Ο Τραμπ έχει την ικανότητα να προωθήσει τις πολιτικές του στο κράτος και στην οικονομία. Το ζήτημα είναι αν θα το τολμήσει, καθώς θα βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλες νομικές μάχες, θεσμική αντίσταση και κυρίως με τον κίνδυνο αποσταθεροποιητικών αντιπαραθέσεων
Στην αρχή της δεύτερης θητείας Τραμπ ένα βασικό ερώτημα-δίλημμα παρέμενε αναπάντητο:
Ο επανακάμψας ένοικος του Λευκού Οίκου θα ασκούσε τα καθήκοντά του περισσότερο ως διασημότητα ή ως Πρόεδρος; Μ’ άλλα λόγια, η επιστροφή του στο Οβάλ Γραφείο θα σηματοδοτούσε τη διαφοροποίηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών της πολιτικής συμπεριφοράς του; Η εκτίμηση τότε ήταν πως ο Τραμπ θα εξελισσόταν σ’ ένα περισσότερο πολιτικό ον που θα πορευόταν ακολουθώντας τις νόρμες οι οποίες συνάδουν με τον ρόλο του. Υπήρχαν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό. Πάνω απ’ όλα η θριαμβευτική πολιτική επάνοδός του και η «αποκατάσταση» του ονόματός του που κηλιδώθηκε -κατά τη δική του αφήγηση- από τους πολιτικούς αντιπάλους του. «Τιμωρήθηκαν», όμως, γι’ αυτά από μια άνευ προηγουμένου εκλογική συντριβή, βυθίζοντάς τους σε υπαρξιακή κρίση και αντιπολιτευτική ανικανότητα.
Ως έναν βαθμό οι εκτιμήσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν. Στη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ συμπεριφέρεται περισσότερο χρησιμοποιώντας το πολιτικό ένστικτό του παρά το θυμικό του, αφήνοντας κατά μέρος προσωπικές προτιμήσεις, συμπάθειες, αντιπάθειες ή εμμονές. Οι βιτριολικές αναρτήσεις «απονομιμοποίησης» μη αρεστών, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, προσώπων με επιθετικούς προσδιορισμούς όπως «φρικτός» ή «απαίσιος» έχουν περιοριστεί, το ίδιο και οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί. Τα γεγονότα, όμως, δείχνουν πως αυτό ήταν περισσότερο μια αλλαγή -ή προσαρμογή- τακτικής. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ στην πραγματικότητα προβάλλει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στην επιβολή της ατζέντας της μέσω δράσης και όχι πλέον μέσω… αναρτήσεων. Από τις κόντρες με τα πανεπιστήμια, την ανάπτυξη της Εθνοφρουράς στην Ουάσιγκτον, την προσπάθεια καθαίρεσης του μέλους του Δ.Σ. της Fed Λίζα Κουκ, τις ανακλήσεις των διαπιστεύσεων ασφαλείας κορυφαίων πρώην αξιωματούχων της κυβέρνησης Μπάιντεν -μεταξύ αυτών και του πρώην ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν- ως την έφοδο του FBΙ στο σπίτι του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον και την καρατόμηση της διευθύντριας του CDC (του αμερικανικού ΕΟΔΥ) Σούζαν Μονάρεζ μόλις δύο μήνες αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά της ο στόχος δεν είναι η καλλιέργεια εντυπώσεων. Είναι να οριοθετηθεί ένα πλαίσιο όπου ο κύκλος των πιστών ανθρώπων, ή τουλάχιστον απρόθυμων να τον αμφισβητήσουν, θα διευκολύνει τις πολιτικές επιλογές και την υλοποίηση της ατζέντας του Προέδρου. Οι δηλώσεις της διευθύντριας του CDC μετά την «παραίτησή» της αν μη τι άλλο επιβεβαιώνουν αυτή την αίσθηση: «Επέλεξα να προστατέψω το κοινό από το να υπηρετήσω μια πολιτική ατζέντα…»

Οχι στους «αμφισβητίες»...
