«Αυτή η δίκη δεν έπρεπε να γίνει ποτέ» έγραψε ο Τραμπ στην επιστολή του προς τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση, την οποία ανέβασε στην πλατφόρμα του, το Truth Social, την περασμένη Τετάρτη γνωστοποιώντας την επιβολή δασμών 50% από 1ης Αυγούστου σε όλες τις εισαγωγές από τη Βραζιλία ως «αντίποινα» για τη δίκη τού πρώην Προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος κατηγορείται πως προσπάθησε να ανατρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα του 2022. «Είναι ένα κυνήγι μαγισσών που πρέπει να τελειώσει ΑΜΕΣΩΣ!» συμπλήρωσε ο μεγιστάνας στη ανάρτησή του, «ανεβάζοντας» την τακτική των δασμών σε άλλη… πίστα, εκείνη της άμεσης πολιτικής πίεσης. Μήπως αυτή τη φορά το παράκανε;
Η επιβολή δασμών ειδικά προς φιλικές ή στρατηγικής σημασίας χώρες για τις ΗΠΑ, όπως η Βραζιλία, σε κάθε περίπτωση αντιπροσωπεύει μια σημαντική κλιμάκωση που κάνει ακόμη πιο αμφιλεγόμενη την τακτική του. Είναι φανερό ότι κινείται πλέον στα όρια των διεθνών κανόνων και της διπλωματικής δεοντολογίας.
Σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, οι ΗΠΑ είχαν πέρυσι εμπορικό πλεόνασμα με τη Βραζιλία εξάγοντας σ’ αυτή περισσότερα αγαθά από όσα εισήγαγαν. Η Βραζιλία είναι ο 15ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, με συνολικό αμφίδρομο εμπόριο ύψους 92 δισ. δολαρίων το 2024 και ένα εμπορικό πλεόνασμα για την αμερικανική πλευρά ύψους 7,4 δισ. δολαρίων σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Απογραφών. Οι κορυφαίες αμερικανικές εξαγωγές προς τη Βραζιλία είναι πολιτικά αεροσκάφη, προϊόντα πετρελαίου και αργό πετρέλαιο, άνθρακας και ημιαγωγοί, ενώ οι κορυφαίες εξαγωγές της Βραζιλίας προς τις ΗΠΑ είναι αργό πετρέλαιο, καφές, χάλυβας και χυτοσίδηρος.
Κλοιός πίεσης
Ωστόσο, στην επιστολή του προς τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση ο Τραμπ χαρακτηρίζει τον συντελεστή 50% ως «απαραίτητο για να διορθωθούν οι σοβαρές αδικίες του τρέχοντος καθεστώτος». Ανήγγειλε επίσης ότι θα διατάξει την υπηρεσία εξωτερικού εμπορίου των ΗΠΑ να αρχίσει έρευνα υπό τον διαβόητο κωδικό «301» σε βάρος της Βραζιλίας σε σχέση με την προωθούμενη νομοθεσία της για φορολόγηση των ψηφιακών υπηρεσιών. Μια τέτοια κίνηση θα πρόσφερε άλλοθι στις ΗΠΑ για να λάβουν ακόμη σκληρότερα και ευρύτερα εμπορικά μέτρα κατά της χώρας. Ο μεγιστάνας βλέπει «συνεχείς επιθέσεις της Βραζιλίας στις δραστηριότητες ψηφιακού εμπορίου των αμερικανικών εταιρειών», μια προφανή αναφορά του στον προτεινόμενο φόρο που προωθεί η βραζιλιάνικη κυβέρνηση. Ένας παρόμοιος φόρος είχε γίνει η αιτία