Live τώρα    
New York Times / Έτσι έγινε πλούσιος ο Επστάιν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

New York Times / Έτσι έγινε πλούσιος ο Επστάιν

ΤΡΑΜΠ
WILL OLIVER / POOL/epa
ΑΝΑΛΥΣΗ

Με το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης να δίνει στη δημοσιότητα χιλιάδες -εκτενώς επεξεργασμένα, σύμφωνα με το Reuters- έγγραφα από τον διαβόητο φάκελο του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν τα οποία περιείχαν ελάχιστες "παραπομπές" στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αλλά περιλάμβαναν εκτενείς αναφορές στον Δημοκρατικό πρώην πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, το πολιτικό θερμόμετρο στην Ουάσιγκτον αρχίζει πάλι ν’ ανεβαίνει.

Η απουσία αναφορών στον Τραμπ ήταν αξιοσημείωτη, επισημαίνει το πρακτορείο, δεδομένου ότι οι σχετικές φωτογραφίες και τα έγγραφα έχουν ήδη δημοσιευθεί από την εποχή που ο Επστάιν βρέθηκε νεκρός στο κελί του, το 2019, κι ο θάνατός του αποδόθηκε σε “αυτοκτονία”.

Για παράδειγμα, το όνομα του Τραμπ εμφανίζεται σε μια λίστα επιβατών του ιδιωτικού τζετ του χρηματιστή η οποία περιλαμβάνονταν και σε μια πρώτη παρτίδα εγγράφων που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο.

Ο Τραμπ έδωσε εντολή τον περασμένο μήνα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει τους δεσμούς του Κλίντον με τον Έπσταϊν, σε μια κίνηση που οι πολιτικοί αντίπαλοί του μεγιστάνα προέδρου είδαν ως προσπάθεια να μετατοπίσει την προσοχή από τη δική του σχέση, σ’ εκείνη του Κλίντον. Ο αναπληρωτής επικεφαλής του γραφείου του Κλίντον Έιντζελ Ουρένα, είπε ότι ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να «προστατευθεί» από τον έλεγχο εστιάζοντας στον πρώην πρόεδρο. «Μπορούν να δημοσιεύσουν όσες κιτρινισμένες φωτογραφίες άνω των 20 ετών θέλουν αλλά αυτό δεν αφορά τον Μπιλ Κλίντον», έγραψε σε ανάρτησή του.

Τον περασμένο μήνα, οι Δημοκρατικοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων έδωσαν στη δημοσιότητα χιλιάδες emails του Έπσταϊν, συμπεριλαμβανομένου ενός στο οποίο ο χρηματιστής έγραφε ότι ο Τραμπ «ήξερε για τα κορίτσια», χωρίς ωστόσο η φράση αυτή να συνδέεται με κάτι συγκεκριμένο. Απαντώντας, ο Τραμπ κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι καλλιεργούν και προωθούν την «απάτη με τον Έπσταϊν» ως αντιπερισπασμό.

Με τη πολιτική διελκυστίνδα να γίνεται λυσσαλέα, οι New York Times επιχειρούν με μια εκτεταμένη, εις βάθος και τεκμηριωμένη από στοιχεία και συνεντεύξεις ανθρώπων που γνώριζαν ή συνεργάστηκαν με τον χρηματιστή, δημοσιογραφική έρευνά τους, να απαντήσουν στο πιο καίριο ίσως ερώτημα που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα: Πως απέκτησε την τεράστια περιουσία του ο Επστάιν. 

Η ανεξήγητη αναρρίχηση 

Για δεκαετίες, ο πλούτος του φαινόταν ανεξήγητος, σημειώνει η εφημερίδα. Ένας άγνωστος τύπος από το Μπρούκλιν, προερχόμενος από οικογένεια της εργατικής τάξης, ο οποίος παράτησε το κολέγιο και δεν είχε καμία ακαδημαϊκή κατάρτιση για τα οικονομικά, κατόρθωσε να γίνει μέλος της ελίτ του χρήματος, της πολιτικής και της υψηλής κοινωνίας της Αμερικής, αποκτώντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και καλλιεργώντας σχέσεις με μερικούς από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στον κόσμο. 

