Μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «κοιτίδα του καπιταλισμού», αν κι αυτός ο όρος εμπεριέχει ιστορικές αναγωγές και ενδεχομένως δημιουργεί λάθος εντυπώσεις. Η ιστορική κοιτίδα του καπιταλισμού θεωρείται γενικά η Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα η Ολλανδία του 16ου-17ου αιώνα με τις πρώτες αγορές χρήματος, τις πρώτες τράπεζες και τη αυγή του παγκόσμιου εμπορίου, και σχεδόν παράλληλα η Αγγλία του 17ου-18ου με την επέκταση των αγορών και την Βιομηχανική Επανάσταση.
Ωστόσο, ο αμερικανικός καπιταλισμός εκπροσωπεί σε μεγάλο βαθμό την ιστορική μετατόπιση από τον κεφαλαιοκρατισμό στον κορπορατισμό και την ατομοκεντρική, καταναλωτική οικονομία της αγοράς όπου η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι σχεδόν καθολική. Ιδιοκτησία, επιχειρηματικότητα, ανταγωνισμός, κατανάλωση, κέρδος είναι οι λέξεις-κλειδιά στο σύστημα της αμερικανικής οικονομίας και μαζί μ’ αυτά μια θεμελιώδης αρχή: Ο ελάχιστος ως ανύπαρκτος παρεμβατικός ρόλος της κυβέρνησης στη ρύθμιση και λειτουργία του συστήματος.
Όμως όλα αυτά… μέχρι χθες. Η δεύτερη προεδρία Τραμπ φαίνεται ν’ αλλάζει τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά, και ίσως το μοντέλο, του αμερικανικού οικονομικού συστήματος.
Κάν’ το όπως η Κίνα...
Πριν από περίπου τριάντα χρόνια όταν η Κίνα έκανε το πρώτο βήμα της οικονομικής φιλελευθεροποίησης της και εγκαινίαζε τα μεγάλα ανοίγματά της στον κόσμο, η κοινή πεποίθηση ήταν ότι κάποια στιγμή η οικονομία της θα υιοθετούσε τις αμερικανικές νόρμες. Ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Μάλλον πήγαν προς την αντίθετη. Η Αμερική του Τραμπ αρχίζει πια να υιοθετεί στοιχεία του κρατικού καπιταλισμού-όπως κατ’ ευφημισμό χαρακτηρίζεται το κινεζικό “διπλό” οικονομικό σύστημα όπου η οικονομία της αγοράς συνδυάζεται με κάθετο κρατικό έλεγχο και παρεμβατισμό.
Οι ενδείξεις γι’ αυτό πληθαίνουν:
Την περασμένη Παρασκευή, η κυβέρνηση του μεγιστάνα ανακοίνωσε ότι αποκτά μερίδιο 9,9% στην εμβληματική Intel, την κατασκευάστρια μικροεπεξεργαστών που τελευταία αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού, έναντι «τιμήματος» 8,9 δισεκ. δολαρίων το οποίο θα μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο. Ουσιαστικά πρόκειται για κυβερνητική επιχορήγηση την οποία η εταιρεία θα λάβει βάσει του “Νόμου περί Μικροεπεξεργαστών και Επιστήμης” της προηγούμενης κυβέρνησης Μπάιντεν.
Το ντιλ κλείστηκε ύστερα από συνάντηση που είχε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ο Τραμπ με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Intel, Λιπ-Μπου Ταν. Βασικός όρος της συμφωνίας ήταν να φύγει ο Λιπ-Μπου από το τιμόνι του ομίλου καθώς ο Τραμπ τον θεωρεί υπεύθυνο για «άστοχες» επενδύσεις σε κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας.
«Ήρθε εδώ ζητώντας να κρατήσει τη δουλειά του αλλά κατέληξε να μας δώσει 10 δισεκατομμύρια δολάρια για τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος μετά τη συνάντηση.
«Ανταλλαγή»
Η «ανταλλαγή» της κρατικής επιχορήγησης με μετοχικό κεφάλαιο είναι η μεγαλύτερη συμφωνία δημόσιου-ιδιωτικού τομέα την οποία έχει συνάψει η κυβέρνηση των ΗΠΑ από την εποχή των διασώσεων των αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με φόντο το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008 το οποίο σάρωσε την αμερικανική οικονομία και κατάφερε ιστορικό πλήγμα στα επίπεδα της κατανάλωσης.
