Live τώρα    
Ουκρανία / Πόσο μόνιμη μπορεί να είναι η ειρήνη;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ουκρανία / Πόσο μόνιμη μπορεί να είναι η ειρήνη;

1354926320.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Το πολιτικό-διπλωματικό παζάρι για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να μην οδηγήσει τον μεταψυχροπολεμικό κόσμο σε νέο στάτους ισορροπίας και εγγυήσεων ασφαλείας, ίσως όμως σηματοδοτήσει τις απαρχές του. Η αναδιάταξη του παγκόσμιου συστήματος προς τον πολυπολισμό βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και είναι πολύ νωρίς ακόμη για ασφαλείς προβλέψεις όσον αφορά την κατάληξή της. Ωστόσο, ένα νέο πλαίσιο επιμέρους διευθετήσεων με σημείο αφετηρίας τον ρεαλισμό φαίνεται πως είναι εφικτό.

Τον ρυθμό σε αυτή την προσπάθεια δίνουν πάλι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αφού μεγάλο μέρος της δυναμικής που οδήγησε στην ουκρανική σύγκρουση διαμορφώθηκε από επιλογές της Ουάσιγκτον στο ελεύθερο τερέν του μονοπολισμού, όπου κυριαρχούσε απόλυτα μετά το τέλος της ψυχροπολεμικής περιόδου, οι πρωτοβουλίες για τον τερματισμό της φαίνεται να ανήκουν «δικαιωματικά» σ’ αυτή.

Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν μεγαλύτερο έλεγχο στα της δικής τους ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα άλλοι «παίκτες» πιέζουν για αποτελεσματικές μορφές πολυμερισμού οι οποίες δεν θα κυριαρχούνται από τη Δύση. Η αντιμετώπιση όλων αυτών των νέων προκλήσεων και ζητουμένων, «συσκευασμένων» σε μια συμφωνία-πακέτο για την Ουκρανία, είναι πιθανώς αδύνατη. Οι θέσεις του Κιέβου και της Μόσχας είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και ο υπόλοιπος κόσμος είναι σήμερα πολύ πιο διχασμένος απ’ ό,τι σχετικά πρόσφατα για να συζητήσει ψύχραιμα για νέες παγκόσμιες διευθετήσεις. Σε ένα τέτοιο κλίμα, μια συμφωνία για ειρήνη στα ουκρανικά μέτωπα θα μπορούσε εύκολα να καταρρεύσει.

Περιθώριο επιτυχίας

Κι όμως, για κάποιους αναλυτές υπάρχει περιθώριο επιτυχίας. Όπως έγραψαν πριν από λίγο καιρό στο Foreign Affairs οι Τζον Αϊκενμπέρι και Χάρολντ Τζέιμς, καθηγητές Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, απουσία ένας μεγάλου, ευρύτερου σχεδίου για τη διευθέτηση της ουκρανικής διένεξης, μια πρακτική ειρηνευτική διαδικασία που θα φέρει σε συνεννόηση τόσο τις μεγάλες δυνάμεις όσο και τα κράτη της πρώτης γραμμής είναι εφικτή. Ακόμη και μια μερική λύση μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη από το «καμία λύση» εφόσον οδηγήσει σε εκεχειρία. Τέτοιου είδους διακανονισμοί έχουν αποδειχθεί βιώσιμοι μακροπρόθεσμα σε αρκετές άλλες σύγχρονες συγκρούσεις που έχουν «παγώσει».

Υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα. Η παραχώρηση της Καρελίας από τη Φινλανδία στη Σοβιετική Ένωση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ένα από αυτά. Παγίωσε ένα εδαφικό στάτους που διατηρείται μέχρι σήμερα. Αναλόγως, η μεταπολεμική διαίρεση της Γερμανίας σε δύο κράτη ενταγμένα σε αντίπαλα γεωπολιτικά στρατόπεδα διαμόρφωσε συν τω χρόνω ένα σταθερό και πρακτικά μη αμφισβητήσιμο καθεστώς, τουλάχιστον μέχρι τις κατακλυσμιαίες ανατροπές του 1989 που σηματοδότησαν την επανένωση. Ομοίως, το Βερολίνο διαιρέθηκε και το υπό δυτικογερμανική διοίκηση τμήμα του έμελλε να βρεθεί στο… κέντρο της Ανατολικής Γερμανίας. Ήταν ένας διακανονισμός που φαινομενικά έδειχνε να οδηγεί τις τότε υπερδυνάμεις σε σύγκρουση, αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Μάλιστα, καθώς άρχισαν να διαμορφώνονται συνθήκες ευρύτερης ύφεσης στην Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση μαζί με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διαπραγματεύτηκαν τη Συμφωνία των Τεσσάρων Δυνάμεων του 1971 για το Βερολίνο, την οποία υπέγραψαν την επόμενη χρονιά οι κυβερνήσεις της ΟΔΓ και της ΛΔΓ. Οι περιορισμοί στην κυκλοφορία διαμέσου του Τείχους χαλάρωσαν και, παρόλο που η Σοβιετική Ένωση δεν αναγνώρισε ποτέ επίσημα το Δυτικό Βερολίνο ως έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η συμφωνία του 1972 αναγνώριζε σιωπηρά αυτό το καθεστώς.

