Το σχέδιο Τραμπ για τη Μέση Ανατολή είναι φιλόδοξο και ανάλογα παρακινδυνευμένο. Προσβλέπει σε αναβίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στη περιοχή με επιλεκτικές κινήσεις που περιλαμβάνουν ανοικοδόμηση της Γάζας, μια συμφωνία «ανοχής» με το Ιράν και βέβαια την πολιτικο-διπλωματική πρόσδεση της μετα-Άσαντ Συρίας στο άρμα της Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, το σχέδιο δεν πηγαίνει καλά τελευταία. Η επίθεση κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο Αμερικανοί στρατιώτες στη Συρία πριν λίγες μέρες που αποδόθηκε στον ISIS, τα σαρωτικά αντίποινα που εξαπέλυσαν οι αμερικανικές δυνάμεις στη συνέχεια σε στόχους σε όλη τη χώρα και βέβαια το -εκτός μεγάλης δημοσιότητας- αδιέξοδο στις προσπάθειες Δαμασκού-Κούρδων-και Αμερικανών να καταλήξουν πριν το τέλος του χρόνου σε κάποια έστω πρόοδο για μια συμφωνία ένταξης των κουρδικών δυνάμεων στον συριακό στρατό, αποτελούν σοβαρές «αναποδιές».
Η αιφνίδια και φαινομενικά ανεξήγητη φυγή του Άσαντ από τη Δαμασκό πριν από έναν χρόνο ύστερα από μια προέλαση-αστραπή των ανταρτών τού τωρινού ντε φάκτο ισχυρού άνδρα της χώρας, του Αχμέντ αλ Σαράα, ενώ υποτίθεται η ένοπλη αντιπολίτευση είχε συντριβεί και το καθεστώς είχε εδραιώσει πάλι την εξουσία του, κυρίως όμως η απροσδόκητη απόσυρση της ρωσικής στρατιωτικής υποστήριξης, ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για τις ΗΠΑ. Την άδραξαν αμέσως σπεύδοντας να καλύψουν το κενό. Ήταν οι Αμερικανοί και ο Τραμπ που θα πρόσφεραν τώρα την υποστήριξή τους στο νέο καθεστώς.
Ακόμη και παρά το ότι ο αρχηγός του και η ένοπλη ομάδα πίσω από αυτόν είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί από την Ουάσιγκτον ως «τρομοκράτες». Όμως, μετά από έναν χρόνο κι ενώ ο αλ Σαράα έβγαλε τη στολή παραλλαγής, φόρεσε κοστούμι κι έγινε δεκτός στον Λευκό Οίκο από τον Τραμπ σε ένα ιστορικό ταξίδι του στην Ουάσιγκτον, το αμερικανικό σχέδιο για τη Συρία δεν φαίνεται να πηγαίνει κατ’ ευχήν.
Το νέο καθεστώς έχει αφήσει πίσω του τα στρατιωτικά προστάγματα και διακηρύσσει τη δέσμευσή του στο κράτος δικαίου και ισονομίας, χωρίς αποκλεισμούς, για καμία ομάδα που συνθέτει το εθνοτικό μωσαϊκό της Συρίας. Αλλά μέχρι στιγμής έχει δώσει ελάχιστες ενδείξεις για το μελλοντικό πολιτικό σύστημα που προκρίνει, όπως βέβαια και για τον τρόπο νομής της εξουσίας ανάμεσα στις εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες.
Το στοίχημα
Προτεραιότητα του αλ Σαράα είναι η ανασύσταση της κρατικής οντότητας της Συρίας· ουσιαστικά η επανένωση της διαλυμένης χώρας και η επανεκκίνηση της οικονομίας της. Είναι ένα τιτάνιο έργο. Προϋποθέτει τη διάλυση των ένοπλων πολιτοφυλακών και το ξήλωμα των «φέουδων» εξουσίας που έχουν δημιουργήσει, την πλήρη αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας παντού, την ανασύσταση του εθνικού στρατού και της αστυνομίας.