Άλλοτε ο υπ’ αριθμόν ένα σχεδιαστής και κατασκευαστής τσιπ στις ΗΠΑ, η Intel έχει μείνει σήμερα πίσω σε σχέση με εταιρείες όπως η Nvidia και η AMD και έχει πλέον λίγους πελάτες στις διεθνείς αγορές για τα τσιπ που κατασκευάζει στο εργοστάσιο παραγωγής της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εταιρεία έχει καταγράψει ζημιές σε καθένα από τα τελευταία έξι τρίμηνα και οι απώλειες της πέρυσι από τη συρρίκνωση της παραγωγής της έφτασαν τα 13 δισεκατομμύρια δολάρια.
Το ντιλ Τραμπ-Intel έρχεται μετά από μια σειρά άλλων ασυνήθιστων συμφωνιών που έχει συνάψει ο μεγιστάνας με αμερικανικές εταιρείες και οι οποίες, σημειωτέον, έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και κριτική στους κύκλους των «παραδοσιακών» Ρεπουμπλικάνων.
Μεταξύ αυτών και ο «φόρος» 15% που επέβαλε στις πωλήσεις ορισμένων από τα πιο προηγμένα τσιπ της Nvidia και της AMD στη Κίνα. Ο μεγιστάνας είχε απαγορεύσει εκβιαστικά στις δύο εταιρείες την διάθεση των προϊόντων τους στην κινεζική αγορά μέχρι να δεχτούν να παραχωρήσουν μέρος των εσόδων τους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Η υψηλή τεχνολογία είναι στρατηγικός πυλώνας της αμερικανικής οικονομίας και ασφάλειας και οι ανακατατάξεις στη δομή του βρίσκονται πάντα εντός της εμβέλειας του κυβερνητικού ραντάρ. Αδύναμη να αντιμετωπίσει τον εσωτερικό και εξωτερικό ανταγωνισμό, η Intel απέλυσε πέρυσι 15.000 υπαλλήλους της και φέτος σχεδιάζει άλλες 20.000 απολύσεις.
Σε μια οικονομία που επιβραδύνεται και μια αγορά εργασίας που συρρικνώνεται - σε σημείο που να εκνευρίσει τον Τραμπ και να απολύσει την υπεύθυνη του Γραφείου Εργασιακών Στατιστικών - οι εξελίξεις αυτές μοιάζουν με απανωτά χαστούκια για την κυβέρνηση του. Για πολλούς το ερώτημα τώρα είναι αν ο νέος «μέτοχος» της Intel είναι ικανός να την αναγκάσει να περιορίσει, ή ακόμη και να εγκαταλείψει τα σχέδιά της, για περαιτέρω περικοπές θέσεων εργασίας.
Ευνοϊκές συνθήκες
Κάπου εδώ, η πολιτική του «κρατικού καπιταλισμού» του Τραμπ δείχνει να εμφανίζει ισχυρή «ανοσία» στη κριτική που της ασκείται από δεξιά και αριστερά:
«Δεν θα ασχολούμασταν με τον κρατικό καπιταλισμό αν δεν υπήρχε η πεποίθηση του κοινού αλλά και των δύο κομμάτων ότι ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς δεν λειτουργούσε», έγραψε χαρακτηριστικά η Wall Street Journal σχολιάζοντας τα τελευταία ντιλ του προέδρου. «Αυτό το σύστημα ενθάρρυνε τους διευθύνοντες συμβούλους των εταιρειών που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους να μεταφέρουν την παραγωγή στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα ήταν η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, η εξάρτηση από τη Κίνα για ζωτικά προϊόντα όπως τα κρίσιμα ορυκτά και οι υποεπενδύσεις στις βιομηχανίες του μέλλοντος όπως η καθαρή ενέργεια και οι ημιαγωγοί».
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το κινεζικό οικονομικό σύστημα ενισχύει την αίγλη του και εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως το πιο λειτουργικό καπιταλιστικό μοντέλο της εποχής.
Δεν είναι λίγοι στη Δύση εκείνοι που θαυμάζουν τη Κίνα για την ικανότητά της να τονώνει την οικονομική ανάπτυξη της μέσω θεαματικών εγχειρημάτων στις υποδομές, την επιστημονική εξέλιξη και την ενίσχυση συγκεκριμένων κλάδων της βιομηχανίας. Από την άλλη, οι ανάλογες αμερικανικές προσπάθειες συχνά βαλτώνουν λόγω των προϋποθέσεων που θέτει εξ’ ορισμού το σύστημα ελέγχων, ισορροπιών και συμβιβασμών του πολιτικού συστήματος.
Οι συνθήκες μοιάζουν να ευνοούν για άλλη μια φορά τον Τραμπ. Ωστόσο, το κατά πόσο ο «σοσιαλισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά» θα ανοίξει το δρόμο στον «κρατικό καπιταλισμό με αμερικανικά χαρακτηριστικά» είναι κάτι που θα το δείξει ο χρόνος…