Μεταξύ των γεγονότων που δεν πέρασαν απαρατήρητα τελευταία ήταν και η έρευνα του FBI στο σπίτι και στο γραφείο του Μπόλτον στο Μέριλαντ και στην Ουάσιγκτον, ενός άλλοτε πιστού συμμάχου του Τραμπ και νυν διαπρύσιου επικριτή του. Ποιο ήταν το αντικείμενό της δεν έγινε γνωστό, αλλά ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε ότι αφορούσε «διαβαθμισμένα έγγραφα». Οι Δημοκρατικοί καταδίκασαν την ενέργεια ως «πολιτικά υποκινούμενη επίθεση» εναντίον ενός επικριτή του Προέδρου.
Η σχέση του μεγιστάνα με τον Μπόλτον έχει περάσει από σαράντα κύματα. Τα σύννεφα άρχισαν να εμφανίζονται από την πρώτη ακόμη θητεία του Προέδρου, όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης κίνησε διαδικασία ποινικής έρευνας και κατέθεσε ομοσπονδιακή αγωγή με την οποία επιδίωκε να εμποδίσει την έκδοση του βιβλίου του Μπόλτον με τίτλο «Το δωμάτιο όπου συνέβη: Απομνημονεύματα του Λευκού Οίκου». «Δεν είμαι θαυμαστής του Τζον Μπόλτον… Είναι πραγματικά ένας άθλιος τύπος» αρκέστηκε να πει ο Τραμπ στους δημοσιογράφους την περασμένη εβδομάδα, όταν του ζήτησαν να σχολιάσει την έρευνα κατά του πρώην στενού συνεργάτη του. «Η έφοδος του FBI στο σπίτι και στο γραφείο του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας καθιστά σαφέστερο ότι η επιτυχία της δεύτερης θητείας του Προέδρου περιλαμβάνει και αντίποινα» έγραψε δηκτικά η Wall Street Journal.
Αλλά αν η σύγκρουση του Τραμπ με τον Μπόλτον περιέχει ίσως και προσωπικά στοιχεία, η προσπάθειά του να καρατομήσει τη Λίζα Κουκ, μία εκ των επτά μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Fed, της ομοσπονδιακής τράπεζας, υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθειά του, στον κύκλο των πιστών που θέλει να δημιουργήσει, να συμπεριλάβει και το θεσμικό όργανο διαμόρφωσης και άσκησης νομισματικής πολιτικής - αφού μέχρι στιγμής δεν κατόρθωσε να εκπαραθυρώσει τον πρόεδρό του Τζέρομ Πάουελ. Ο τελευταίος συνεχίζει να είναι επιφυλακτικός στην προοπτική ταχύτερης μείωσης των επιτοκίων, προειδοποιώντας ότι αυτό θα μπορούσε να φουντώσει τον πληθωρισμό. Ο Τραμπ είχε ξεκαθαρίσει πριν ακόμη επιστρέψει στον Λευκό Οίκο ότι θέλει χαμηλά επιτόκια, δηλαδή φθηνό δανεισμό, για να ενισχύσει την οικονομική ανάπτυξη, την αγορά ακινήτων και, βέβαια, την αγορά χρήματος. Στα σχέδια του αυτά βλέπει τη Fed ως εμπόδιο, ειδικά σ’ ό,τι έχει να κάνει με την αύξηση των θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της Wall Street. Ήδη από το 2018-2019 ο Τραμπ είχε επιτεθεί ανοιχτά στον Πάουελ για την αύξηση των επιτοκίων, αποκαλώντας τον μάλιστα «εχθρό». Θεωρούσε ότι τα υψηλότερα επιτόκια επιβράδυναν την ανάπτυξη και δυσκόλευαν τη χρηματοδότηση του δημόσιου χρέους. Ο Πάουελ συνεχίζει να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Fed, υπενθυμίζοντας ότι οι αποφάσεις της πρέπει να βασίζονται σε οικονομοτεχνικά δεδομένα και όχι σε πολιτικές διακηρύξεις. Καθώς ο Τραμπ επιμένει να θέτει θέμα αφοσίωσης στην κυβέρνησή του, η διαφωνία αυτή γίνεται όλο και περισσότερο ένας πολιορκητικός κριός για τη Fed.