Η πρόκληση είναι εξαιρετικά μεγάλη στην πράξη για να τα καταφέρει η νέα ομάδα εξουσίας, παρά το ότι απολαμβάνει ισχυρής υποστήριξης όχι μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από καίριους περιφερειακούς παράγοντες της περιοχής: την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ. Οι πολιτοφυλακές, όπως εκείνες των Δρούζων ή των Κούρδων, αρνούνται να αφοπλιστούν, φοβούμενες ότι θα βρεθούν ανυπεράσπιστες στρατιωτικά, επομένως και πολιτικά, στον νέο εθνοτικό χάρτη που θα σχεδιαστεί.
Υπενθυμίζεται ότι η εύθραυστη ισορροπία διαταράχθηκε σοβαρά τον Μάρτιο όταν πολιτοφυλακές πιστές στο καθεστώς του Άσαντ επιτέθηκαν σε κυβερνητικά στρατεύματα, ουσιαστικά στο νέο καθεστώς. Η βία προκάλεσε οργή στη Δαμασκό.
Χωρίς τις θεσμικές δικλείδες ασφαλείας που έχουν προβλεφθεί και λειτουργούν σε μια ευνομούμενη χώρα αποτρέποντας διάχυση της βίας, ήταν επόμενο ότι θα ακολουθούσε κύμα αντιποίνων με εκατοντάδες αμάχους Αλεβίτες -την εθνοτική μειονότητα από την οποία καταγόταν ο Άσαντ- να πέφτουν νεκροί από επιθέσεις ένοπλων ισλαμιστών. Ήταν το πρώτο τεστ συνέπειας λόγων και έργων τού νέου καθεστώτος που όμως βαθμολογήθηκε… κάτω από τη βάση. Παρά τις διαβεβαιώσεις του αλ Σαράα για ανεκτικότητα και λογοδοσία, για κράτος δικαίου και πλουραλισμό, η στοχοποίηση των Αλεβιτών αναζωπύρωσε τους φόβους ότι το νέο καθεστώς δεν είναι αυτό που φαίνεται, ότι δεν έχει δείξει ακόμη τις πραγματικές προθέσεις του.
Εξάλλου, πριν από έναν χρόνο ο νέος ηγέτης είχε δεσμευτεί ότι θα έκλεινε τις «διαβόητες φυλακές» -όπως ο ίδιος τις είχε χαρακτηρίσει- του Μπασάρ αλ Άσαντ. Αλλά οι φυλακές και τα κέντρα κράτησης άνοιξαν πάλι. Σε εκτενή δημοσιογραφική έρευνά του δημοσιευμένη την περασμένη Τρίτη, το Reuters αναφέρει ότι οι φυλακές και τα κρατητήρια όπου κρατούνταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στη διάρκεια της διακυβέρνησης Άσαντ είναι πάλι γεμάτα με νέους κρατούμενους που έχουν συλληφθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας τον τελευταίο χρόνο, χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί επίσημα κατηγορίες. Το πρακτορείο συγκέντρωσε τα ονόματα τουλάχιστον 829 ατόμων που έχουν συλληφθεί για «λόγους ασφαλείας» μετά την πτώση του Άσαντ με βάση συνεντεύξεις και μαρτυρίες μελών των οικογενειών τους. Η έρευνα διαπίστωσε ακόμη ότι τουλάχιστον 28 φυλακές και κέντρα κράτησης από την εποχή του Άσαντ έχουν επαναλειτουργήσει τον τελευταίο χρόνο. Όταν ζητήθηκε να σχολιάσει τα ευρήματα της έρευνας, το υπουργείο Πληροφοριών της Συρίας υποστήριξε πως η ανάγκη να προσαχθούν στη δικαιοσύνη όσοι εμπλέκονται σε παράνομες πράξεις του καθεστώτος Άσαντ, εξηγεί πολλές από τις κρατήσεις αυτές.