Κι ενώ τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του που σημαδεύτηκαν από την καταδίκη του για εμπορία ανθρώπων και σεξουαλική κακοποίηση έχουν διερευνηθεί ενδελεχώς, η προέλευση της περιουσίας του παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστη.

Η δημοσιογραφική έρευνα της έγκυρης εφημερίδας, βασισμένη σε συνεντεύξεις, ιδιωτικά αρχεία και αδημοσίευτα ως τώρα έγγραφα, προσφέρει μια πιο καθαρή εικόνα ως απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Ο Έπσταϊν δεν ήταν το παιδί-θαύμα των χρηματοοικονομικών, ή αντίθετα κάποιος πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών όπως τον θέλουν οι θεωρίες συνομωσίας. Ήταν, από την αρχή της καριέρας του, ένας αμείλικτα χειριστικός χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που έλεγε ψέματα εύκολα, εκμεταλλευόταν θεσμικές αδυναμίες και επανειλημμένα διέφευγε τις συνέπειες καθώς ανέβαινε σκαλί-σκαλί την οικονομική και κοινωνική ιεραρχία της Αμερικής.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η άνοδος του τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 1976 όταν ακόμη ήταν ένας άγνωστος 23χρονος καθηγητής μαθηματικών και φυσικής, πολύ δημοφιλής ωστόσο μεταξύ των μαθητών του, στο κορυφαίο ιδιωτικό σχολείο “Ντάλτον” του Μανχάταν. Σε μια κοινωνική εκδήλωση εκείνες τις μέρες γνωρίστηκε μέσω ενός γονέα με τον Έις Γκρίνμπεργκ, ένα ανώτερο στέλεχος της χρηματιστηριακής εταιρείας Bear Stearns. 

Γνωστός για την προτίμησή του στις αντισυμβατικές περσόνες, ο Γκρίνμπεργκ εντυπωσιάστηκε αμέσως από την νεανική εμφάνιση, την αυτοπεποίθηση και την δίψα του Επστάιν για επιτυχία. Παρά την έλλειψη οποιαδήποτε εμπειρίας εκ μέρους του στα χρηματο-οικονομικά και παρά το γεγονός ότι, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, οι τίτλοι σπουδών που ανέφερε στο βιογραφικό του δεν είχαν αποκτηθεί ποτέ, η Bear Stearns τον προσέλαβε. Αυτή ήταν η πρώτη από τις πολλές δεύτερες ευκαιρίες που είχε στη ζωή του ο Επστάιν, γράφουν χαρακτηριστικά οι ΝΥΤ.

Αριστοτέχνης της πειθούς

Στην θέση του στην Bear Stearns, ο Επστάιν αποδείχθηκε λιγότερο γνώστης των αγορών και περισσότερο γνώστης της πειθούς. Καλλιέργησε σχέσεις με ανώτερα στελέχη, συμπεριλαμβανομένου του Τζίμι Κέιν ο οποίος αργότερα θα αναλάμβανε την διεύθυνση της εταιρείας. Δημιούργησε επίσης δεσμό με τη κόρη του Γκρίνμπεργκ, μια σχέση που του παρείχε άτυπη προστασία εντός της εταιρείας. Όταν το τμήμα ανθρώπινων πόρων ανακάλυψε τελικά το κατασκευασμένο βιογραφικό του, τα ανώτερα στελέχη τον επέπληξαν όμως του επέτρεψαν να παραμείνει.