Προς κρατικό καπιταλισμό;
Ωστόσο, αν στη νομισματική πολιτική ο Πρόεδρος προσκρούσει συνεχώς στον σκόπελο που λέγεται Πάουελ, στους χειρισμούς που απαιτεί η ατζέντα τού «να ξανακάνουμε μεγάλη την Αμερική» -και την οικονομία της- το πεδίο είναι σχετικά ελεύθερο. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ φαίνεται πως αλλάζει τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά, και ενδεχομένως το μοντέλο, του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Ο αμερικανικός καπιταλισμός εκπροσωπεί σε μεγάλο βαθμό την ιστορική μετατόπιση από τον κεφαλαιοκρατισμό στον κορπορατισμό και στην ατομοκεντρική, καταναλωτική οικονομία της αγοράς, όπου η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι σχεδόν καθολική. Αλλά ο ακρογωνιαίος λίθος αυτού του συστήματος, ο ελάχιστος ως ανύπαρκτος παρεμβατικός ρόλος της κυβέρνησης, δεν φαίνεται ότι ταιριάζει σήμερα στο πνεύμα του προστατευτισμού που πρεσβεύουν ο Τραμπ και η εθνοκεντρική πολιτική του για την οικονομία και το εμπόριο.
Αρκετοί θεωρούν πως ο Πρόεδρος αρχίζει να υιοθετεί στοιχεία κρατικού καπιταλισμού στη λογική της οικονομικής πολιτικής του, εμπνεόμενος από το κινεζικό «διπλό» οικονομικό σύστημα, όπου η οικονομία της αγοράς συνδυάζεται με τον κάθετο κρατικό έλεγχο και παρεμβατισμό. Οι ενδείξεις γι’ αυτό πληθαίνουν. Την περασμένη Παρασκευή η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αποκτά μερίδιο 9,9% στην Intel, την κατασκευάστρια εταιρεία μικροεπεξεργαστών που τελευταία αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού, αντί «τιμήματος» 8,9 δισ. δολαρίων, το οποίο θα μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο. Ουσιαστικά πρόκειται για κυβερνητική επιχορήγηση την οποία η εταιρεία θα λάβει βάσει του Νόμου περί Μικροεπεξεργαστών και Επιστήμης της προηγούμενης κυβέρνησης Μπάιντεν. Η συμφωνία κλείστηκε ύστερα από συνάντηση που είχε ο Τραμπ με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Intel Λιπ-Μπου Ταν. Βασικός όρος της ήταν να φύγει ο Λιπ-Μπου από το τιμόνι του ομίλου, καθώς ο Πρόεδρος τον θεωρεί υπεύθυνο για «άστοχες» επενδύσεις σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας. «Ήρθε εδώ ζητώντας να κρατήσει τη δουλειά του, αλλά κατέληξε να μας δώσει 10 δισ. δολάρια για τις Ηνωμένες Πολιτείες» είπε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος μετά τη συνάντηση.
Συμφωνίες και «χορηγίες»
Η «ανταλλαγή» της κρατικής επιχορήγησης με μετοχικό κεφάλαιο είναι η μεγαλύτερη συμφωνία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα την οποία έχει συνάψει η κυβέρνηση των ΗΠΑ από την εποχή των διασώσεων των αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών και τραπεζών με φόντο το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008, το οποίο σάρωσε την αμερικανική οικονομία. Άλλοτε ο υπ’ αριθμόν 1 σχεδιαστής και κατασκευαστής τσιπ στις ΗΠΑ, η Intel σήμερα έχει μείνει πίσω σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, όπως η Nvidia και η AMD, και έχει πλέον λίγους πελάτες εκτός Αμερικής. Η εταιρεία έχει καταγράψει ζημιές σε καθένα από τα τελευταία έξι τρίμηνα και οι απώλειές της πέρυσι από τη συρρίκνωση της παραγωγής της έφτασαν τα 13 δισ. δολάρια.