Ακόμη ένα παράδειγμα από το παρελθόν: το 1945 οι Παρτιζάνοι του Τίτο κατέλαβαν την πόλη της Τεργέστης και τα περίχωρά της. Ο νεοσύστατος τότε ΟΗΕ παρενέβη άμεσα διαιρώντας τελικά την περιοχή σε μια «βόρεια ζώνη», η οποία περιλάμβανε την ίδια την πόλη και διοικούνταν από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, και σε μια «νότια ζώνη» που διοικούνταν από τη Γιουγκοσλαβία. Μέχρι το 1954 η κυβέρνηση του Βελιγραδίου επέτρεψε την ενσωμάτωση του μεγαλύτερου μέρους της «βόρειας ζώνης» της Τεργέστης στην Ιταλία, κυρίως λόγω της προοπτικής οικονομικής συνεργασίας με τη Ρώμη. Ακόμη και η Σοβιετική Ένωση, η οποία είχε αντιταχθεί σθεναρά στις προσπάθειες των ΗΠΑ και της Βρετανίας να ενθαρρύνουν τη Γιουγκοσλαβία να αποκηρύξει τις αξιώσεις της, τελικά χαιρέτισε τον διακανονισμό του Τίτο.

Με οδηγό την Ιστορία

Για ορισμένους αναλυτές τα ιστορικά αυτά παραδείγματα θα μπορούσαν να δείξουν τον δρόμο μιας παρόμοιας διευθέτησης στη σημερινή εμπόλεμη Ουκρανία. Αν το Κίεβο παραχωρήσει εδάφη του στη Ρωσία βάσει μιας διεθνούς αναγνωρισμένης συνθήκης, το Διεθνές Δίκαιο και το ιστορικό προηγούμενο θα μπορούσαν να «κλειδώσουν» τα νέα σύνορα και να διαμορφώσουν συνθήκες σταθεροποίησης. Προφανώς ένας διακανονισμός σε αυτό το πνεύμα θα διευκόλυνε τον Πούτιν να υποστηρίξει στο εσωτερικό ότι η Ρωσία πέτυχε όλους τους στρατηγικούς στόχους που είχε θέσει με την «ειδική στρατιωτική επιχείρησή» της, δηλαδή αποτροπή της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και δημιουργία «ζώνης ασφαλείας». Ελέγχοντας τμήματα της ανατολικής και της νότιας χώρας, η Μόσχα θα μπορούσε να κηρύξει τη «νίκη» της και οι Δυτικοί θα είχαν κάθε δικαίωμα να ζητήσουν και να αποσπάσουν από το Κρεμλίνο εγγυήσεις ότι οι απαιτήσεις του σταματούν εδώ. Με το εδαφικό έπαθλο στα χέρια της, η Ρωσία ίσως θα είχε λιγότερα κίνητρα να ικανοποιήσει τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες της στο μέλλον, ειδικά μάλιστα αν οι διεθνείς κυρώσεις αρθούν, έστω και εν μέρει, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας.

Από την άλλη, μια ειρήνη, ακόμη και με επώδυνες παραχωρήσεις, είναι σαφώς προτιμότερη από τη συνέχιση του πολέμου, προσφέροντας στην Ουκρανία την ευκαιρία για πολιτική και οικονομική σταθεροποίηση, για ανοικοδόμηση, και παράλληλα μια ρεαλιστική «φόρμουλα» για να βρει τον πολυπόθητο δρόμο της προς τη Δύση.

Κάποιοι πάντως θεωρούν το σενάριο αυτό ανέφικτο. Η ρωσική εισβολή, ασχέτως της γεωπολιτικής δυναμικής που την προκάλεσε, εκλαμβάνεται -ιδιαίτερα από τους Ευρωπαίους- ως ευθεία επίθεση στην ίδια την ευρωπαϊκή γεωπολιτική τάξη. Ακόμη περισσότερο, η παραχώρηση ουκρανικών εδαφών στη Ρωσία ενέχει τον κίνδυνο ομαλοποίησης της πολιτικής της επιβολής υπονομεύοντας τις αρχές που διατήρησαν μεταπολεμικά την ειρήνη στην Ευρώπη - όσο κι αν αυτή «ταλαιπωρήθηκε» από τις κατά καιρούς κρίσεις και εξάρσεις της έντασης.