ο Τραμπ να τραβήξει την πρίζα των εμπορικών διαπραγματεύσεων με τον Καναδά πριν από δύο εβδομάδες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση της Οτάβα να τον πάρει πίσω πριν ακόμη τον θέσει σε ισχύ. Η απόφαση για την έρευνα «301» σηματοδοτεί προσφυγή σε μια κατοχυρωμένη νομική διαδικασία που οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν για να επιβάλουν δασμούς σε ανταγωνιστικές οικονομίες προσδίδοντας νομιμοποίηση στις μονομερείς ενέργειές τους. Η Βραζιλία δεν έχει εφαρμόσει ακόμη τον φόρο ψηφιακών υπηρεσιών επιδιώκοντας να συμπεριλάβει στη σχετική νομοθεσία αυστηρότερους κανονισμούς ανταγωνισμού για τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Οι αναλυτές δεν έκρυψαν την έκπληξή τους για το ύφος της επιστολής Τραμπ προς την κυβέρνηση του Προέδρου Λούλα. Σύμφωνα με τον ιστότοπο Axios, ήταν πολύ πιο επιθετική από οποιαδήποτε άλλη αντίστοιχη εμπορική επιστολή έστειλε την περασμένη εβδομάδα ο Αμερικανός Πρόεδρος, αναγκάζοντας τον Βραζιλιάνο ομόλογό του να αντιδράσει έντονα κάνοντας λόγο για αμερικανική «παρέμβαση» στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του.

Ο Τραμπ απειλεί τη Βραζιλία με δασμούς συνολικού ύψους 42 δισ. δολάρια ετησίως για τις εξαγωγές της στις ΗΠΑ, από χάλυβα μέχρι καφέ, δημιουργώντας «προϋποθέσεις» για πιθανή κατάρρευση της εμπορικής σχέσης με μία από τις λίγες χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ έχουν εμπορικό πλεόνασμα. Μεταξύ των 22 επιστολών που έστειλε σε κυβερνήσεις την περασμένη εβδομάδα ενημερώνοντάς τις για την επιβολή δασμών στα εισαγόμενα στις ΗΠΑ αγαθά τους, ο Τραμπ άρχισε την επιστολή του προς τη βραζιλιάνικη κυβέρνηση με τη ρητή απαίτηση να τερματιστεί η δίκη του Μπολσονάρου! «Αυτή η δίκη δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Είναι ένα κυνήγι μαγισσών που πρέπει να τερματιστεί ΑΜΕΣΩΣ!» έγραψε ο Τραμπ με βάση το αντίγραφο που δημοσιεύτηκε στο Truth Social. Συνέχισε δε επιμένοντας ότι η Βραζιλία έχει φερθεί «άδικα» στις αμερικανικές εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης και κατηγορώντας την κυβέρνησή της ότι «λογοκρίνει» την ελευθερία του λόγου...
Εμμονή
Νωρίτερα, επίσης μέσω του Truth Social, ο Αμερικανός Πρόεδρος εξέδωσε «ειδοποιητήρια» επιβολής δασμών από 1ης Αυγούστου σε επτά μικρούς εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ με συνολικές εξαγωγές μόλις 15 δισ. δολάρια πέρυσι. Συγκεκριμένα, επιβάλλονται δασμοί 20% σε αγαθά από τις Φιλιππίνες, 30% σε αγαθά από τη Σρι Λάνκα, την Αλγερία, το Ιράκ και τη Λιβύη και 25% από το Μπρουνέι και τη Μολδαβία.