Το deal Τραμπ-Intel έρχεται μετά από μια σειρά άλλων ασυνήθιστων συμφωνιών που έχει συνάψει ο μεγιστάνας με αμερικανικές εταιρείες και οι οποίες, σημειωτέον, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και κριτική στους κύκλους των παραδοσιακών Ρεπουμπλικάνων. Μεταξύ αυτών και ο «φόρος» 15% που επέβαλε στις πωλήσεις ορισμένων από τα πιο προηγμένα τσιπ της Nvidia και της AMD στην Κίνα. Ο μεγιστάνας είχε απαγορεύσει εκβιαστικά στις δύο εταιρείες να διαθέτουν τα προϊόντα τους στην κινεζική αγορά μέχρι να δεχτούν να παραχωρήσουν μέρος των εσόδων τους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Η υψηλή τεχνολογία είναι στρατηγικός πυλώνας της αμερικανικής οικονομίας και ασφάλειας και οι ανακατατάξεις στη δομή της βρίσκονται πάντα εντός της εμβέλειας του κυβερνητικού ραντάρ. Αδύναμη να αντιμετωπίσει τον εσωτερικό και τον εξωτερικό ανταγωνισμό, η Intel απέλυσε πέρυσι 15.000 υπαλλήλους της και φέτος σχεδιάζει άλλες 20.000 απολύσεις. Σε μια οικονομία που επιβραδύνεται και μια αγορά εργασίας που συρρικνώνεται -σε σημείο που να εκνευρίσει τον Τραμπ και να απολύσει (και) την υπεύθυνη του Γραφείου Εργασιακών Στατιστικών- οι εξελίξεις αυτές μοιάζουν με απανωτά χαστούκια για την κυβέρνησή του. Για πολλούς το ερώτημα τώρα είναι αν ο νέος «μέτοχος» της Intel είναι ικανός να την αναγκάσει να περιορίσει, ή ακόμη και να εγκαταλείψει, τα σχέδιά της για περαιτέρω περικοπές θέσεων εργασίας.
Κάπου εδώ η πολιτική του «κρατικού καπιταλισμού» του Τραμπ δείχνει να εμφανίζει ισχυρή «ανοσία» στην κριτική που της ασκείται από δεξιά και αριστερά… «Δεν θα ασχολούμασταν με τον κρατικό καπιταλισμό αν δεν υπήρχε η πεποίθηση του κοινού αλλά και των δύο κομμάτων ότι ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς δεν λειτουργούσε» έγραψε χαρακτηριστικά η Wall Street Journal σχολιάζοντας τις τελευταίες συμφωνίες του Προέδρου. «Αυτό το σύστημα ενθάρρυνε τους διευθύνοντες συμβούλους των εταιρειών που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους να μεταφέρουν την παραγωγή στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα ήταν η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, η εξάρτηση από την Κίνα για ζωτικά προϊόντα, όπως τα κρίσιμα ορυκτά, και οι υποεπενδύσεις στις βιομηχανίες του μέλλοντος, όπως η καθαρή ενέργεια και οι ημιαγωγοί».
Καίριο ερώτημα
Οι συνθήκες δείχνουν να ευνοούν για άλλη μια φορά τον Τραμπ. Ωστόσο, οι έντονες αντιδράσεις για την παρουσία του στρατού στην Ουάσιγκτον, η αγωγή που άσκησε την περασμένη Πέμπτη η Κουκ ζητώντας την αναίρεση της προεδρικής απόφασης απομάκρυνσής της (υπ’ όψιν ότι τα επτά μέλη του Δ.Σ. της Fed διορίζονται από τον Πρόεδρο ύστερα από έγκριση του Κογκρέσου για 14ετή θητεία), οι αντιδράσεις των Ρεπουμπλικάνων στην προοπτική καθιέρωσης κρατικού ελέγχου στις επιχειρήσεις «αθροίζονται» και θέτουν ένα καίριο ερώτημα: Έχει τελικά ο Τραμπ τη δύναμη να επιβάλει την ατζέντα του; Αυτή που η μισή Αμερική βλέπει ως «ευλογία» και η άλλη μισή ως «κατάρα»;
Οι απόψεις διίστανται. Θεωρητικά θα μπορούσε να πετύχει. Έχει ήδη δοκιμάσει τα όρια της προεδρικής εξουσίας μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων, ειδικά με τις μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και διορισμένων αξιωματούχων, τις μαζικές απελάσεις και κατεβάζοντας τον στρατό στους δρόμους. Αν τα δικαστήρια ή το Κογκρέσο δεν του σταθούν εμπόδιο -μάλλον δύσκολο για το δεύτερο δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικάνοι κυριαρχούν και στα δύο σώματα-, μπορεί να εδραιώσει αυτή την τακτική και να επεκτείνει τον έλεγχό του. Η αποδυνάμωση των θεσμών εποπτείας με την απομάκρυνση «ανεπιθύμητων» γενικών επιθεωρητών, ανώτερων στελεχών και αξιωματούχων των ομοσπονδιακών υπηρεσιών περιορίζει τις εσωτερικές αντιδράσεις.