Χωρίς επιστροφή εδαφών από τη Ρωσία, λένε, οποιαδήποτε συμφωνία θα είναι ένα «διάλειμμα» στον πόλεμο, μια «συνταγή» για επανάληψη της σύγκρουσης. Με δεδομένο ότι ο Πούτιν δεν πρόκειται να κάνει πίσω στο εδαφικό, το παζλ μιας ειρήνευσης που δεν θα περιλαμβάνει επιστροφή κατεχόμενων εδαφών είναι δύσκολο. Όμως η Ιστορία έχει δείξει ότι ακόμη και μια ειρήνη βασισμένη σε εδαφικές παραχωρήσεις θα μπορούσε να είναι σταθερή και μόνιμη. Οι διευθετήσεις του παρελθόντος προσφέρουν καθοδήγηση, ειδικά για το τι πρέπει να αποφευχθεί. Μια συμφωνία δεν πρέπει να υπονομεύσει την αξιοπιστία ούτε της ρωσικής ούτε της ουκρανικής κυβέρνησης, όπως έκαναν οι όροι των νικητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία στρώνοντας τον δρόμο στον ναζισμό και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τους Αϊκενμπέρι και Τζέιμς θα πρέπει να προσφερθούν εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία υποστηριζόμενες από πραγματική ισχύ, όχι από φιλολογικού χαρακτήρα δεσμεύσεις, όπως εκείνες που δόθηκαν στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης στα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το αποτέλεσμα δεν θα είναι επ’ ουδενί μια τέλεια συμφωνία. Ωστόσο, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις, αυτή η συμφωνία θα είναι ικανή να διατηρήσει την ειρήνη μέχρι οι συνθήκες να καταστούν πιο ευνοϊκές για μια μακροπρόθεσμη βιώσιμη λύση - και μπορεί ακόμη και να παράσχει ένα πρότυπο για αποτελεσματική πολυμερή συνεργασία στον ταραγμένο νέο κόσμο της εποχής. Αν λοιπόν μια γενική διευθέτηση είναι εκτός συζήτησης, η επόμενη καλύτερη επιλογή είναι σίγουρα η μερική διευθέτηση…

Ζοφερή πραγματικότητα

Η πραγματικότητα του πολέμου είναι ζοφερή και κανένας δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια του σ’ αυτή. Περισσότερο από τρία χρόνια από το ξέσπασμά της, η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε τέλμα όπου ούτε η νίκη ούτε η κατάρρευση είναι άμεσα ορατές για οποιαδήποτε από τις δύο εμπόλεμες πλευρές. Αυτό που έχει γίνει σαφές ωστόσο είναι ότι το Κρεμλίνο έχει προσαρμοστεί στην κατάσταση πεπεισμένο περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι ακόμη κι αν δεν μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, δεν μπορεί ούτε να τον χάσει.

Βέβαια, η επιχείρηση δεν εξελίχθηκε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Η Μόσχα γνωρίζει καλά πώς να διεξάγει έναν πόλεμο φθοράς, δοκιμασίας και υπολογισμένης πίεσης. Θεωρεί ότι διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό και την οικονομική ευελιξία για να διατηρήσει «στη ζωή» μια σύγκρουση που πιστεύει ότι θα εξαντλήσει τόσο την Ουκρανία όσο και τους Δυτικούς συμμάχους της πολύ πριν εξαντλήσει την ίδια. Αν η Δύση δεν αλλάξει τη στρατηγική της και δεν «συντονιστεί» με την πραγματικότητα αυτού του πολέμου φθοράς, ο κίνδυνος να παίξει άθελά της το παιχνίδι του Κρεμλίνου αυξάνεται επικίνδυνα.

Η σκληρή γραμμή των Ευρωπαίων απέναντι στον Πούτιν μπορεί να πείθει τα εκλογικά ακροατήριά τους και να ενισχύει την εντύπωση ενός κοινού μετώπου, αλλά πραγματικά δεν είναι ικανή να αντέξει στον χρόνο και να έχει «αποδώσεις». Οι κυρώσεις και η αποσύνδεση από το ρωσικό φυσικό αέριο προκάλεσαν πληθωρισμό, υψηλό ενεργειακό κόστος και μαρασμό της βιομηχανικής παραγωγής, ειδικά στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Κεντρική Ευρώπη. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως οι ατελείωτες κυρώσεις βλάπτουν την Ευρώπη περισσότερο απ’ ό,τι τη Ρωσία μακροπρόθεσμα, ειδικά από τη στιγμή που η Μόσχα έχει βρει άλλες αγορές στην Ασία. Τα επιχειρηματικά λόμπι σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Σλοβακία ή η Αυστρία πιέζουν για αποκατάσταση των εμπορικών δεσμών με τον ρωσικό επιχειρηματικό κόσμο.

