Η Τούμα δεν έχει φάει εδώ και μέρες. Κάθεται σιωπηλή, με τα μάτια βουρκωμένα κοιτάζοντας τον θάλαμο του νοσοκομείου. Στην αγκαλιά της, ακίνητη και σοβαρά υποσιτισμένη, η κόρη της, Μασατζέντ. «Μακάρι να έκλαιγε» είπε στο BBC η 25χρονη μητέρα, κοιτάζοντας την τρίχρονη κόρη της. «Δεν έχει κλάψει εδώ και μέρες».
Το νοσοκομείο Bashaer είναι ένα από τα τελευταία που λειτουργούν στην πρωτεύουσα του Σουδάν, το Χαρτούμ, που έχει πληγεί από τον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται από τον Απρίλιο του 2023. Πολλοί έχουν ταξιδέψει ώρες για να φτάσουν εδώ και να λάβουν εξειδικευμένη περίθαλψη.
Η πτέρυγα υποσιτισμού είναι γεμάτη με παιδιά που είναι πολύ αδύναμα για να καταπολεμήσουν τις ασθένειες, με τις μητέρες τους να στέκονται στο προσκεφάλι τους αβοήθητες.
Η Touma και η οικογένειά της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, όταν οι μάχες μεταξύ του σουδανικού στρατού και των παραστρατιωτικών Δυνάμεων Ταχείας Αντίδρασης (RSF) έφτασαν στην περιοχή όπου ζούσαν, περίπου 200 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Χαρτούμ.
'I can't afford to save both twins': Sudan's war left one mother with an impossible choice https://t.co/wpcGBp6nJM
— BBC News (World) (@BBCWorld) October 15, 2025
«[Η RSF] μας πήρε όλα όσα είχαμε – τα χρήματά μας και τα ζώα μας – κατευθείαν από τα χέρια μας», λέει. «Δραπετεύσαμε μόνο με τις ζωές μας». Χωρίς χρήματα και φαγητό, τα παιδιά της άρχισαν να υποφέρουν. «Στο παρελθόν, το σπίτι μας ήταν γεμάτο αγαθά. Είχαμε ζώα, γάλα και χουρμάδες. Τώρα όμως δεν έχουμε τίποτα» είπε περιγράφοντας πως ήταν η ζωή τους πριν.
Το Σουδάν βιώνει σήμερα μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, τρία εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών υποφέρουν από οξύ υποσιτισμό.
Τα νοσοκομεία που έχουν απομείνει είναι υπερπλήρη. Το νοσοκομείο Bashaer προσφέρει δωρεάν περίθαλψη και βασική θεραπεία. Ωστόσο, τα φάρμακα που χρειάζονται τα παιδιά στο τμήμα υποσιτισμού για να σωθούν πρέπει να πληρωθούν από τις οικογένειές τους.
Η Μασάτζεντ έχει μια δίδυμη αδελφή, τη Μανάχιλ. Τα δύο κορίτσια μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο μαζί, ωστόσο η οικογένεια είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει αντιβιοτικά μόνο για το ένα παιδί.
Η Τούμα έπρεπε να κάνει την οδυνηρή επιλογή – επέλεξε την Μανάχιλ. «Μακάρι να μπορούσαν και οι δύο να αναρρώσουν και να μεγαλώσουν» είπε με την φωνή της να σπάει από την θλίψη. «Και να μπορώ να τις βλέπω να περπατούν και να παίζουν μαζί όπως πριν».
«Θέλω απλώς να γίνουν και οι δύο καλά» είπε η Τούμα, αγκαλιάζοντας την ετοιμοθάνατη κόρη της. «Είμαι μόνη. Δεν έχω τίποτα. Έχω μόνο τον Θεό.»
Τα ποσοστά επιβίωσης είναι χαμηλά. Για τις οικογένειες σε αυτόν τον θάλαμο, ο πόλεμος τα έχει πάρει όλα. Δεν έχουν τίποτα και κανένα μέσο για να αγοράσουν τα φάρμακα που θα έσωζαν τα παιδιά τους.
