αυτονομία», έναν ευρωπαϊκό πυλώνα εντός του ΝΑΤΟ ικανό να ενεργεί ανεξάρτητα, εάν χρειαστεί. Υπό τη γαλλική οπτική, η στρατιωτική αδυναμία της Ευρώπης δεν είναι επιλογή, είναι πολιτική αστοχία. Το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο, ίσως το πιο απρόθυμο στην ιδέα ευρωπαϊκής αυτονόμησης, φαίνεται τώρα να αναθεωρεί τη στάση του, ειδικά καθώς η αξιοπιστία των ΗΠΑ τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Η ειρωνεία είναι ότι περισσότερο από οποιονδήποτε φεντεραλιστή των Βρυξελλών, ο Τραμπ έχει κάνει τα περισσότερα για να επαναφέρει στα μυαλά των Ευρωπαίων την ιδέα της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ολοκλήρωσης.

Επιστροφή του ευρωστρατού; 

Η συζήτηση για έναν «ευρωπαϊκό στρατό» έχει επανειλημμένα πέσει στο τραπέζι από τη δεκαετία του 1950 αλλά κάθε φορά «κολλάει» σε ανυπέρβλητα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, στρατηγικής συναντίληψης, εν γένει εμπιστοσύνης μεταξύ των εταίρων. Αυτά τα εμπόδια παραμένουν. Η Ευρώπη εξακολουθεί να μην έχει ενιαία αντίληψη απειλής, ένα ενιαίο πολιτικό κέντρο εξουσιοδότησης για πόλεμο ή ειρήνη, μια συμφωνία για την πυρηνική αποτροπή. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ε.Ε. μπορεί να συστήσει ενιαίο στρατό, είναι κατά πόσο θέλει βαθύτερη ολοκλήρωση.

Φαντάζει απίθανο -ακόμη και υπό το σενάριο μιας μεγαλύτερης αμερικανικής απόσυρσης- να σχηματιστεί ενοποιημένη ευρωπαϊκή δύναμη υπό μία σημαία και ένα κέντρο διοίκησης. Είναι όμως πολύ πιθανό, λένε οι αναλυτές, να οικοδομήσει κάτι όχι απολύτως συγκροτημένο αλλά αρκετά αποτελεσματικό: Ένα οικοσύστημα ολοκληρωμένων δυνατοτήτων βασισμένο στην κοινή επιμελητειακή υποστήριξη, στην κοινή αεροπορική και πυραυλική άμυνα, στην κοινή άμυνα στο Διάστημα και στον κυβερνοχώρο, παράλληλα με τη σύσταση ενός πολυεθνικού σώματος. Στην πράξη, μια ευρωπαϊκή αμυντική ένωση χωρίς όνομα.

Αυτό βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται κατακόρυφα. Ακόμη και η συζήτηση-ταμπού κάποτε για μια γαλλική πυρηνική ομπρέλα επανεμφανίζεται στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς κύκλους. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για μια ζωή με «λιγότερη Αμερική», αλλά πόσο γρήγορα μπορεί να το κάνει.

Η ιστορία έχει ακόμη συνέχεια. Αυτό που δεν φαίνεται να έχει είναι η «φιλελεύθερη τάξη». Ήταν περισσότερο ένα ιδεολόγημα πάρα ένα σύστημα - πόσο μάλλον ομότιμων παικτών. Οι κανόνες επιβάλλονταν επιλεκτικά, ο νόμος εφαρμοζόταν άνισα αλλά για την αμερικανο-κεντρική Δύση λειτουργούσε αρκετά καλά ώστε το σύνολο να φαντάζει παγκόσμιο και κυρίως νομιμοποιημένο.

Αυτό που θα το αντικαταστήσει ίσως, δεν θα είναι μια επιστροφή στον Μεσοπόλεμο την οποία διαβλέπουν πολλοί σήμερα. Θα βρίσκεται όμως σε… «ομοιοκαταληξία» με παλαιότερες εποχές ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Για τις μεσαίες δυνάμεις, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επιλέξουν μεταξύ σύμπραξης και περιθωριοποίησης. Για την Ευρώπη σημαίνει επιλογή μεταξύ στρατηγικής ενηλικίωσης και στρατηγικής εξάρτησης. Για την Αμερική σημαίνει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη μοίρα της: Εγκαταλείποντας τον ρόλο του διαχειριστή του συστήματος θα κερδίσει πρόσκαιρα, αλλά θα χάσει μακροπρόθεσμα.