Ενώνοντας τα σπασμένα κομμάτια
Οι ενδείξεις έχουν προκαλέσει ανησυχίες και προβληματισμό. Η σύγκρουση με τους Δρούζους, σχεδόν αμέσως μετά από εκείνη με τους Αλεβίτες στο διάστημα Απριλίου-Μαΐου ήρθε να προσθέσει περισσότερες αμφιβολίες για τον τρόπο που το νέο καθεστώς θέλει να ενώσει τα σπασμένα κομμάτια της Συρίας. Οι Δρούζοι είναι μια αραβική σέχτα με πληθυσμό περίπου ενός εκατομμυρίου. Είναι διασκορπισμένοι σε Συρία, Λίβανο και Ισραήλ. Στη νότια Συρία, στην επαρχία Σουάιντα, αποτελούν την πλειοψηφία. Στη διάρκεια του εμφυλίου, η κοινότητά τους βρέθηκε επανειλημμένως παγιδευμένη στα διασταυρούμενα πυρά του καθεστώτος Άσαντ από τη μία και της ένοπλης αντιπολίτευσης από την άλλη.
Οι Δρούζοι, όπως και οι άλλες εθνοτικές κοινότητες της Συρίας που έχουν εξοπλιστεί και διατηρούν πολιτοφυλακές, αρνούνται να αφοπλιστούν φοβούμενοι την επόμενη μέρα και την απώλεια της οιονεί αυτονομίας τους. Φυσικά παραμένουν πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στον αλ Σαράα και το ισλαμιστικό παρελθόν του, ενώ έχουν δυσαρεστηθεί τόσο από τον αποκλεισμό ηγετικών στελεχών τους από τον εθνικό διάλογο όσο και από την περιορισμένη εκπροσώπησή τους στη νέα κυβέρνηση, η οποία περιλαμβάνει μόνο έναν Δρούζο υπουργό.
Στη διαμάχη εμπλέκεται και το Ισραήλ χρησιμοποιώντας τη σχέση Δρούζων-Δαμασκού ως μέσο πολιτικοστρατιωτικής μόχλευσης. Εμφανίζεται ως αυτόκλητος προστάτης της κοινότητας καθώς η ως έναν βαθμό αρμονική συνύπαρξη των Ισραηλινών Δρούζων αλλά κι εκείνων του προσαρτημένου Γκολάν με το εβραϊκό στοιχείο και η ένταξή τους στην ισραηλινή κοινωνία προβάλλεται ως απόδειξη της ισραηλινής ανεκτικότητας.
Παρά τις ευλογίες του Τραμπ, ο αλ Σαράα είναι κόκκινο πανί για το Ισραήλ. Ο Νετανιάχου επιμένει ότι είναι ένας τζιχαντιστής κι έχει χαρακτηρίσει τη νότια Συρία «ζώνη απαγόρευσης» για τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις. Ο απροκάλυπτος ισραηλινός βομβαρδισμός κοντά στο συριακό προεδρικό μέγαρο στις 2 Μαΐου, την ώρα που οι συριακές δυνάμεις προσπαθούσαν να αφοπλίσουν τους Δρούζους, ερμηνεύτηκε ως σαφής προειδοποίηση προς το νέο καθεστώς ότι το Ισραήλ παρακολουθεί και είναι έτοιμο να πάρει τον λόγο…
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ένα ακόμη ανοιχτό -και ίσως το πλέον σοβαρό- ζήτημα στην προσπάθεια επανασυγκόλλησης της Συρίας, έχει εξελιχθεί σε αγκάθι τελευταία. Η ενσωμάτωση των Κούρδων, αρχικά σε στρατιωτικό και μετέπειτα σε πολιτικό επίπεδο, στη νέα υπόσταση της συριακής κυριαρχίας. Μπορεί για τις άλλες κοινότητες η ενσωμάτωση να συνεπάγεται μερικώς συγκυριακές ή πολιτικά συναλλακτικά διευθετήσεις, για τους Κούρδους όμως συνεπάγεται μακρόπνοο διακανονισμό στρατηγικού χαρακτήρα.
Καθώς η χρονιά φτάνει στο τέλος της, Αμερικανοί, Σύροι και Κούρδοι αξιωματούχοι προσπαθούν να διασώσουν το εγχείρημα που κάποτε θεωρείτο σημαντικό καθώς υπερβαίνει την εποχή Άσαντ: Την ενσωμάτωση των υπό κουρδική ηγεσία Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) -πιστών συμμάχων των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του ISIS- στον συριακό στρατό. Οι συζητήσεις έχουν επιταχυνθεί τις τελευταίες ημέρες παρά τη διάχυτη απογοήτευση για τις καθυστερήσεις, λένε συριακές, κουρδικές και δυτικές πηγές στο Reuters, με μερικές από αυτές να προειδοποιούν όμως ότι μια σημαντική πρόοδος είναι απίθανη.