Στρατηγικός ρεαλισμός

Από την άλλη, ο στρατηγικός ρεαλισμός επιβάλλει αλλαγή οπτικής. Οι οπαδοί του υποστηρίζουν πως η Ρωσία δεν μπορεί να ηττηθεί στρατιωτικά χωρίς δυσβάστακτο κόστος για τη Δύση δεδομένων του μεγέθους, των πόρων και του πυρηνικού οπλοστασίου της. Υπό αυτή τη συλλογιστική, μια συμβιβαστική ειρήνη -ακόμη κι αν είναι άδικη- είναι πιο ρεαλιστική από τον στόχο της πλήρους αποκατάστασης των συνόρων της Ουκρανίας στο στάτους του 1991.

Αλλοι θεωρούν πως η υπερβολικά σκληρή απομόνωση της Ρωσίας την ωθεί πιο κοντά στην Κίνα δημιουργώντας ένα ισχυρό αντιδυτικό μπλοκ. Μια πιο ήπια στάση θα μπορούσε να στοχεύει μακροπρόθεσμα στην απόσπαση της Μόσχας από τις αγκάλες του Πεκίνου αναδιαμορφώνοντας την παγκόσμια δυναμική ισχύος.

Ψύχραιμοι Αμερικανοί αναλυτές είχαν επικρίνει έντονα το 2022 την ανανέωση της αμερικανικής δέσμευσης στον στόχο της πρόσδεσης της Ουκρανίας στο νατοϊκό άρμα από την κυβέρνηση Μπάιντεν, επισημαίνοντας με έμφαση ότι η Ρωσία δεν διαθέτει το δυναμικό για να είναι στρατηγικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ - αυτός ο ρόλος ανήκει πλέον στην Κίνα. Ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να κλείσει τα ανοιχτά μέτωπα με τη Μόσχα για να στραφεί απερίσπαστη στην αντιμετώπιση του Πεκίνου, το οποίο φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στην παγκόσμια σκηνή, στην καινοτομία και στην επιδραστική ισχύ.

Ισως όμως η πιο απαιτητική πρόκληση αυτή τη στιγμή να είναι η ίδια η κόπωση των ψηφοφόρων στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού μπλοκ αν κρίνει κάποιος από την επιμονή των Ευρωπαίων ηγετών στη σκληρή αντιρωσική γραμμή. Μπορεί οι Ανατολικοευρωπαίοι να παραμένουν θερμοί υποστηρικτές της Ουκρανίας, όμως τα δυτικοευρωπαϊκά εκλογικά σώματα δεν μπορούν να κρύψουν την κόπωσή τους ύστερα από χρόνια πολέμου, υψηλών αμυντικών δαπανών και αυξημένων προσφυγικών ροών. Και δεν είναι μόνο αυτό: είναι η διάχυτη αίσθηση ότι η συντήρηση κλίματος επικείμενης πολεμικής αναμέτρησης με τη Ρωσία δεν είναι παρά ακόμη μία μέθοδος για να δικαιολογείται η επιβολή αντιδημοφιλών οικονομικών και κοινωνικών μέτρων.

Από την άλλη, οι υπολογισμοί του Κρεμλίνου υποθέτουν πως η Ουκρανία δεν θα είναι σε θέση να αντέξει τον πόλεμο για όσο διάστημα μπορεί η Ρωσία, πως οι Δυτικοί σύμμαχοι δεν θα αυξήσουν ουσιαστικά την υποστήριξή τους εγκαίρως και πως το Κίεβο θα πρέπει τελικά να κάνει μεγαλύτερες παραχωρήσεις για να τερματίσει τον πόλεμο. Προφανώς αυτό δεν είναι σχέδιο στρατιωτικής νίκης, είναι ένα στοίχημα για το πότε θα έρθει η εξάντληση του αντιπάλου και θα συνεχίσει να έχει περιθώρια επιτυχίας εκτός κι αν η λογική πίσω από αυτό αμφισβητηθεί στην πράξη. Μια συμφωνία που θα λειτουργεί σαν υπόστρωμα για έναν διακανονισμό με πολιτικά μέσα είναι αυτή τη στιγμή η πιο ρεαλιστική επιλογή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0