Τα επόμενα χρόνια η αναρρίχησή του στην εταιρική ιεραρχία ήταν θεαματική. Μέχρι το 1980, είχε ανακηρυχθεί ετερόρρυθμος εταίρος κερδίζοντας το ισοδύναμο των άνω των 800.000 δολαρίων ετησίως. Στην πορεία όμως οι συνάδελφοί του παρατήρησαν ανησυχητικές ενδείξεις στη συμπεριφορά του: Κατάχρηση λογαριασμών εξόδων, παρακινδυνευμένα δάνεια και φήμες ότι διοχέτευε μετοχές-φιλέτα αρχικής δημόσιας προσφοράς-προφανώς σε χαμηλή τιμή για να προσελκύσουν αγοραστές- σε φίλες του. Όταν η Bear Stearns διερεύνησε τελικά την υπόθεση, ο Έπσταϊν επέλεξε να παραιτηθεί παρά να δεχτεί την απομάκρυνσή του. Όμως αντί αυτή η δυσμενής εξέλιξη να τερματίσει την καριέρα του, στην πραγματικότητα της έδωσε ώθηση!

Το επόμενο διάστημα ο Έπσταϊν αξιοποίησε τις διασυνδέσεις του με την Bear Stearns για να παρουσιαστεί ως ένας εξεζητημένος επιχειρηματίας της Wall Street. Πρώην συνάδελφοί του τον σύστησαν σε πιθανούς πελάτες, μερικοί από τους οποίους του εμπιστεύτηκαν μεγάλα ποσά προς διαχείριση. Ένας από αυτούς, ο Μάικλ Στρολ, επένδυσε σχεδόν μισό εκατομμύριο δολάρια σε ένα υποτιθέμενο πετρελαϊκό ντιλ. Τα περισσότερα από τα χρήματα αυτά εξαφανίστηκαν, σύμφωνα με το ρεπορτάζ. “Ο Έπσταϊν απέφυγε την ευθύνη επικαλούμενος τεχνικούς λόγους, αλλά το επεισόδιο αυτό σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στην καριέρα του: Το πέρασμα από την παραβίαση των κανόνων στην απόλυτη εξαπάτηση”, γράφει η εφημερίδα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, θα αποκτήσει πλούσιους προστάτες στη Βρετανία, συμπεριλαμβανομένου του Ντάγκλας Λις, ενός εργολάβου του υπουργείου άμυνας που τον σύστησε σε κύκλους της ελίτ και τον προσέλαβε ως σύμβουλό του. Αυτή η σχέση τερματίστηκε άδοξα όταν ο Λις κατηγόρησε τον Έπσταϊν για κατάχρηση του λογαριασμού εξόδων του. Παρόμοια μοτίβα προσέγγισης και αποχώρησης- γοητεία, συνεργασία, εκμετάλλευση, ρήξη- ακολουθούσαν τον Έπσταϊν όπου κι αν πήγαινε. 

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, είχε αρχίσει να παρουσιάζεται ως «κυνηγός κεφαλών» που εντόπιζε χαμένα ή κρυμμένα περιουσιακά στοιχεία. Σε μια ιδιαίτερη περίπτωση, βοήθησε πλούσιες ισπανικές οικογένειες να ανακτήσουν κεφάλαια τους που είχαν δεσμευτεί κατά την κατάρρευση της Drysdale Securities, κερδίζοντας σημαντικές προμήθειες. 

Η Drysdale Securities, συγκεκριμένα η θυγατρική της Drysdale Government Securities βρέθηκε στο επίκεντρο ενός μεγάλου οικονομικού σκανδάλου το 1982 που σχεδόν παρέλυσε την αγορά κρατικών τίτλων των ΗΠΑ. “Είτε μέσω γνήσιας δεξιοτεχνίας είτε μέσω καιροσκοπικής μπλόφας, ο Έπσταϊν είχε πλέον αυτό που αναζητούσε: Χρήμα, φήμη, ελευθερία”, γράφουν οι ΝΥΤ.