Η προσωρινή συριακή κυβέρνηση απέστειλε την πρότασή της στους διοικητές των SDF που ελέγχουν πλήρως το βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Σε αυτήν η Δαμασκός δηλώνει έτοιμη να αναλάβει την αναδιοργάνωση των περίπου 50.000 Κούρδων μαχητών σε τρεις κύριες μεραρχίες και μικρότερες ταξιαρχίες, εφόσον οι Κούρδοι παραχωρήσουν μέρος της διοίκησής τους και ανοίξουν την περιοχή που ελέγχουν σε άλλες μονάδες του συριακού στρατού.
Η μεγάλη πρόκληση
Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί η Ουάσιγκτον, αφού κάλυψε το κενό της Ρωσίας, να αναδιαμορφώσει την πολιτική τάξη στη Συρία, αλλά αν μπορεί να εμποδίσει να γίνει χειρότερη η κατάσταση
Οι περισσότερες πηγές που έχουν γνώση του συριακού ζητήματος, λένε ανοιχτά πως όποια συμφωνία κι αν προκύψει θα απέχει πολύ από ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πλήρης ενσωμάτωση των SDF μέχρι το τέλος του έτους, όπως προβλέπεται στην ιστορική συμφωνία της 10ης Μαρτίου μεταξύ των δύο πλευρών. Πιθανή αποτυχία γεφύρωσης του βαθύτερου εναπομείναντος ρήγματος της Συρίας κινδυνεύει όχι μόνο να προκαλέσει μια ένοπλη αντιπαράθεση Κούρδων-Δαμασκού που θα μπορούσε να τινάξει τα πάντα στον αέρα, αλλά και μια ευθεία στρατιωτική ανάμειξη της γειτονικής Τουρκίας προκειμένου να καταφέρει τη «χαριστική βολή» στις SDF που επί χρόνια επιδιώκει, χαρακτηρίζοντάς τες «τρομοκρατική» οργάνωση. Η Άγκυρα βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής μετά την πτώση του Άσαντ ελπίζοντας ότι το νέο καθεστώς θα κατορθώσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να απορροφήσει τη στρατιωτική και πολιτική δυναμική του ισχυρού κουρδικού στοιχείου της Συρίας και κατ’ επέκταση να το αδρανοποιήσει καθώς θα επιχειρήσει να εδραιώσει την εξουσία και τον έλεγχό του σε όλη την επικράτεια.
Από την άλλη, με τη Ουάσιγκτον να έχει επενδύσει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο, στρατιωτική παρουσία και τοπικές συνέργειες στη Συρία προσδοκώντας σε ένα αποτέλεσμα ευνοϊκό για τα γεωπολιτικά συμφέροντά της και στην απαρχή ευρύτερης εξομάλυνσης με εξοβελισμό της επιρροής του Ιράν, η διαπίστωση ότι η μόχλευση «ξεφουσκώνει» γρηγορότερα από ό,τι μπορούν να τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα, την αναγκάζει να αναθεωρήσει την οπτική της.
Προσπαθώντας να κερδίσει το στοίχημα της Συρίας -και ευρύτερα της Μέσης Ανατολής- η αμερικανική εξωτερική πολιτική έρχεται μοιραία αντιμέτωπη με τις εγγενείς αδυναμίες της.
Αυτά που μπορεί να πετύχει είναι στην πραγματικότητα λίγα, τα εργαλεία που έχει στα χέρια της είναι αναποτελεσματικά και το κυριότερο, τα συμφέροντα των εταίρων της ευθυγραμμίζονται μόνο εν μέρει με τα δικά της. Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν μπορεί, αφού κάλυψε το κενό της Ρωσίας, να αναδιαμορφώσει την πολιτική τάξη στη Συρία, είναι αν μπορεί να εμποδίσει τα πράγματα από το να γίνουν χειρότερα.