Η ανάπτυξη του στρατού στις πόλεις υποδηλώνει, επίσης, ότι ο επικεφαλής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι έτοιμος να προσφύγει στη χρήση ισχύος. Εννοείται πως όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν ελλείψει ευρύτερης δημόσιας υποστήριξης. Είναι γνωστό ότι μια πιστή πολιτική και εκλογική βάση παραμένει φανατικά στο πλευρό του μεγιστάνα και τα φιλικά προς αυτόν μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ως «μεγάφωνα» των μηνυμάτων του, γεγονός που μπορεί να ασκήσει πίεση στους θεσμούς. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η ισχύς των ασφαλιστικών δικλείδων της αμερικανικής Δημοκρατίας. Τα δικαστήρια, το Κογκρέσο και οι κυβερνήσεις των πολιτειών μπορούν να αντισταθούν και να αμφισβητήσουν νομικά την εκτελεστική εξουσία του Προέδρου αν θεωρηθεί ότι υπερέβη τα εσκαμμένα. Επίσης, ο αμερικανικός στρατός ως απόλυτα επαγγελματικός διαπνέεται από μια ισχυρή κουλτούρα αποφυγής ανάμειξης στην πολιτική και στην κομματική αντιπαράθεση. Οι στρατηγοί και το Πεντάγωνο μπορεί να αντιδράσουν αν θεωρήσουν ότι παρασύρονται σ’ ένα πολιτικό παιχνίδι που δεν τους αφορά. Άλλωστε, μια ορατή στρατιωτική παρουσία στις αμερικανικές πόλεις θα μπορούσε να πυροδοτήσει εκτεταμένες διαμαρτυρίες, πολώνοντας περαιτέρω την πολιτική ατμόσφαιρα και καθιστώντας πιο δύσκολη όχι μόνο την υλοποίηση της κυβερνητικής ατζέντας, αλλά και την ίδια τη διακυβέρνηση της χώρας. Η ισχύς των δικαστηρίων, ιδιαίτερα των ομοσπονδιακών, παραμένει επίσης ένας καθοριστικής σημασίας αποτρεπτικός παράγοντας. Κορυφαίοι αξιωματούχοι του κρατικού μηχανισμού και ανεξάρτητων θεσμών, όπως οι διοικητές της Fed, οι γενικοί επιθεωρητές ή οι ειδικοί σύμβουλοι, απολαμβάνουν νομική προστασία και ασυλία, που σημαίνει ότι δεν μπορούν να απομακρυνθούν εύκολα από τις θέσεις τους. Τα δικαστήρια μπορούν να τους αποκαταστήσουν άμεσα.
Εν κατακλείδι, ο Τραμπ έχει την ικανότητα -και εν μέρει την ισχύ- να επιβάλει την ατζέντα του στην εσωτερική πολιτική, αλλά όχι χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπος με μεγάλες νομικές μάχες, θεσμική αντίσταση και, πάνω απ’ όλα, με τον σοβαρό κίνδυνο αποσταθεροποιητικών αντιπαραθέσεων. Το αν τελικά θα το τολμήσει απομένει να φανεί στη συνέχεια…