Καθώς το συνεργείο του BBC έφευγε από το νοσοκομείο γιατρός τους είπε ότι κανένα από τα παιδιά στον θάλαμο δεν θα επιβιώσει.
Σε ολόκληρο το Χαρτούμ, η ζωή των παιδιών έχει αλλάξει ριζικά λόγω του εμφυλίου πολέμου. Αυτό που ξεκίνησε ως μια έκρηξη συγκρούσεων μεταξύ των δυνάμεων που ήταν πιστές σε δύο στρατηγούς - τον αρχηγό του στρατού στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ αλ-Μπουρχάν και τον ηγέτη των RSF Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο, γνωστό ως Χεμέντι - σύντομα κατέκλυσε την πόλη.
Το Χαρτούμ, κάποτε κέντρο πολιτισμού και εμπορίου στις όχθες του ποταμού Νείλου, μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Άρματα μάχης εισέβαλαν στις γειτονιές. Τα μαχητικά αεροσκάφη βουίζαν πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων. Οι πολίτες βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, βομβαρδισμούς και επιθέσεις με drones.
Σε αυτό το κατεστραμμένο τοπίο, μέσα στη σιωπή της καταστροφής, η αδύναμη φωνή ενός παιδιού αντηχεί ανάμεσα στα ερείπια.
Ο δωδεκάχρονος Ζαχέρ κινείται με το αναπηρικό καροτσάκι του ανάμεσα στα ερείπια, περνώντας από καμένα αυτοκίνητα, άρματα μάχης, κατεστραμμένα σπίτια και ξεχασμένες σφαίρες.
«Γυρίζω σπίτι», τραγουδάει σιγανά στον εαυτό του, καθώς το αναπηρικό καροτσάκι του κυλάει πάνω από σπασμένα γυαλιά και θραύσματα. «Δεν μπορώ πια να δω το σπίτι μου. Πού είναι το σπίτι μου;».
Η φωνή του, εύθραυστη αλλά αποφασιστική, περιέχει ταυτόχρονα έναν θρήνο για ό,τι έχει χαθεί και μια σιωπηλή ελπίδα ότι μια μέρα, μπορεί επιτέλους να πάει σπίτι του. Σε ένα κτίριο που τώρα χρησιμοποιείται ως καταφύγιο, η μητέρα του Χαμπίμπα περιέγραψε πώς ήταν η ζωή υπό τον έλεγχο των RSF.
«Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Δεν μπορούσαμε να ανάψουμε τα φώτα μας τη νύχτα - ήταν σαν να ήμασταν κλέφτες. Δεν ανάβαμε φωτιές. Δεν κινούμασταν καθόλου τη νύχτα». Πολλοί εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα, αλλά ο Ζαχέρ και η μητέρα του δεν είχαν κανένα μέσο για να φύγουν. Για να επιβιώσουν, πουλούσαν φακές στους δρόμους.
Έπειτα, ένα πρωί, καθώς δούλευαν ένα drone χτύπησε. «Τον κοίταξα και αιμορραγούσε. Υπήρχε αίμα παντού. Έχανα τις αισθήσεις μου. Ανάγκασα τον εαυτό μου να μείνω επειδή ήξερα ότι αν λιποθυμούσα, θα τον έχανα για πάντα».
Μετά από ώρες αγωνίας κατάφεραν να φτάσουν στο νοσοκομείο. «Συνέχεια προσευχόμουν: “Θεέ μου, πάρε τη ζωή μου αντί για τα πόδια του”» είπε κλαίγοντας η μητέρα του.
Αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να σώσουν τα πόδια του. Και τα δύο έπρεπε να ακρωτηριαστούν ακριβώς κάτω από το γόνατο. «Ξυπνούσε και ρωτούσε: "Γιατί τους αφήσατε να μου κόψουν τα πόδια;"» είπε κοιτάζοντας κάτω, με το πρόσωπό της γεμάτο τύψεις, «Δεν μπορούσα να απαντήσω» πρόσθεσε.
Ο Ζαχέρ με τη σειρά του θα μοιραστεί ένα μόνο απλό όνειρο που έχει: «Μακάρι να μπορούσα να έχω προσθετικά πόδια για να παίζω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου όπως παλιά. Αυτό είναι όλο».