Αναπόφευκτα, για άλλη μια φορά η εμμονή του Τραμπ με τους δασμούς γίνεται αντικείμενο παρατήρησης με… μεγεθυντικό φακό. Για πολλούς αναλυτές δεν πρόκειται απλώς για μια τακτική. Αντανακλά μια ευρύτερη ιδεολογία και έναν στρατηγικό υπολογισμό που συνδυάζει λαϊκισμό, εθνικισμό και φυσικά πολιτική επίδειξης ισχύος. Κατ’ αυτούς, στον πυρήνα της σκέψης του Τραμπ βρίσκεται η πεποίθηση ότι το παγκόσμιο εμπόριο έχει βλάψει τους Αμερικανούς εργαζόμενους, ειδικά στον τομέα της μεταποίησης. Βλέπει τους δασμούς σαν έναν τρόπο προστασίας των αμερικανικών βιομηχανιών από τον «αθέμιτο ξένο ανταγωνισμό», ειδικά από την Κίνα, το Μεξικό και την Ε.Ε. Η βάση των οπαδών του, ιδιαίτερα όσοι προέρχονται από τη λεγόμενη «ζώνη της σκουριάς», τις νοτιοδυτικές πολιτείες, όπου η βιομηχανική παραγωγή «αφανίστηκε» κατά τον τελευταίο κύκλο της παγκοσμιοποίησης, αποδέχονται τη συγκεκριμένη αφήγηση. Στη μεγάλη οθόνη τού «Πρώτα η Αμερική» οι δασμοί «αντιπροσωπεύουν» ισχύ, προστατευτισμό, πατριωτισμό.
Σε επικοινωνιακό επίπεδο, οι δασμοί εκπροσωπούν ένα μη πολύπλοκο, ισχυρό μήνυμα που ταυτόχρονα «ερμηνεύει» απλοϊκά τον τρόπο λειτουργίας ενός πολύπλοκου συστήματος: της παγκόσμιας οικονομίας σε μια καθοριστική συγκυρία. Ενώ η ψηφιακή κοσμογονία ξετυλίγεται, πλούτος, γεωπολιτική επιρροή, πολιτισμική επιδραστικότητα ρέουν από τη Δύση προς την -ασιατική- Ανατολή, από τον Βορρά στον -παγκόσμιο- Νότο. Η λογική των δασμών είναι εύκολο να γίνει κατανοητή και να «πουληθεί» πολιτικά σε μεγάλα ακροατήρια που αισθάνονται αδικημένα και αγνοημένα από τις κυρίαρχες ελίτ. Η απλούστευση εδώ λειτουργεί με απόλυτη επιτυχία: «Μας εκμεταλλεύονται, εμείς απαντάμε, οι δουλειές ξαναγυρίζουν στην πατρίδα, εμείς κερδίζουμε»...
Σε σύγκριση με τις δυσνόητες οικονομικές αναλύσεις και οτιδήποτε «δυσκολεύει» την εξίσωση της παγκόσμιας οικονομίας -προσφορά/ζήτηση, επιτόκια, αλυσίδες εφοδιασμού-, οι δασμοί είναι μια χειροπιαστή απόδειξη «οικονομικού πατριωτισμού». Ενεργοποιούν την εκλογική βάση του MAGA (Make America Great Again), ιδιαίτερα όταν στοχεύουν τους θεωρούμενους «κακούς» (Κίνα, Μεξικό, Γερμανία) ή τις «ελίτ της παγκοσμιοποίησης» και τις «πολυεθνικές που εξαφανίζουν τις θέσεις εργασίας».
Ανοίγοντας τον δρόμο
Από κει και πέρα ανοίγει ο δρόμος για το ζητούμενο: την αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομικής και εμπορικής τάξης με τους όρους που βάζει η Αμερική. Όσο κι αν φαντάζουν υπερφίαλες, πομπώδεις ή ακόμη και επιθετικές, οι κινήσεις του Τραμπ μαρτυρούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τις προθέσεις του. Ο απομονωτισμός ή οποιασδήποτε μορφής εθνική αναδίπλωση στην οικονομία και στο εμπόριο δεν οδηγούν πουθενά. Ο στόχος του είναι να ξαναγράψει τους κανόνες της παγκοσμιοποίησης με προτεραιότητα τις διμερείς, καθοδηγούμενες και κυριαρχούμενες από την Αμερική συμφωνίες έναντι των πολυμερών διευθετήσεων που προωθεί θεσμικά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Θεωρεί την παγκόσμια οικονομική τάξη που επικράτησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεπερασμένη και άδικη για τις ΗΠΑ. Οι δασμοί είναι ο τρόπος του να καταφέρει καίριο πλήγμα στο τρέχον σύστημα και να το ξαναστήσει από την αρχή οικοδομώντας το γύρω από την ηγεμονία των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα εν μέρει ιδεολογικό, εν μέρει στρατηγικό σχέδιο.