Για τους ψύχραιμους παρατηρητές, η συμφωνία Κούρδων-Δαμασκού δεν ήταν παρά ένα ευχολόγιο. Οι συνθήκες που θρέφουν τη δυσπιστία και διατηρούν την απόκλιση από το ζητούμενο, παραμένουν. Η Δαμασκός επιμένει στο σχέδιο επιβολής κεντρικής διοίκησης και στη διάλυση των παράλληλων στρατιωτικών δομών. Οι SDF και οι Κούρδοι σημαδεμένοι από δεκαετίες πολέμου, καταστολής, καταπίεσης και προδοσίες θέλουν εγγυήσεις για πραγματική αυτονομία, για προστασία από την Τουρκία και φυσικά για διατήρηση της εσωτερικής συνοχής τους. Αυτές οι απαιτήσεις δεν είναι απλώς τεχνικής φύσης, αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της ταυτότητας του συριακού κράτους και το ποιος το ελέγχει.

Ο ρόλος της Ουάσιγκτον μοιάζει με ταχυδακτυλουργού. Θέλει να είναι ο μεσολαβητής, ο εγγυητής αλλά και το… χρονόμετρο. Αμερικανοί αξιωματούχοι επιμένουν να πιέζουν και τις δύο πλευρές να κάνουν βήματα -να σχηματίσουν κοινές επιτροπές, να προχωρήσουν σε συμβολικές παραδόσεις συνοριακών περασμάτων ή πετρελαϊκών εγκαταστάσεων- προκειμένου να επιδείξουν την προθυμία τους για συμφωνία πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Ωστόσο, ακόμη και μια μερική συμφωνία δεν θα είναι κάτι άλλο από ένα προσωπείο που θα καλύπτει την ελάχιστη έως μηδαμινή εμπιστοσύνη που υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών. Η συριακή κυβέρνηση θεωρεί τις SDF ως ένα προσωρινό πρόβλημα που πρέπει να απορροφηθεί ή να εξουδετερωθεί και οι Κούρδοι βλέπουν τη Δαμασκό ως έναν υπαρξιακό κίνδυνο που πρέπει να διαχειριστούν, όχι να προσεταιριστούν…
Η συμφωνία ενσωμάτωσης είναι λιγότερο ένας οδικός χάρτης και περισσότερο ένα μοτίβο αναμονής σχεδιασμένο για να διαχειριστεί το αδιέξοδο, όχι για να οδηγήσει σε πρόοδο. Η επιρροή των ΗΠΑ έχει περιορισμένες δυνατότητες και μικρή εμβέλεια, βασίζεται στη συνεχή διπλωματική μόχλευση, τη συνεχή οικονομική υποστήριξη και την έμμεση υπόσχεση προστασίας, όμως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι εγγυημένο ότι θα έχει διάρκεια.
Το «πείραμα» της Συρίας σηματοδοτεί για την τρέχουσα αμερικανική εξωτερική πολιτική περισσότερο μια άσκηση διαχείρισης ζημιάς παρά ένα success story. Η Ουάσιγκτον δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει το μέλλον της πολύπαθης χώρας· απλά προσπαθεί να μπλοκάρει ένα νέο άνοιγμα του φαύλου κύκλου της βίας που θα οδηγούσε αυτή τη φορά σε χειρότερο χάος και σε πολύ πιο επικίνδυνες καταστάσεις. Μια όπως όπως συμφωνία έως το τέλος του χρόνου για να σωθούν τα προσχήματα και να αναπτερωθούν οι ελπίδες δεν αποκλείεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα θα έχουν λυθεί. Σε μια διεθνή συγκυρία με πολλά ανοιχτά μέτωπα παντού, με διευθετήσεις που συζητούνται αλλά δεν επιτυγχάνονται, με τη λογική μηδενικού αθροίσματος να είναι στα φόρτε της, οι Ηνωμένες Πολιτείες σε ρόλο ταχυδακτυλουργού στη Μέση Ανατολή μπορεί να αποτρέψουν έναν τοπικό «Τιτανικό» αλλά δεν θα έχουν αποφύγει οριστικά το παγόβουνο…