Τόλμη και γοητεία

Παράλληλα με την άνοδο του στον κόσμο του χρήματος μεγάλωνε επίσης η φήμη του ως γόη. Ήταν γνωστό ότι περιβαλλόταν από νεαρές όμορφες γυναίκες πολλές από τις οποίες τον βοήθησαν να προσεγγίσει πελάτες και να αποκτήσει πρόσβαση σε ιδρύματα. Πρώην υπάλληλοι της Bear Stearns δήλωσαν ότι ενθαρρύνονταν εντός της εταιρείας να αναπτύξουν κοινωνικές σχέσεις με τον Επστάιν. Κάποιες επίσης έκαναν αναφορές σε σχέσεις που θόλωναν τα προσωπικά και επαγγελματικά όρια.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Έπσταϊν είχε γραφεία σε μερικές από τις πιο ακριβές περιοχές του Μανχάταν και συμμετείχε σε ολοένα και πιο επιθετικά οικονομικά εγχειρήματα. Συνεργάστηκε στενά με τον Στίβεν Χόφενμπεργκ, του οποίου η εταιρεία, η Towers Financial, αργότερα κατέρρευσε ως ένα από τα μεγαλύτερα σχήματα “Πόντσι” της εποχής της. Ο Χόφενμπεργκ ισχυρίστηκε ότι ο Έπσταϊν ήταν βαθιά μπλεγμένος, ο ίδιος το αρνήθηκε. 

Ο πλούτος του αυξάνονταν από τα παιχνίδια στη Wall Street. Σ’ ένα από αυτά, συνέβαλε στη δημιουργία μιας κερδοσκοπικής φούσκας της μετοχής της Pennwalt Corporation δελεάζοντας τους επενδυτές με υποσχέσεις για εξαγορά της εταιρείας, τα οποία όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Μέχρι το τέλος του 1988, τα αρχεία δείχνουν ότι η περιουσία του Επστάιν έφτανε περίπου στα 15 εκατομμύρια δολάρια.

Ωστόσο, μια σχέση που αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν εκείνη που μετέτρεψε τον Έπσταϊν από εκατομμυριούχο σε πλουτοκράτη: Η συνεργασία του με τον Λέσλι Γουέξνερ, τον δισεκατομμυριούχο ιδρυτή της διάσημης μάρκας γυναικείων εσωρούχων Victoria's Secret. Ο Επστάιν τον προσέγγισε μέσω ενός κοινού γνωστού και κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη του παρά τις προειδοποιήσεις των επί χρόνια συμβούλων του δισεκατομμυριούχου να είναι προσεκτικός. Ένας από αυτούς, ο Χάρολντ Λέβιν, είπε ανοιχτά στον Γουέξνερ ότι ο Επστάιν “μυρίζει σαν αρουραίος” και ότι “δεν τον εμπιστεύομαι”.

Παρ’ όλα αυτά, ο Γουέξνερ παραχώρησε στον Έπσταϊν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην διαχείριση της τεράστιας περιουσίας του. Μετά από αυτό το ντιλ, ο Έπσταϊν άρχισε να αποκτά πανάκριβα ακίνητα στο Μανχάταν, το Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, ένα ιδιωτικό νησί στις Παρθένες Νήσους και έναν στόλο ιδιωτικών αεροσκαφών. Ο Έπσταϊν απέκτησε νέο “αέρα” εκπροσωπώντας τον δισεκατομμυριούχο ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισε να παριστάνει και τον ανιχνευτή ταλέντων για την Victoria's Secret.

Υπενθυμίζεται ότι το 2019 ο Λέσλι Γουέξνερ είχε κατηγορήσει τον Έπσταϊν για υπεξαίρεση «τεράστιων ποσών» της προσωπικής περιουσίας του στο διάστημα των 15 χρόνων που ήταν προσωπικός οικονομικός σύμβουλός του. Ωστόσο, απαντώντας αργότερα σε ερωτήσεις του ABC News, εκπρόσωπος του δισεκατομμυριούχου όχι μόνο αρνήθηκε να διευκρινίσει το ποσό των χρημάτων που φέρεται να υπεξαίρεσε ο Επστάιν αλλά αρνήθηκε επίσης να σχολιάσει κι αν η φερόμενη υπεξαίρεση καταγγέλθηκε ποτέ στις αρχές.