Υπάρχουν πολλές ενστάσεις για το αν οι δασμοί μπορούν να πετύχουν αυτόν τον στόχο. Πολλοί οικονομολόγοι, ακόμα και ηγετικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έχουν προειδοποιήσει ότι μπορεί να βλάψουν την αμερικανική οικονομία, να αυξήσουν τις τιμές για τους καταναλωτές και τα λειτουργικά κόστη για τις επιχειρήσεις. Ακόμη χειρότερα, μπορούν να πλήξουν τις ίδιες τις αμερικανικές εξαγωγές. Αλλά ο Τραμπ υποβιβάζει την επικινδυνότητα των ενεργειών του. Το βασικό επιχείρημά του είναι ότι ο «πόνος» θα είναι προσωρινός αλλά η οικονομική «ανεξαρτησία» των ΗΠΑ αιώνια. Έτσι, αν και οι δασμοί είναι ένα εξαιρετικά αμφίβολης επιτυχίας οικονομικό μέτρο, πολιτικά παραμένουν μια άκρως αποτελεσματική διακήρυξη και κατέχουν κεντρική θέση στο ιδεολόγημα του πώς θα «ξαναγίνει μεγάλη η Αμερική»...

Επίδειξη αμερικανικής ισχύος
Η χρήση των δασμών σαν γεωπολιτικό όπλο αντικατοπτρίζει την ευρύτερη προσέγγιση του Τραμπ, υπό την οποία η πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ απαιτεί και πολιτική ευθυγράμμιση μαζί τους
Στη σκληρή δασμολογική στοχοποίηση της Βραζιλίας ορισμένοι αναλυτές βλέπουν πιθανά κίνητρα που εκτείνονται πέρα από ό,τι μπορούμε να αναγνωρίσουμε στις κινήσεις του Τραμπ. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για αντίποινα για γεωργικές επιδοτήσεις που ανταγωνίζονται τις εξαγωγές των ΗΠΑ στους τομείς της σόγιας ή του βοδινού κρέατος. Ή ακόμη για αντίμετρα για την αυστηρή περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης Λούλα, ειδικά στο Αμαζόνιο, που θα μπορούσε να πλήξει αμερικανικά ενεργειακά συμφέροντα.
Με τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς να οξύνονται και τις ΗΠΑ να προσπαθούν με κάθε τρόπο να αντισταθμίσουν την άνοδο της Κίνας, το δασμολόγιο κατά της Βραζιλίας πιθανόν να είναι ένα τιμωρητικό μέτρο και για την ενίσχυση των δεσμών της με το Πεκίνο, γενικότερα με το μπλοκ των χωρών της ομάδας BRICS, που εξ ορισμού αμφισβητούν την αμερικανική ηγεμονία. Η χρήση των δασμών σαν γεωπολιτικό όπλο αντικατοπτρίζει άλλωστε την ευρύτερη προσέγγιση του Τραμπ, υπό την οποία η πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ απαιτεί και πολιτική ευθυγράμμιση μαζί τους. Η τάση αυτή γίνεται συνεχώς πιο διακριτή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική τελευταία συνδυάζοντας τον οικονομικό εθνικισμό με τη συναλλακτική διπλωματία, κάτι που σηματοδοτεί σαφώς ρήξη με τον πολυμερισμό της φιλελεύθερης τάξης. Για τον Τραμπ ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ειδικά αν αυτό ενισχύει την εικόνα του ως σκληρού διαπραγματευτή και προστάτη των αμερικανικών συμφερόντων.
