Η κινητικότητα γύρω από το πολυδιαφημισμένο σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα κλιμακώνεται, με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες να προετοιμάζονται εντατικά για τη λεγόμενη «δεύτερη φάση». Μάλιστα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει προαναγγείλει την έναρξη της εφαρμογής της λίγο πριν από τα Χριστούγεννα.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται επίσης βέβαιος ότι το επόμενο στάδιο θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή μέσα στις επόμενες εβδομάδες, ενώ ανακοίνωσε πως θα μεταβεί στις ΗΠΑ προς τα τέλη του μήνα για να συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Στόχος είναι να οριστικοποιηθούν κρίσιμες παράμετροι του σχεδίου σε μια συνάντηση που αναμένεται να αποκαλύψει το αν ο πόλεμος συνεχίζεται με άλλη μορφή ή αν υπάρχει πραγματική βούληση να διαμορφωθεί μια νέα πραγματικότητα έπειτα από δύο χρόνια καταστροφής και γενοκτονίας.
Από αυτή την άποψη, η δεύτερη φάση αναμένεται να αποδειχθεί το πιο καθοριστικό στάδιο του σχεδίου Τραμπ. Η Ουάσιγκτον, έχοντας πλέον αναλάβει την «εντολή» του Συμβουλίου Ασφαλείας που νομιμοποίησε το σχέδιο Τραμπ, καλείται τώρα να συγκροτήσει ένα πολυεπίπεδο σχήμα διακυβέρνησης, στο οποίο οι Παλαιστίνιοι θα έχουν απλώς διακοσμητικό ρόλο.
Σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις, οι ΗΠΑ επεξεργάζονται ένα μοντέλο που θα επιτρέψει την ομαλή μετάβαση από την κατάπαυση του πυρός σε ένα μονιμότερο περιβάλλον ασφάλειας, που κρίνεται απαραίτητο για κάποιο είδος επιστροφής στην ομαλότητα. Όσο είναι δυνατόν βέβαια να γίνει κάτι τέτοιο σε μια περιοχή όπου 9 στα 10 κτήρια έχουν καταστραφεί και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι πρόσφυγες έχουν καταφύγει σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς.
Η συγκρότηση της πολυεθνούς δύναμης
Η διεθνής δύναμη σταθεροποίησης που προβλέπει το σχέδιο έχει ως αποστολή την επιβολή της δημόσιας τάξης, την προστασία ανθρωπιστικών εγκαταστάσεων, τη φύλαξη βασικών υποδομών, καθώς και τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης εισόδου ανθρωπιστικής βοήθειας.
Παρότι το αμερικανικό πλάνο προτάσσει μια πολυεθνική σύνθεση με χώρες που θεωρούνται πολιτικά αποδεκτές και από τις δύο πλευρές, παραμένει ακόμη αβέβαιο ποιες κυβερνήσεις θα δεχτούν να συνεισφέρουν προσωπικό ή αστυνομικές/στρατιωτικές μονάδες.
Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον αποφεύγει να συμπεριλάβει δυνάμεις μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων ώστε η αποστολή να μην εκληφθεί ως νέα δύναμη κατοχής. Γι’ αυτό άλλωστε ανάμεσα στις χώρες που προσεγγίζονται περιλαμβάνονται η Ινδονησία και το Αζερμπαϊτζάν. Παρ’ όλα αυτά, οι δυσκολίες παραμένουν και ο πάντα υπαρκτός κίνδυνος αναζωπύρωσης της βίας περιπλέκει ακόμα περισσότερο τις συζητήσεις.
Η ανάγκη αυτής της δύναμης συνδέεται άμεσα με το ζήτημα του αφοπλισμού της Χαμάς, που βρίσκεται στον πυρήνα της δεύτερης φάσης. Το Ισραήλ επιμένει πως καμία πολιτική λύση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τον πλήρη αφοπλισμό της οργάνωσης.
Αντίθετα, η Χαμάς κατηγορεί το Ισραήλ για «συστηματικές παραβιάσεις» της εκεχειρίας (που έχουν προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 350 Παλαιστινίων από την έναρξή της) και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί όρους που υπονομεύουν την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση.
Ο Μπλερ αποχαιρετά το «συμβούλιο ειρήνης»
Την ίδια στιγμή, μια εξέλιξη που έφερε νέα δεδομένα στο πολιτικό σκέλος του σχεδίου ήταν η απομάκρυνση -ή, όπως αναφέρουν κάποιες πηγές, η «αθόρυβη απόσυρση»- του Τόνι Μπλερ από το προτεινόμενο «συμβούλιο ειρήνης» που είχε εξαγγείλει ο Τραμπ.
Το όνομα του πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας ήταν το μοναδικό που είχε γίνει γνωστό από τη λίστα του Τραμπ για το «συμβούλιο ειρήνης» που, με βάση το σχέδιο, θα επιβλέπει τη διαδικασία μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και πολιτικής μετάβασης στη Γάζα. Ο Μπλερ είχε, μάλιστα, επαινέσει το σχέδιο χαρακτηρίζοντάς το «τολμηρό και έξυπνο», με τον Αμερικανό Πρόεδρο να τον χαρακτηρίζει «εξαιρετική επιλογή» για τη θέση.
Ωστόσο, η υποψηφιότητα Μπλερ φαίνεται ότι προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε αρκετές αραβικές και μουσουλμανικές χώρες όπου το όνομά του παραμένει ακόμα άρρηκτα συνδεδεμένο με την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και τις βαθιές πληγές που άνοιξε σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Για αρκετές κυβερνήσεις η συμμετοχή του θα έδινε υπερβολικά «αποικιοκρατικό χρώμα» και θα υπονόμευε από την πρώτη στιγμή τη νομιμοποίηση οποιουδήποτε οργάνου αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της ρημαγμένης περιοχής. Η αντίδραση φαίνεται να ήταν τόσο έντονη ώστε να κάμψουν την επιμονή της Ουάσιγκτον, η οποία υποχρεώθηκε να κάνει πίσω τελικά προκειμένου να μην κλονιστεί η συμμαχία με τις αραβικές και μουσουλμανικές χώρες που κατόρθωσε να συγκροτήσει τον Σεπτέμβριο.
Η απομάκρυνση του Μπλερ δεν αποτελεί απλώς περιπλοκή αλλά ένδειξη των βαθύτερων εντάσεων που περιβάλλουν το σχέδιο Τραμπ. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι κάθε διεθνές σχήμα διακυβέρνησης στη Γάζα θα χρειαστεί να γίνει αποδεκτό από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους, αλλά και από τις αραβικές χώρες που έχουν παίξει μέχρι στιγμής κομβικό ρόλο στη σταθεροποίηση, κυρίως την Αίγυπτο, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία. Η επιλογή προσώπων και θεσμών που θεωρούνται αποδεκτά από όλες τις πλευρές αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση και μέχρι στιγμής αυτή η ισορροπία παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Σε αυτό το τοπίο αβεβαιότητας η επερχόμενη συνάντηση Νετανιάχου-Τραμπ αποκτά βαρύτητα που υπερβαίνει το διπλωματικό πλαίσιο. Ζητούμενο δεν είναι μόνο ο καθορισμός χρονοδιαγράμματος για την περαιτέρω απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων, αλλά η επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας που θα συνδυάζει ασφάλεια, πολιτική μετάβαση και κάποιου είδους διεθνούς νομιμοποίησης προκειμένου η Ουάσιγκτον να μην χρεωθεί την ευθύνη που συνεπάγεται ένα προτεκτοράτο. Ακόμα και αν φιλοδοξεί να μετατραπεί κάποτε σε Ριβιέρα...