Ο ίδιος ο Γουέξνερ αρνήθηκε να μιλήσει στους ΝΥΤ στο πλαίσιο το ρεπορτάζ. Η εφημερίδα σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «το μεγαλύτερο μυστήριο είναι τι ακριβώς αποκόμισε ο δισεκατομμυριούχος από τη σχέση του με τον Έπσταϊν».

Ήταν πάντως φανερό τι αποκόμισε ο δεύτερος. Με την υποστήριξη του Γουέξνερ, ο Έπσταϊν απέκτησε πρόσβαση στο κατεστημένο και την εξουσία. Έγινε μέλος διοικητικών συμβουλίων έγκριτων οργανισμών, έκανε δωρεές σε πανεπιστήμια και καλλιέργησε σχέσεις με πολιτικούς, δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς. Έγινε τακτικός επισκέπτης στον Λευκό Οίκο επί προεδρίας Κλίντον και δημιούργησε σχέσεις με προσωπικότητες όπως ο Άλαν Ντέρσοβιτς και μέλη της οικογένειας Ροκφέλερ.

Η αρχή του τέλους

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η κοινωνική θέση και η οικονομική δύναμη του Έπσταϊν είχαν εδραιωθεί. Περίπου την ίδια εποχή, άρχισαν να γίνονται οι πρώτες καταγγελίες ότι διακινεί έφηβα κορίτσια και νεαρές γυναίκες, πράξεις που διευκολύνονταν από τον πλούτο του, την ισχύ του και το δίκτυο των συνεργατών του. Η Γκισλέιν Μάξγουελ, την οποία γνώρισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έγινε η στενότερη συνεργάτιδά του και αργότερα καταδικάστηκε για τον ρόλο της στην επιχείρηση διακίνησης.

Ακόμα και καθώς οι κατηγορίες εις βάρος του άρχισαν να συσσωρεύονται, το σύστημα συνέχισε να ενισχύει την εικόνα του ως ανθρώπου υπεράνω υποψίας. Οι τράπεζες του παρείχαν τις υπηρεσίες τους, οι κυβερνήσεις του χορηγούσαν φορολογικές ελαφρύνσεις και  επιδραστικές προσωπικότητες εγγυόταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. 

Το 1999, ο Έπσταϊν εξασφάλισε μια επικερδή φορολογική συμφωνία στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους αφού παρουσίασε τον εαυτό του ως παράγοντα του κόσμου της φιλανθρωπίας.

Σήμερα, κοιτώντας πίσω στο χρόνο, συνεργάτες και πρώην συνάδελφοι του, εκφράζουν τη λύπη τους για το ότι δεν τον σταμάτησαν όταν έπρεπε. Ένας από αυτούς, ο Μάικλ Τενενμπάουμ, στέλεχος της Bear Stearns και διευθυντής στο τμήμα που αρχικά είχε προσληφθεί ο Επστάιν, είπε απολογητικά στους ΝΥΤ ότι έχει μετανιώσει που δεν έβαλε τέλος στην καριέρα του όταν είχε την ευκαιρία. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι δημιουργούσα ένα από τα τέρατα της Wall Street», είπε χαρακτηριστικά.

Κοιτάζοντας εκ των υστέρων το “πορτρέτο” του Επστάιν, που δεν είναι βέβαια εκείνο μιας ιδιοφυίας των οικονομικών αλλά ενός ανθρώπου που εκμεταλλεύτηκε επανειλημμένα την εμπιστοσύνη των άλλων, απέφυγε την λογοδοσία και επωφελήθηκε από τον πλούτο και την εξουσία, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει και το “φόντο”: Ένα σύστημα που συχνά-πυκνά επιλέγει να κάνει τα στραβά μάτια σε όλους εκείνους που το συντηρούν.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0