Ωστόσο, η επιβολή σαρωτικών δασμών σε μια χώρα για την άσκηση πολιτικής πίεσης σηματοδοτεί μια νέα φάση στο εμπορικό δόγμα του. Πλέον η στόχευση έχει να κάνει λιγότερο με την οικονομία και περισσότερο με την ηγεμονία. Η αιτία του εμπορικού πολέμου κατά της Βραζιλίας δεν βρίσκεται στα ελλείμματα -άλλωστε δεν υπάρχει έλλειμμα στο αμερικανικό εμπόριο μ’ αυτή-, βρίσκεται στην προβολή ισχύος. Ο Αμερικανός Πρόεδρος στοιχηματίζει ότι η αμερικανική ισχύς τού δίνει την ελευθερία να το κάνει αυτό, όμως η Ιστορία έχει δείξει πάμπολλες φορές ότι ο εξαναγκασμός έχει συνέπειες. Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεκαθαρίσει η εικόνα αν δεν γίνει προσπάθεια να ιδωθεί στο σύνολό της. Ο Τραμπ ξαναρίχνει στο τραπέζι με απροκάλυπτο τρόπο την τακτική της επιβολής ως παράγοντα που καθορίζει την πορεία των παγκόσμιων υποθέσεων, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με την οικονομία και το εμπόριο.
Ωμός ανταγωνισμός στρατιωτικής δύναμης
Οσα γράφουν σε ένα μακροσκελές και άκρως ενδιαφέρον άρθρο τους στο Foreign Affairs οι Όνα Χαθαγουέι, καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ, και ο Σκοτ Σαπίρο, καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου πανεπιστημίου, για την επιστροφή της απειλής του πολέμου ως μέσου επίλυσης των διακρατικών διαφορών θα μπορούσαν κάλλιστα να παραπέμπουν και στις προκλήσεις που πηγάζουν από τη λογική του εμπορικού πολέμου. Για τους δύο ακαδημαϊκούς «ο Τραμπ δεν εγκαταλείπει απλώς τον παραδοσιακό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην υπεράσπιση της απονομιμοποίησης του πολέμου και, μαζί με αυτή, του κατακτητικού ενστίκτου. Φαίνεται πως θέλει κάτι περισσότερο: να επαναφέρει τον πόλεμο ή την απειλή του ως τον κύριο τρόπο με τον οποίο τα κράτη επιλύουν τις διαφωνίες τους και επιδιώκουν οικονομικό όφελος. Άλλες χώρες ήδη σηματοδοτούν τη συναίνεσή τους στην αλλαγή των κανόνων. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φάνηκε να υποστηρίζει τους συλλογισμούς του Τραμπ για τη Γάζα και ο Παναμάς επέλεξε να κατευνάσει τον Αμερικανό Πρόεδρο δεχόμενος πτήσεις απέλασης μη Παναμέζων και υπογράφοντας μια συμφωνία που επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναπτύξουν στρατιωτικό προσωπικό κατά μήκος της Διώρυγας του Παναμά. Εν μέσω των απειλών του Τραμπ να επιτρέψει στον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να προσαρτήσει τμήματα της Ουκρανίας, το Κίεβο υπέγραψε συμφωνία με την Ουάσιγκτον δίνοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες πρόσβαση στους πλούσιους ορυκτούς πόρους της. Αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, η διάβρωση της απονομιμοποίησης της χρήσης βίας θα επιστρέψει τη γεωπολιτική σε έναν ωμό ανταγωνισμό στρατιωτικής ισχύος. Οι συνέπειες θα είναι σοβαρές: ένας παγκόσμιος ανταγωνισμός εξοπλισμών, νέοι κατακτητικοί πόλεμοι, συρρίκνωση του εμπορίου και κατάρρευση της συνεργασίας που απαιτείται για την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων απειλών».
(Επιμέλεια: Νίκος Κυριακίδης)