Εμπορική συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας: Σύνδεσμος αντιστάθμισης σε ένα σύμπαν πυκνής αβεβαιότητας

Σε μια στιγμή που ο κόσμος αφήνει πίσω του βεβαιότητες δεκαετιών και η γεωπολιτική αρχιτεκτονική αναδιατάσσεται, η εμπορική συμφωνία Ινδίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης κάθε άλλο παρά ως αμιγώς οικονομική μπορεί να ιδωθεί. Έχοντας ήδη χαρακτηριστεί ιστορική, δεν είναι παρά μια κίνηση στρατηγικής τοποθέτησης και για τις δύο πλευρές εν μέσω κλιμακούμενης αβεβαιότητας, αντιπαλότητας και επικράτησης της αντισταθμιστικής λογικής.

Στον πυρήνα της αντικατοπτρίζει τη κοινή συνειδητοποίηση Βρυξελλών και Νέου Δελχί ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση είναι πια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γεωπολιτική δυναμική. Το εμπόριο δεν αφορά ανάπτυξη και οικονομικούς δείκτες. Έχει να κάνει με στρατηγική, μόχλευση, αυτονομία. Εμβαθύνοντας τους δεσμούς μεταξύ τους, δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου -στις οποίες αντιστοιχεί το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ- σηματοδοτούν την πρόθεσή τους να σπάσουν την εξάρτηση από οποιοδήποτε μεμονωμένο κέντρο ισχύος, ιδίως τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Για την Ευρώπη, το ντιλ αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειάς της να μετατρέψει το οικονομικό πλεονέκτημά της σε στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο. Νιώθοντας για καιρό άνετα στον ρόλο του «αποστόλου» της ρυθμιστικής τάξης και ασφαλής υπό τις μεταπολεμικές αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, η Ε.Ε. κάνει τώρα το ντεμπούτο της στον πραγματικό κόσμο. Η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ έχει γίνει πιο συναλλακτική, η οικονομική βαρύτητα της Κίνας πιο περιοριστική. Η ενίσχυση των δεσμών με την Ινδία επιτρέπει στην Ένωση να αντισταθμίσει τη βαρύτητα και των δύο, ενισχύοντας παράλληλα την εικόνα της ως αυτόνομου παράγοντα ισχύος και όχι ως κατώτερου εταίρου σε μια τάξη υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Ο υπολογισμός της Ινδίας είναι εξίσου στρατηγικός. Η συμφωνία επιτρέπει στο Νέο Δελχί να αποκτήσει πρόσβαση στις αλυσίδες εφοδιασμού προηγμένων αγορών, του παρέχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή τεχνολογία και τα κανονιστικά πρότυπα και μειώνει την ευπάθειά του σε γεωπολιτικούς κραδασμούς που προέρχονται από την Ουάσιγκτον ή το Πεκίνο. 

Το timing της συμφωνίας, αδιαμφισβήτητα, μεταφέρει μηνύματα. Στη Κίνα δείχνει ότι οι εναλλακτικές των αλυσίδων εφοδιασμού της δεν είναι μόνο επιθυμητές από τους άλλους αλλά και υπαρκτές. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπογραμμίζει ότι οι σύμμαχοι και εταίροι τους είναι τώρα πιο πρόθυμοι να επιδιώξουν οικονομική αυτονομία. Και στο ευρύτερο διεθνές σύστημα δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη κάποιοι που εξακολουθούν να δεσμεύονται στο ανοιχτό, ελεύθερο εμπόριο· αν και περισσότερο μέσω επιλεκτικών, διμερών ρυθμίσεων παρά καθολικών κανόνων.

Υπό αυτή την έννοια, η ινδο-ευρωπαϊκή εμπορική συμφωνία δεν σηματοδοτεί τόσο το τέλος του πολυμερισμού, όσο τη μετάλλαξή του. Η εποχή της αφελούς πίστης στην παγκόσμια, ενιαία διακυβέρνηση φτάνει στο τέλος της. Τη θέση της παίρνει σταδιακά και αθόρυβα μια δικτυωμένη τάξη επικαλυπτόμενων συνεργασιών, όπου η μακροβιότητα συχνά υπερισχύει της αποτελεσματικότητας, ενώ η στρατηγική μόχλευση έχει μεγαλύτερη σημασία από την ιδεολογική ευθυγράμμιση.

Εν κατακλείδι, το ντιλ Βρυξελλών-Δελχί είναι περισσότερο ένα γεωπολιτικό παρά οικονομικό γεγονός. Μια ακόμη ένδειξη προσαρμογής σε έναν κόσμο που μαθαίνει να ζει χωρίς ενιαίο κέντρο βάρους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0